Η κυβέρνηση, συνεχίζοντας την πορεία αυταρχικής θωράκισης του κρατικού μηχανισμού, φέρνει προς «διαβούλευση» σχέδιο νόμου με τίτλο: «Αναμόρφωση του πειθαρχικού δικαίου των δημόσιων πολιτικών διοικητικών υπαλλήλων, των υπαλλήλων των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και των δημοτικών και κοινοτικών υπαλλήλων».
Με το νομοσχέδιο επιχειρείται η μετατροπή του πειθαρχικού δικαίου σε εργαλείο επιβολής σιωπής στους εργασιακούς χώρους, με στόχο την καλλιέργεια φόβου, την ποινικοποίηση της συνδικαλιστικής και πολιτικής δράσης και την τρομοκράτηση κάθε φωνής αντίστασης.
Πρόκειται για επίθεση στα δημοκρατικά δικαιώματα των εργαζομένων στο Δημόσιο, με στόχο την καταστολή της συλλογικής διεκδίκησης, ακόμα και του απεργιακού δικαιώματος, όπως για παράδειγμα τα πάνω από 2.500 πειθαρχικά που έχουν ασκηθεί σε συναδέλφους λόγω της συμμετοχής τους στην απεργία-αποχή από την αξιολόγηση.
Το σχέδιο συνιστά βαθιά αντιδραστική τομή και επιχειρεί να καταργήσει τη μονιμότητα, παρακάμπτοντας το Σύνταγμα. Δεν στοχεύει στην αντιμετώπιση των επίορκων ούτε στην επιτάχυνση των διαδικασιών, όπως ισχυρίζεται προσχηματικά η κυβέρνηση. Οι αυστηρές ποινές, ακόμη και η απόλυση, υπάρχουν ήδη στο ισχύον πλαίσιο για επίορκους δημοσίους υπαλλήλους, ενώ οι καθυστερήσεις δεν οφείλονται ούτε στους αιρετούς εκπροσώπους των εργαζομένων ούτε στους υπηρεσιακούς παράγοντες. Το νέο πειθαρχικό δίκαιο στοχεύει στους/τις ευσυνείδητους/εςδημόσιους/ες υπαλλήλους, τον/την εκπαιδευτικό που εργάζεται με αφοσίωση, τον/την γιατρό που δίνει μάχη για το νοσοκομείο του. Σκοπός του είναι να εκφοβίσει και να περιορίσει όλους και όλες μας: εκπαιδευτικούς που στηρίζουν τα σχολεία σε δύσκολες συνθήκες, γιατρούς που στάθηκαν στην πρώτη γραμμή της πανδημίας, εργαζόμενους/ες που αγωνίζονται καθημερινά για τα δικαιώματά τους και για τη δικαιοσύνη.
Με το προτεινόμενο νομοθετικό πλαίσιο:
Στη θέση τους, προβλέπεται τα πειθαρχικά συμβούλια (3μελη ή 5μελή ανάλογα τη βαρύτητα των παραπτωμάτων) να αποτελούνται αποκλειστικά από μέλη του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, τα οποία διορίζονται από την κυβέρνηση και εκπροσωπούν αποκλειστικά τη διοίκηση. Έτσι, το όργανο που καλείται να απονέμει «δικαιοσύνη» σε δημόσιους υπαλλήλους στελεχώνεται αποκλειστικά από διορισμένους/ες του κρατικού μηχανισμού, χωρίς καμία θεσμική ισορροπία ή φωνή των εργαζομένων. Το πειθαρχικό μετατρέπεται, ουσιαστικά, σε μονοπρόσωπο διοικητικό εργαλείο καταστολής, αφού ο κατήγορος (διοίκηση) και ο απονέμων δίκαιο (ΝΣΚ) ουσιαστικά ταυτίζονται.
Η κυβέρνηση και το κράτος, σε μια περίοδο σοβαρών διεθνών εξελίξεων και κοινωνικής αστάθειας λόγω πολιτικών που ευνοούν τα μεγάλα συμφέροντα, επιδιώκουν να επιβάλλουν ακόμα πιο ασφυκτικό και εκφοβιστικό πλαίσιο για τους δημόσιους υπαλλήλους. Υπενθυμίζουμε ότι και το 2012 είχαν επιχειρηθεί παρόμοιες αλλαγές, με στόχο την κατάργηση των αιρετών στα πειθαρχικά, κάτι που υλοποίησε η σημερινή κυβέρνηση με την υπουργική απόφαση του πρώην Υπουργού Παιδείας στις 27 Φεβρουαρίου (Αριθμ. Φ277/91/19483/Ε2).
Ο στόχος είναι ξεκάθαρος: να επιβληθεί σιγή νεκροταφείου στους χώρους του Δημοσίου, να περιοριστεί η δυνατότητα των εργαζομένων να αντιστέκονται, να οργανώνονται, να διεκδικούν. Όλα αυτά σε μια περίοδο που η κυβέρνηση επιχειρεί να επιταχύνει την εφαρμογή της αντιεκπαιδευτικής και συνολικότερα αντιλαϊκής της πολιτικής, μέσα σε ένα διεθνές περιβάλλον έντασης και ρευστότητας.
Η πείρα των τελευταίων χρόνων είναι αποκαλυπτική: οι διώξεις απέναντι σε συναδέλφους/ισσεςπου συμμετείχαν σε κινητοποιήσεις ή άσκησαν τεκμηριωμένη δημόσια κριτική, είναι οι πρώτες ενδείξεις της χρήσης του πειθαρχικού ως μηχανισμού καταστολής.
Η στοχοποίηση όσων υπερασπίζονται το δημόσιο συμφέρον δεν αποτελεί εξαίρεση — είναι η «κανονικότητα» που θέλουν να καθιερώσουν.
Επίσης στις μεταβατικές διατάξεις του νομοσχεδίουξεκαθαρίζεται ότι για τα «πειθαρχικά παραπτώματα που έγιναν έως και τις 31/12/2025 ισχύουν οι διατάξεις του παλιού πειθαρχικού δικαίου».
Συναδέλφισσες, συνάδελφοι
Βρισκόμαστε μπροστά σε νέα κλιμάκωση της κυβερνητικής επιθετικότητας και στοχοποίησης εργαζομένων που αγωνίζονται, με στόχο τη φίμωση της συνδικαλιστικής δράσης και την πλήρη υποταγή των δημοσίων υπαλλήλων μέσω των αλλαγών στο πειθαρχικό δίκαιο. Θωρακίζουν την ασυδοσία του κράτους ενόψει των επικίνδυνων πολεμικών εξελίξεων. Δεν είναι η πρώτη φορά που επιχειρούν να φιμώσουν εργαζόμενους/ες και να καταστείλουν τους αγώνες τους — το έχουν δοκιμάσει ξανά με απειλές και ποινές και έχουν αποτύχει. Τοίδιο θα συμβεί και τώρα.
Η ΟΛΜΕ, με σταθερότητα και συνέπεια, υπερασπίζεται το δικαίωμα των εκπαιδευτικών και όλων των δημοσίων υπαλλήλων να αγωνίζονται, να διεκδικούν, να μιλούν ελεύθερα. Το πειθαρχικό δίκαιο δεν μπορεί και δεν πρέπει να μετατραπεί σε μέσο φίμωσης και διοικητικής αυθαιρεσίας.
Αντιστεκόμαστε στην προσπάθεια μετατροπής του Δημοσίου σε στρατώνα πειθαρχημένων υπαλλήλων.
Απέναντι στην επιχείρηση εκφοβισμού και καταστολής, αντιτάσσουμε τη συλλογικότητα, την αντίσταση και την αποφασιστικότητα του οργανωμένου κινήματος. Η κυβέρνηση φοβάται για αυτό φέρνει τέτοια απαράδεκτα νομοθετήματα. Ξέρει καλά πως μεγάλο μέρος των δημοσίων υπαλλήλων δεν έχει συμβιβαστεί και στέκεται στο πλευρό των εργαζομένων και του λαού. Όπως οι χιλιάδες εκπαιδευτικοί που παλεύουν δίκαια ενάντια στην αντιεκπαιδευτική «αξιολόγηση» — έναν αγώνα που εδώ και πέντε χρόνια δεν μπορούν να σταματήσουν.
Δηλώνουμε ξανά με σαφήνεια: όσοι συμμετέχουμε στην Απεργία-Αποχή της ΑΔΕΔΥ από την αντιεκπαιδευτική αξιολόγηση, ασκούμε το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμά μας στην απεργία. Δεν διαπράττουμε πειθαρχικό παράπτωμα ούτε αρνούμαστε υπηρεσιακά καθήκοντα — είμαστε ΑΠΕΡΓΟΙ.
Καλούμε:
Δεν πρόκειται να επιτρέψουμε να περάσει ο κρατικός αυταρχισμός.
