Ο ΣΥΝΘΕΤΗΣ ΤΗΣ ΕΒΔΟΜΑΔΑΣ
Γράφει η Νατάσα Παπαστάθη, καθηγήτρια μουσικής
Μάνος Χατζιδάκις (1925 – 1994) – 1ο μέρος
«Τώρα που ζω με τον ευατό μου βαθειά και απόλυτα, θέλω να μάθω ο ίδιος ποιός υπήρξα, τί σκέφθηκα, πώς έζησα και τί είναι αυτό που συνθέτει τη μελλοντική μου απουσία»
Κορυφαίος Έλληνας συνθέτης, διευθυντής ορχήστρας, πιανίστας, ποιητής καιτραγουδοποιός.
Ο Μάνος Χατζιδάκις γεννιέται στην Ξάνθη το 1925 και αρχίζει τη μουσική εκπαίδευση από τα τέσσερα χρόνια του, μαθαίνοντας πιάνο, ακορντεόν και βιολί. Λίγα χρόνια αργότερα η οικογένεια εγκαθίσταται στην Αθήνα, ο δικηγόρος πατέρας του σκοτώνεται σε αεροπορικό δυστύχημα και ο ίδιος αναγκάζεται να εργάζεται για να βοηθήσει οικονομικά της οικογένειά του. Ταυτόχρονα διδάσκεται τα θεωρητικά της μουσικής από τον Μενέλαο Παλλάντιο, ενώ παρακολουθεί ως ακροατής μαθήματα στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών. Ο Β Παγκόσμιος πόλεμος διακόπτει κάθε τι καλλιτεχνικό και όμορφο. Αυτή την εποχή γεννιούνται τα μεταπολεμικά του οράματα. Γνωρίζει την ποίηση του καιρού του και μια σημαντική ομάδα ανθρώπων της τέχνης και του πνεύματος, μια μεγάλη πηγή έμπνευσης για τον ίδιο. Στη δραματική σχολή του Θεάτρου Τέχνης, ο Χατζιδάκις παρακολουθεί και μαθήματα υποκριτικής, αν και τελικά ο ίδιος ο Κάρολος Κουν τον προτρέπει να αφοσιωθεί αποκλειστικά στη μουσική. Η συνεργασία του με το Θέατρο Τέχνης «Κάρολος Κουν» αποδεικνύεται ιδιαίτερα παραγωγική και έχει διάρκεια περίπου δεκαπέντε χρόνια.
Σχεδόν αυτοδίδακτος συνθέτης, αφού δεν ολοκήρωσε τις σπουδές του, προκαλεί μεγάλη εντύπωση, όταν δίνει μια διάλεξη για το ρεμπέτικο τραγούδι, ένα περιφρονημένο είδος για τους σοβαρούς κύκλους της μουσικής. Επίσης μια σειρά διαλέξεων με αναφορά στους συνθέτες της αμερικανικής σχολής, δημιουργεί μεγάλο ενδιαφέρον στην Αθήνα και ανοίγει νέους ορίζοντες στους Έλληνες συνθέτες. Αρχίζει να συνθέτει μουσική για το θέατρο και τον κινηματογράφο. Το 1950 γίνεται ιδρυτικό στέλεχος και αναλαμβάνει καλλιτεχνικός διευθυντής του Ελληνικού Χοροδράματος της Ραλλούς Μάνου, με το οποίο παρουσιάζει τέσσερα μπαλέτα του: «Μαρσύας», «Έξι Λαϊκές Ζωγραφιές», «Το Καταραμένο Φίδι», «Ερημιά».
Την ίδια εποχή η ηθοποιός Μαρίκα Κοτοπούλη του αναθέτει τη σύνθεση της μουσικής για τις «Χοηφόρες» από την «Ορέστεια» του Αισχύλου. Η συνεργασία αυτή είναι η αρχή της ενασχόλησης του Χατζιδάκι με το αρχαίο ελληνικό δράμα. Μερικές από τις τραγωδίες και κωμωδίες για τις οποίες έγραψε μουσική είναι η «Μήδεια», ο «Κύκλωψ», οι «Βάκχες», οι «Εκκλησιάζουσες», η «Λυσιστράτη» και οι «Όρνιθες». Συνεργάζεται επίσης με τον Άγγελο Σικελιανό προκειμένου να συνθέσει τη μουσική για την τελευταία τραγωδία του ποιητή «Ο θάνατος του Διγενή».Παράλληλα γράφει σημαντικά μουσικά έργα, όπως τα πιανιστικά «Για μια μικρή λευκή αχιβάδα» και «Ιονική σουίτα», έργα ιδιαίτερα εύχρηστα και δημοφιλή για τους σπουδατές των τάξεων πιάνου, καθώς και τον κύκλο τραγουδιών «Ο Κύκλος του C.N.S.».
Το 1959 παίρνει το 1ο βραβείο στο Α΄ Φεστιβάλ Ελαφρού Τραγουδιού του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας για το τραγούδι «Κάπου υπάρχει η αγάπη μου» που ερμήνευσε η Νάνα Μούσχουρη. Ένα χρόνο μετά έχει συνεχόμενες επιτυχίες και επίσημες διακρίσεις. Παίρνει το 1ο βραβείο και στο Β΄ Φεστιβάλ Ελαφρού Τραγουδιού του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας για δύο τραγούδια και πάλι με τη Νάνα Μούσχουρη, αποσπά το βραβείο για τη μουσική του «Ποτάμι» του Νίκου Κούνδουρου στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης, γράφει τα «Τα παιδιά του Πειραιά» για το φιλμ «Ποτέ την Κυριακή» του Ζυλ Ντασέν και συνθέτει μουσική για τα θεατρικά έργα «Ευρυδίκη» του Ζαν Ανούιγ, «Το γλυκό πουλί της νιότης» του Τένεσι Ουίλιαμς, «Ο θάνατος του Διγενή» του Άγγελου Σικελιανού, «Η τύχη της Μαρούλας» του Δημητρίου Κορομηλά και για πολλές ταινίες. Ανάμεσά τους οι δημοφιλείς: «Μανταλένα», «Η Αλίκη στο ναυτικό», «Το κοροϊδάκι της δεσποινίδος», «Η κυρία δήμαρχος», «Το κλωτσοσκούφι», «Ραντεβού στην Κέρκυρα» και πολλές ακόμη.
Το 1961 κερδίζει το Όσκαρ Καλύτερου Πρωτότυπου Τραγουδιού για «Τα παιδιά του Πειραιά». Η βράβευση αυτή του προσδίδειπαγκόσμια δημοσιότητα, την οποία ο Χατζιδάκις αρχικά προσπαθεί να διαχειριστεί αλλά τελικά αποφασίζει να την αποφύγει, θεωρώντας ότι του στερεί τη δυνατότητα να διαμορφώνει ο ίδιος τη σχέση του με το ακροατήριό του. «Για μένα το Όσκαρ δεν αποτελεί στεφάνωμα μιας σταδιοδρομίας αλλά το αληθινό μου ξεκίνημα», ήταν μία από τις πρώτες δηλώσεις του. «Μπορεί ένα απλό τραγούδι να μου έφερε το Όσκαρ. Οι φιλοδοξίες μου όμως και οι υποχρεώσεις μου δεν σταματούν σε αυτό…», έλεγε. «Τα παιδιά του Πειραιά» έφεραν στην Ελλάδα το δεύτερο Όσκαρ, δεκαπέντε χρόνια μετά την Κατίνα Παξινού και το δικό της Όσκαρ. Το 1961 ο Χατζιδάκις αποσπά το 2ο βραβείο στο Γ΄ Φεστιβάλ Ελληνικού Τραγουδιού του Εθνικού Ιδρύματος Ρδιοφωνίας για το τραγούδι του «Κουρασμένο παλικάρι». Το 1ο βραβείοδίνεται στον Μίκη Θεοδωράκη.

