Chiquinha Gonzaga (1847–1935) Γράφει η Νατάσα Παπαστάθη Καθηγήτρια μουσικής

ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΣΥΝΘΕΤΡΙΕΣ

Γράφει η Νατάσα Παπαστάθη, καθηγήτρια μουσικής

 

Chiquinha Gonzaga (1847–1935)

 

Βραζιλιάνα συνθέτρια και μαέστρος

Η Chiquinha Gonzaga γεννήθηκε στο Ρίο ντε Τζανέιρο το1847 σε μια πολύτεκνη οικογένεια. Ο πατέρας της José, που ήταν ταγματάρχης και στη συνέχεια στρατάρχης του Βραζιλιάνικου Αυτοκρατορικού Στρατού με πλούσιες σπουδές, καταγόταν από οικογένεια επιφανών προσώπων, ενώ η μητέρα της η Rosa προέρχονταν από οικογένεια μαύρων σκλάβων.

Η Chiquinha μεγάλωσε σε μια οικογένεια με αριστοκρατικές αξιώσεις και έλαβε εκπαίδευση που τηρούσε αυστηρά τα πρότυπα που επιβάλλει η πατριαρχική οικογενειακή δομή μιας δουλοκτητικής κοινωνίας. Αυτή η εκπαίδευση όμως, πραγματοποιήθηκε σε μια περίοδο έντονης κοινωνικής μετάβασης και μετασχηματισμού. Το Ρίο ντε Τζανέιρο άρχισε να αποκτά κοσμοπολίτικο πνεύμα και εκλεπτυσμένη φινέτσα από την άφιξη της βασιλικής οικογένειας το 1808, φέρνοντας έτσι, μια αυλή και ξένους διανοούμενους που εισήγαγαν νέες συνήθειες στην πόλη. Ήταν μια εποχή που οι γυναίκες γενικά άρχισαν να αποτελούν μέρος της σκηνής του Ρίο ντε Τζανέιρο, ξεπερνώντας τους παραδοσιακούς γυναικείους ρόλους της μητέρας και της συζύγου.

Παρά τις δυσκολίες που αντιμετώπισε η οικογένεια Gonzaga σχετικά με την ένταξή της στον στενό κύκλο της υψηλής κοινωνίας του Ρίο ντε Τζανέιρο, ειδικά λόγω της καταγωγής της μητέρας της συνθέτριας, ο στρατιωτικός πατέρας της ως καλλιεργημένος και μορφωμένος άνδρας προσπάθησε να δώσει στα παιδιά του την καλύτερη εκπαίδευση, ιδιαίτερα στα κορίτσια, ώστε να μπορέσουν να κάνουν καλούς γάμους. Για να διδάξει στην Chiquinha τα πρώτα της γράμματα, προσέλαβε έναν κληρικό. Εκτός από τη γραφή, την ανάγνωση, την αριθμητική και την κατήχηση, η νεαρή κοπέλα έμαθε και μερικές γλώσσες. Για να ολοκληρώσει την εκπαίδευση της κόρης του, προσέλαβε επίσης τον μαέστρο και καθηγητή Elias Álvares Lobo για να της δώσει μαθήματα πιάνου. Στα ένδεκα χρόνια της η Chiquinha παρουσίασε την πρώτη της σύνθεση «Canção dos pastores». Εκτός όμως, από τις γνώσεις της στην κλασική μουσική, ήταν φυσικό και επόμενο να έρθει σε επαφή και με τη βραζιλιάνικη μουσική παράδοση και μόδα, η οποία και επηρέασε την καριέρα της.

Η νεαρή Chiquinha είχε μια σταθερή ιδιοσυγκρασία, έναν δυναμισμό, μια αποφασιστική προσωπικότητα και γενικά ένα ανήσυχο πνεύμα. Οι δικοί της, προκειμένου να δαμάσουν τον χαρακτήρα της, την κατηύθυναν προς τη δημιουργία οικογένειας. Στα δεκαέξι της λοιπόν, παντρεύτηκε τον Jacinto Ribeiro do Amaral, στέλεχος του Εμπορικού Ναυτικού. Απέκτησε τρία παιδιά, ζώντας μια άνετη ζωή με υπηρέτες, αλλά δεν ήταν ευτυχισμένη. Μόνο στο πιάνο της ήταν χαρούμενη. Ο Jacinto σύντομα άρχισε να απαιτεί να εγκαταλείψει τη μουσική και οι καβγάδες ήταν συνεχείς.

Στον πόλεμο της Παραγουάης, ο Jacinto ως διοικητής του Εμπορικού Ναυτικού, άρχισε να κάνει ταξίδια προς τα νότια. Ελπίζοντας να διορθώσει τη συμπεριφορά της Chiquinha, αποφάσισε να την παίρνει μαζί του, προκειμένου να την κρατήσει μακριά από το πιάνο. Η ίδια έγινε μάρτυρας παράλογων και σκληρών σκηνών εναντίον απελευθερωμένων σκλάβων. Οι καβγάδες με τον σύζυγό της ήταν συχνοί, μέχρι που ο Jacinto την εκβίασε να διαλέξει ανάμεσα στη μουσική και εκείνον. Η απάντηση της Chiquinha ήταν: «Λοιπόν, άντρα μου, δεν καταλαβαίνω τη ζωή χωρίς αρμονία».

Μετά από αρκετά ταξίδια, η Chiquinha επέστρεψε στο Ρίο στην πατρική της οικογένεια, η οποία αρνήθηκε να τη βοηθήσει, λέγοντας πως η θέση της είναι μόνο δίπλα στον σύζυγό της. Αφού σκέφτηκε ήρεμα για λίγο καιρό, αποφάσισε να τον εγκαταλείψει. Η αντίδραση των γονιών της ήταν πολή σκληρή: ο πατέρας της τη θεωρούσε νεκρή, γι’ αυτό και δεν επέτρεπε να ακούγεται το όνομά της μέσα στο σπίτι, όπως επίσης της απαγόρεψαν να μεγαλώσει η ίδια τα παιδιά της, τα οποία και μοιράστηκαν σε διαφορετικούς κηδεμόνες – μέλη της οικογένειας.

Μετά από αυτά τα γεγονότα, η Chiquinha συνδέθηκε με τον γνωστό μηχανικό της περιοχής, João Batista de Carvalho, που ήταν φίλος της πατρικής της οικογένειας. Οι δυο τους μοιράζονταν τα ίδια ενδιαφέροντα στη μουσική και τον χορό. Για να αποφευχθεί το σκάνδαλο, το ζευγάρι έφυγε από την πόλη και κατευθύνθηκε στο Minas Gerais όπου ζούσε σε στρατόπεδα και εργοτάξια. Μετά από μερικά χρόνια επέστρεψε στο Ρίο με την Chiquinha να είναι έγκυος και να κυκλοφορεί με τον João σε συνενστιάσεις και κοσμικά σαλόνια σαν να ήταν παντρεμένοι. Ωστόσο, ο Jacinto ένιωσε προσβεβλημένος και έτσι άρχισε να την καταδικάζει δημόσια, καταφεύγοντας στο Εκκλησιαστικό Δικαστήριο. Μετά από πολλές δίκες και ψευδείς κατηγορίες του συζύγου της, κρίθηκε ένοχη για μοιχεία. Η σχέση της με τον João έληξε λίγο αργότερα, επειδή εκείνος το θέλησε.

Μετά από όλη αυτή την αναταραχή, η Chiquinha έζησε ως ανεξάρτητη μουσικός, παίζοντας πιάνο σε καταστήματα. Παρείχε μαθήματα πιάνου για να στηρίξει τον γιο που απέκτησε με τον João, παρά τις κοινωνικές επικρίσεις επειδή μεγάλωνε ένα παιδί χωρίς σύζυγο. Αφοσιώθηκε ολοκληρωτικά στη μουσική της, η οποία σημείωσε μεγάλη επιτυχία, καθώς η καριέρα της εξελισσόταν και έγινε πολύ διάσημη ως συνθέτρια πόλκας, βαλς, τάνγκο και τραγουδιών. Άρχισε να συμμετέχει σε χορούς και σε συγκροτήματα που έπαιζαν Chorões – είδος οργανικής βραζιλιάνικης λαϊκής μουσικής, που συνήθως προορίζονταν για άνδρες, όπου γνώρισε τον φλαουτίστα Joaquim Calado και άρχισε να παίζει στο συγκρότημά του «O Choro do Calado» και ήταν η πρώτη γυναίκα που έπαιξε σε αυτό το συγκρότημα. Ο Calado πέθανε ξαφνικά σε ηλικία 32 ετών, από μηνιγγοεγκεφαλίτιδα και έτσι η Chiquinha έπρεπε να βρει άλλους τρόπους για να συντηρήσει τον εαυτό της. Στη συνέχεια, έδωσε ιδιαίτερα μαθήματα πιάνου, τραγουδιού, γεωγραφίας, ιστορίας και πορτογαλικών. Για μερικά χρόνια, εργάστηκε στον εκδοτικό οίκο του Arthur Napoleão, ενός διάσημου πιανίστα και συνθέτη, όπου τελειοποίησε τις μουσικές της γνώσεις.

Η ανάγκη προσαρμογής του ήχου του πιάνου στο λαϊκό γούστο ήταν ο λόγος που η Chiquinha Gonzaga έγινε η πρώτη δημοφιλής συνθέτρια της Βραζιλίας. Συνέθεσε έργα που έγιναν επιτυχίες και την έκαναν διάσημη. Στη συνέχεια, αποφάσισε να ασχοληθεί με την επιθεώρηση και έγραψε οπερέτες. Δημιούργησε τα δικά της λιμπρέτα και προσπάθησε να τα μελοποιήσει. Αυτοδίδακτη, άρχισε να συνθέτει για άλλα όργανα, μελετώντας από στοιχειώδη εγχειρίδια που βρίσκονταν στην αγορά. Το ρεκόρ ήταν να φτάσει μέχρι και τις 1500 παραστάσεις μετά τις πρεμιέρες.

Γνωρίστηκε με την Nair de Teffé, την πρώτη γυναίκα σκιτσογράφο στον κόσμο, μια μποέμ γυναίκα από οικογένεια ευγενών, με την οποία έγιναν πολύ καλές φίλες. Ταξίδεψε στην Ευρώπη και έγινε ιδιαίτερα διάσημη στην Πορτογαλία, όπου έγραφε μουσική για διάφορους ποιητές. Λίγο μετά την επιστροφή της από την Ευρώπη, η φίλη της Nair de Tefé, παντρεύτηκε τον Βραζιλιάνο πρόεδρο Hermes Rodrigues da Fonseca και έγινε η πρώτη κυρία της Βραζιλίας. Η Chiquinha προσκλήθηκε από την Nair για μερικά βράδια στο προεδρικό μέγαρο, ακόμη και ενάντια στη θέληση της οικογένειας της Nair. Η Chiquinha ήταν ήδη πολύ διάσημη, αλλά επικρίθηκε έντονα από την κοινωνία της εποχής της. Κάποιο βράδυ σε χορό στο προεδρικό μέγαρο, η πρώτη κυρία συνόδευσε την Chiquinha στην κιθάρα, παίζοντας ένα απόσπασμα από κάποιο τραγούδι που συνέθεσε η πιανίστρια. Αυτό θεωρήθηκε σκάνδαλο, με δημόσιες επικρίσεις κατά της κυβέρνησης, της ζωής στο παλάτι, της προώθησης και διάδοσης μουσικής, της οποίας η προέλευση βασίζονταν σε «χυδαίους» χορούς, κατά την κοινή γνώμη, σε αντίθεση με τις αξίες της αριστοκρατικής κοινωνικής ελίτ. Η αναπαραγωγή βραζιλιάνικης λαϊκής μουσικής στο μέγαρο της κυβέρνησης θεωρήθηκε ως παραβίαση του πρωτοκόλλου, γεγονός που προκάλεσε διαμάχη στα ανώτερα κλιμάκια της κοινωνίας και στους πολιτικούς. Μετά το τέλος της προεδρικής του θητείας, το προεδρικό ζεύγος μετακόμισε στη Γαλλία, όπου παρέμεινε για μεγάλο χρονικό διάστημα. Εξαιτίας αυτού του γεγονότος, η Chiquinha και η Nair κατέληξαν να χάσουν την επαφή τους.

Μέχρι το τέλος της ζωής της, συνέθεσε μουσική για 77 θεατρικά έργα και ήταν η δημιουργός περίπου 2.000 συνθέσεων σε διαφορετικά είδη: βαλς, πόλκες, τάνγκο, λούντο, μάξιξ, φάδο, κουαδρίγιες, μαζούρκεςσερενάτες και χορωδιακά. Λόγω της δημοτικότητας του έργου της, αρκετοί επιτήδειοι άρχισαν να χρησιμοποιούν τη μουσική και το περιεχόμενό της χωρίς άδεια. Η κατάχρηση αυτή οδήγησε τη συνθέτρια στην ίδρυση της Βραζιλιάνικης Εταιρείας Θεατρικών Συγγραφέων, η οποία ήταν η πρώτη εταιρεία που συστάθηκε για την προστασία των πνευματικών δικαιωμάτων και την προστασία έργων Βραζιλιάνων καλλιτεχνών.

Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός, ότι, λόγω της μητρικής καταγωγής της και των πολλών αδικιών που βίωσε κατά τη διάρκεια της ζωής της, η Chiquinha ήταν μια πολύ ενεργή πολίτης και συμμετείχε σε κάθε είδους κοινωνικό κίνημα που λάμβανε χώρα κατά τη διάρκεια της γενιάς της στη Βραζιλία, όπως η κατάργηση της δουλείας με τον Χρυσό Νόμο του 1888 και η ανακήρυξη της Δημοκρατίας το 1889. Πολλές φορές, είχε ηγετική θέση.

Η τελευταία της σύνθεση ήταν η όπερα «Μαρία». Έφυγε από τη ζωή στα τέλη Φεβρουαρίου του 1935 και είναι θαμμένη στο νεκροταφείο Catumbi.

Το 1999 κυκλοφόρησε μια μίνι τηλεοπτική σειρά με τίτλο «Chiquinha Gonzaga». Αποτελούνταν από 38 επεισόδια και βασιζόταν στη ζωή της ως δασκάλα και συνθέτρια. Τον Μάιο του 2012, ψηφίστηκε ο νόμος που καθιέρωσε την Εθνική Ημέρα Βραζιλιάνικης Λαϊκής Μουσικής, η οποία γιορτάζεται την ημέρα των γενεθλίων της συνθέριας, τη 17η Οκτωβρίου.

Το Μετάλλιο Αναγνώρισης «Chiquinha Gonzaga» που δημιουργήθηκε μέσω του Resolution Project από το Δημοτικό Επιμελητήριο του Ρίο ντε Τζανέιρο, απονέμεται σε γυναίκες που υποστηρίζουν δημοκρατικούς, ανθρωπιστικούς, καλλιτεχνικούς και πολιτιστικούς σκοπούς σε ομοσπονδιακό, πολιτειακό και δημοτικό επίπεδο.

 

Πηγές:

https://pt.wikipedia.org/wiki/Chiquinha_Gonzaga

https://en.wikipedia.org/wiki/Chiquinha_Gonzaga

https://interlude.hk/brazilian-first-conductor-and-first-choro-composer-chiquinha-gonzaga-1847-1935/

 

 

 

roz-panthiras-adv1
χαλβάς Γούναρης

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *