Το θαύμα της Αγίας Μαρίνας στην Πεύκη Καλαμπάκας

Μία απρόσμενη “ανακάλυψη” σε μια βιβλιοθήκη, ένα θαύμα κι ένα τάμα στην Αγία Μαρίνα, ο ναός Της στην Πεύκη Καλαμπάκας και σχετικές διηγήσεις από την περίοδο της Γερμανικής Κατοχής στην περιοχή. 

Το “ψαχούλεμα” στις οικογενειακές βιβλιοθήκες και στα απάτητα για χρόνια σκονισμένα υπόγεια, πάντα μου προκαλούσε μία έντονη ευχαρίστηση και μια έξαψη της περιέργειας για τις ιστορίες που φωλιάζουν χρόνια τώρα εκεί μέσα. 

Θες οι παιδικές μνήμες από τις επισκέψεις σε πέτρινα κάστρα ένδοξων προγόνων και σε Μοναστήρια χτισμένα πολλές εκατονταετίες πριν, από σοφούς μαστόρους και Οσίους; Θες οι επιρροές από τις παιδικές εξορμήσεις στα αρχαία ασκητήρια των Μετεώρων, με τις σπηλιές που ακόμη προδίδουν πως εδώ ζούσαν και πολιτεύονταν άνθρωποι πολλούς αιώνες πριν, ευαρεστώντας τον Θεό; Θες οι ανεξίτηλες εικόνες από τις σκαλισμένες στέρνες και τα σμιλεμένα σκαλοπάτια στους βράχους, με τα ερείπια των κελιών και των εκκλησιών όπου αχνόφεγγαν οι τοιχογραφίες των Αγίων και της Παναγίας, καμωμένες με τέχνη και μεράκι, προσευχή και νηστεία; Θες κάτι από τις ιστορίες για το “χαμένο Δισκοπότηρο” που αναζητούσαν οι ιππότες της Δύσης στο Μεσαίωνα και διαβάζαμε παθιασμένα μαζί με τις ιστορίες του κυρ-Φώτη Κόντογλου και άλλων για εξερευνητές, κουρσάρους, αρχαίους σοφούς, πολεμιστές, κλέφτες και αρματολούς; Ποιος ξέρει; 

Είναι όμως αλήθεια πως πολλές φορές η χαρά μιας “ανακάλυψης” είναι τόσο έντονη και τόσο ανέλπιστη, όπως αυτή που γεύονται οι ψαράδες που ρίχνουν τα δίχτυα τους για σαρδέλες και μαρίδες και ξεθάβουν από το βυθό της θάλασσας κοραλλιασμένους αρχαίους αμφορείς, κούρους και αρχαίες κόρες, νιώθοντας αυτή τη βαθιά άσβεστη φλόγα που σιγοκαίει μέσα μας πως από κάπου/κάποιους προερχόμαστε και προς κάπου πορευόμαστε. 

Αυτές οι στιγμές είναι σαν να επικαιροποιούν ένα “χρέος προς τους νεκρούς και τους αγέννητους” που κουβαλάμε όλοι βαθιά μέσα μας κάπου στα κατάβαθα της καρδιάς και που το θυμόμαστε μόνο όταν σκύβουμε το κεφάλι και ταπεινωνόμαστε στη γνώση του παρελθόντος και στην ιστορία που τόσο αβυσσαλέα και με τόσο απροκάλυπτο μίσος την πολεμούν και θέλουν να τη διαστρέψουν οι σημερινοί καιροί και οι “άρχοντες του αιώνος τούτου”, με τους “διαβασμένους” “απ’ όπου θα έρθει το κακό”, όπως έλεγε κι ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός… 

Αυτό το βαθύ καρδιακό “χρέος” όμως είναι που έφτιαξε Παρθενώνες, την Αγια-Σοφιά, το Άγιον Όρος, το Κούγκι και το Αρκάδι, τον Παύλο Μελά και τον Τέλλο Άγρα, ήρωες πολεμιστές και ηρωίδες μάνες πανανθρώπινα μνημεία Ανθρωπιάς και αυτοθυσίας, αρχαίους τραγωδούς, ποιητές, Φιδίες, βυζαντινούς Παλαμάδες και Μεγάλους σαν τον Βασίλειο, τον Γρηγόριο και τον Άγιο Χρυσόστομο, Μακρυγιάννηδες, Κανάρηδες, Σολωμούς, Κοντοργιώτηδες, ευεργέτες Εθνικούς, τον Καποδίστρια, τον Κατσαντώνη των Αγράφων, τον παπα-Θύμιο Βλαχάβα της Καλαμπάκας, το έπος στο ύψωμα 731 και αλλού, τον Ευαγόρα Παλληκαρίδη, τον Γρηγόρη Αυξεντίου και τον Μάρκο Δράκο του ΕΟΚΑ, τον Νικόλα Κατούντα της Κύπρου του ’74 … αλλά και Αγίους παλιούς και νέους που δόθηκαν ολοκληρωτικά στην Αγάπη του Χριστού και στον πλησίον ή που τελείωσαν μαρτυρικά αυτή την ολιγόχρονη ζωή ευλογώντας τους βασανιστές τους και δοξολογώντας τον Θεό που τους αξίωσε να μαρτυρήσουν για την Αγάπη Του. 

Κάπως έτσι και κάπου εκεί τρέχει το μυαλό όταν χανόμαστε στην εξερεύνηση των οικογενειακών στιγμών του παρελθόντος, μέσα από σκονισμένα άλμπουμ φωτογραφιών, ιδιόχειρες αφιερώσεις και σημειώσεις σε παμπάλαιες εκδόσεις κλπ.

Όλη αυτή η αναζήτηση και το “σκάλισμα” είναι κάποιες φορές που σε ξαφνιάζει ανέλπιστα και σε κάνει να νιώθεις πως όντως… “ἐν ὁἶδά ὅτί ὁὐδὲν ὁἶδά” που έλεγε και ο σοφός Σωκράτης. Πιο συγκεκριμένα, αυτή η διαπίστωση αφορά σε ένα πολύ προσφιλές πρόσωπο, τον παππού μου π. Κωνσταντίνο Χρ. Παπαϊωάννου (+ 2017). Η ευχάριστη έκπληξη στην οποία αναφέρομαι είναι η ανακάλυψη ενός χειρόγραφου ημερολογίου στο οποίο ο παππούς μου θέλησε να αποτυπώσει εμπειρίες από ένα ταξίδι του στους Αγίους Τόπους, στην Αίγυπτο με τις πυραμίδες, τον ποταμό Νείλο και τη διώρυγα του Σουέζ, αλλά και τις βασανιστικές πικρές στιγμές που πέρασε αυτός και οι συγχωριανοί του την περίοδο της Κατοχής στο χωριό, αλλά και στο στρατόπεδο του Παύλου Μελά στη Θεσσαλονίκη, φυλακισμένοι από τους Γερμανούς. 

Είναι σχεδόν σίγουρο πως, παρόλη την άσχημη εμπειρία των κακουχιών, αυτό που τον “έσπρωξε” να το αποτυπώσει σε χαρτί ήταν η θαυματουργική παρέμβαση της Αγίας Μαρίνας και του Αγίου Νικολάου, η οποία διέσωσε την τελευταία στιγμή από τον θάνατο όλους τους συγχωριανούς του, την ημέρα της εορτής της, τον Ιούλιο του 1944. Αυτό το τόσο ζωντανό θαύμα που έζησε όλο το χωριό το μαρτυρεί και ο νέος ιερός ναός που έφτιαξαν όλοι μαζί πριν λίγα χρόνια, αφιερωμένο στη χάρη της Αγίας Μαρίνας, αλλά και η εκ βάθρων ανακαίνιση του κεντρικού ναού του Αγίου Νικολάου που πραγματοποιήθηκε ως χρέος για τη διάσωση όλων των χωριανών (πλην ενός) την περίοδο της Κατοχής.

Γράφει ο ίδιος στο ημερολόγιο του για την περίοδο εκείνη και το συγκεκριμένο γεγονός:

 

Βίος και πολιτεία στην Κατοχή το 1943-1944

 

Το 1943 . 18 . 10 ήρθαν οι Γερμανοί, και περνούσαν από Καλαμπάκα για Ιωάννινα και καθ’ οδόν αντιστάθηκαν οι τότε αντάρτες με λίγα ψευτοντούφεκα εναντίον τους, τότε οι Γερμανοί σταμάτησαν κάτω στο δένδρο στην Σουρβάλα έτσι ονομάζεται η τοποθεσία, εκεί υπάρχει ένα εικονοστάσιον.

Εδώ ξεκινάει η επιδρομή προς το χωριό, για καταστροφή. Οι οικογένειες είχαν απομακρυνθεί από τα σπίτια τους και παρακολουθούσαν την καταστροφή δηλ. το κάψιμο των σπιτιών. Εγώ δεν ήμουν εκεί, γιατί δύο ημέρες πριν μας κάψουν με είχαν πάρει οι αντάρτες με το γαϊδουράκι και φορτώσαμε μερικά πυρομαχικά από την Παναγία για Αμπελοχώρι, Καστανιά και Βλαχοκρανιά Ασπροποτάμου, όπου τα ξεφορτώσαμε και πίσω στροφή για να ξαναφορτώσουμε δήθεν, αλλά στην επιστροφή βρήκαμε τους Γερμανούς στον Αμάραντο στον αυχένα πέτρα μπροστά, και στρίβουμε προς την κορυφογραμμή Βασιλικό δάσος, (στο Χιόλι). 

Εδώ το χωριό ήταν καμίνι έκαιγον στα σπίτια, ευτυχώς δεν έτυχε κανένα θύμα. Στην πορεία φθάσαμε στα Πριόνια του Στακογιάννη στην Παλαιά Καλομοίρα. Εκεί μείναμε 2 ημερόνυχτα, και βλέπαμε απέναντι πως καίγονταν τα σπίτια μας. Τέλος μετά την αγωνία και πείνα μεγάλη τρομάξαμε να περάσομε απέναντι και νύκτα να προσπεράσομε τον Δημόσιο δρόμο, να ξημερώσουμε στο βουνό.

Ο καιρός να βρέχει και πού να βρούμε τις οικογένειες; Ψάχναμε στο βουνό να τους βρούμε. 

Είμασταν εγώ, ο Γεώργιος Μυλωνάς, ο Ευάγγελος Αντώνιου, ο Ευθύμιος του Τζώκα και άλλοι. Τέλος εγώ βρήκα τον πατέρα με την μάνα μου, αδελφές και παππούδες Κωνσταντίνος Λούδις με την γιαγιά κλπ. Είχαν μαζευτεί σε ένα πεύκο μεγάλο στην Πάντα Λούπου τοποθεσία πίσω στο Κακοπλευρίτικο μέρος. 

Εκεί μείναμε σχεδόν ένα μήνα, όλο τον Νοέμβριο μήνα. Μετά αποφασίσαμε και κατεβήκαμε στο Κακοπλεύρι, άλλοι στις Σταγιάδες, άλλοι στην Αγναντιά, άλλοι στον Ξηρόκαμπο. Τότε δεν είχε κατοικηθεί αυτό το μέρος. Ζούσαν όλοι στο Κακοπλεύρι.

Εμείς, η οικογένεια (η) δικιά μας, μείναμε σε ένα μαγειρείο του τότε Γεώργιο Αθανασούλα, σε ένα μαγειρείο έως την άνοιξη, τον Απρίλη. Μετά, σιγά σιγά κατόπιν αδείας της Γερμανικής και Ιταλικής εξουσίας, μας επέτρεψαν και ήρθαμε σιγά σιγά όλοι στο χωριό όπου ήταν κατεστραμμένο. Κάτι σπίτια είχαν μείνει. Μετά φθιάσαμε καλύβες με καμμένα τσίγκια, με σανίδια και ό,τι μπορούσε ο καθένας. Πείνα, γύμνια και μέγα έλεος. Τέλος μας πήρε το καλοκαίρι το 1944. Δεν σταμάτησε το κακό από τους αντάρτες.

Οι Γερμανοί (είχαν) στήσει ένα φυλάκιο οχυρωμένο στην Τκοποτσίνα και έρχονταν τακτικά στο χωριό για αυγά, τσίπορο, κρασί και ό,τι άλλο ήθελαν. Δεν μας πείραξαν, αλλά παρακολουθούσαν για την οργάνωση του Ε.Α.Μ.

Οι αντάρτες περνούσαν από Πεύκη για Ματονέρι σε εκείνα τα χωριά και ζητούσαν και αυτοί ψωμί, και ό,τι τους χρειάζονταν, αφού ήταν ξυπόλυτοι και νηστικοί, θα έφερναν αποτέλεσμα με τα ψευτοντούφεκα (;) ήταν να μας αναγκάσουν να πάμε και εμείς μαζί τους για τον αγώνα.

Κατά τον μήνα Ιούλιο 1944, κτύπησαν στο Δημόσιο δρόμο που κυκλοφορούσαν οι Γερμανοί από φυλάκιο σε φυλάκιο ή και Μέτσοβο προς Τρίκαλα. Στρατός κατοχής ήταν. Δεν έτρεχαν για εμάς, αλλά για δική τους δουλειά. Ένα βράδυ λοιπόν κτύπησαν ένα τζιπ Γερμανικό και σκότωσαν ένα αξιωματικό,

Μετά από αυτό το επεισόδιο διέταξαν τα ΕΣΕΣ, και μια επιχείρηση από τα Χάσια προς εμάς, και στις 16 Ιουλίου 1944 μαζεύουν από το βουνό όλα τα κοπάδια μαζί με τους τσοπαναρέους, διότι ήταν όλα τα κοπάδια στα βουνά. Μπροστά τα γιδοπρόβατα. Μέσα στο χωριό ήταν το απόγευμα. Ό,τι έβρισκαν μπροστά τους τα μάζευαν. Εκείνο το βράδυ πήραν κι εμένα μαζί με άλλους, 15 άτομα, και μας πήγαν στο νερόμυλο το βακούφικο, αλλά φαίνεται ότι δεν είμασταν πολλοί και μας άφησαν και γυρίσαμε στα σπίτια. Ίσως να ήταν προπαγάντα. Οι υπόλοιποι χωριανοί να καταλάβομεν τίποτα.

Το βράδυ κοιμηθήκαμε ήσυχοι χωρίς καμιά ιδέα. Το πρωί 17 Ιουλίου ξημέρωνε της Αγίας Μαρίνας, βέβαια ήταν γιορτή. Τότε είχαμε φθιάσει στο χαγιάτι της εκκλησίας ένα παραβάνι και λειτουργούσαμε εκεί, διότι η εκκλησία ήταν καμμένη από το φθινόπωρο. Παπάς ήταν από την Τρυγώνα, ο π. Ιωάννης Γιαννακόπουλος, από το Κακοπλεύρι. Είχε ενορία Τρυγώνα και Πεύκη. Ψάλτης ο πατέρας Χρήστος Παπαϊωάννου (Παρώνης). Εγώ ήμουν παιδί ανύπανδρος, και ακολουθούσα την ψαλτική. Αφού τελείωσε η Θεία Λειτουργία, βγαίνουμε στην πλατεία. Εκεί ο Γερμανός διώχνει τον Ιερέα για την Τρυγώνα, και εγώ ο πατέρας μου μας κρατάνε εκεί χωρίς να φύγομε. 

Συνάμα, το πρωί είχαν περικυκλώσει όλο το χωριό από τη νύχτα, χωρίς να φύγει κανένας για τα χωράφια, και κάνουν άλλοι μάζευαν τον κόσμο, άλλοι σκότωναν τα ζώα εν ψυχρώ ό,τι έβρισκαν μπροστά τους, και άλλοι μάζευαν τα γυναικόπαιδα, άλλοι έκαιγαν τα σπίτια, καλύβια. Γίνονταν χαμός Κυρίου, μια κόλαση ζωντανή. Γύριζαν μέσα στα κήπια, στα καλαμπόκια, διότι ήταν της εποχής.

Τα γυναικόπαιδα τα οδήγησαν μέσα στην εκκλησία την καμμένη από την πρώτη φορά το 1943. Σώζονταν οι τοίχοι γύρω γύρω και εκεί έκλεισαν τα γυναικόπαιδα και στην πόρτα μπροστά ήταν σκοπός ένας Γερμανός και δεν τολμούσε κανένας να βγει έξω. Μέσα δε τα γυναικόπαιδα φώναζαν. Φωνές οδύνη, ζέστα, νερό καθόλου. Τα μικρά παιδιά να οδύρονται για φαΐ και νερό. Η ζέστη ήτο μέχρι 40 βαθμούς. 

Αλλά ο Άγιος Νικόλαος ο προστάτης μας και η Αγία Μαρίνα που γιόρταζε εκείνη την ημέραν έδειξαν το θαύμα τους δηλ. ο Γερμανός ο σκοπός που φύλαγε να μην φύγει κανείς είχε στα χέρια του ένα μπουκάλι καυστική ύλη δηλ. Βενζίνη ή άλλο τίποτα. Και εκείνη στη στιγμή έρχεται ένας άλλος στρατιώτης με ταχύτητα, και αρπάζει το μπουκάλι απ’ τα χέρια του σκοπού και φεύγει. Ο δε σκοπός έμεινε ακίνητος και απογοητευμένος. Εκείνη τη στιγμή όρμησαν τα γυναικόπαιδα έξω και να τρέχουν στα σπίτια τους για νερό και ψωμί.

Αλλά τί να ιδούν; Τα σπίτια στάχτη όλα. Τα ζώα στους δρόμους, γουρούνια, βόδια, άλογα, κότες κλπ όλα νεκρά, σκοτωμένα και πρησμένα από τη ζέστη. Δεν είχε μείνει ούτε βελόνα. Έψαχναν στα δένδρα για κορόμηλα ή τι άλλο φρούτο είχε ωριμάσει. Πήγαν στα χωριά για διακονιά, για μια βελόνα ή και κανένα κουταλοπίρουνο, αλάτι και ό,τι έβρισκαν.

Τώρα εμείς οι άνδρες, περίπου 85-90 άτομα και εγώ με τον πατέρα μου, μας συγκέντρωσαν στην πλατεία. Σκοποί γύρω, τα ΕΣΕΣ με μυδράλια να φυλάνε λες και ήμασταν εγκληματίες. Να μας βάζουν στην γραμμή κατά 5 πεντάδας και δεξιά και αριστερά φύλακες με τα όπλα. Μας οδηγούν στο φυλάκιο στην Κοποτσίνα, στο δημόσιο δρόμο. Περπατώντας περνάμε στον Κορυδαλλό με κατεύθυνση στην Κουτσούφλιανη Νέα, σημερινή “Παναγία”. Εκεί μας συγκέντρωσαν στα σύρματα σαν στρατόπεδο και γύρω γύρω σκοποί, μην φύγει κανείς.

Μετά από δύο ημέρες μας βάζουν σε μια φάλαγγα αυτοκινήτων, που έρχονταν από τα Γιάννενα, και επήγαν στα Τρίκαλα στο σιδηροδρομικό Σταθμό. Εκεί μας σπρώχνουν μέσα σε βαγόνια από τα άλογα ((ίπποι 8 άνδρες 24)). Ενώ εμείς ήμασταν 50 άτομα. Εκεί ήταν μαρτύριο. Ήταν ζέστη αφόρητη, νερό καθόλου. Ένας ή δύο κάναμε τον αεριστήρα, γιατί αλλιώς θα σκάζαμε. Ήμασταν γυμνοί από τη μέση κι απάνω. Εκεί μέσα κάναμε και τα κακά μας μέσα στα παπούτσια και τα πετούσαμε απ’ τα παράθυρα έξω.

Κάναμε, από Τρίκαλα μέχρι Θεσσαλονίκη 2 ημερόνυχτα, διότι στο Σταθμό Λαρίσης άφηναν βαγόνια άδεια και παίρναν γεμάτα από πυρομαχικά, και δώστου μανούβρες. Τέλος φθάσαμε στην Θεσσαλονίκη, Σταθμό Κωνσταντινουπόλεως. Το πρωί άρχισαν να μας κατεβάσουν, αλλά ένας δικός μας, ο Αντώνιου Κωνσταντίνος του Ιωάννου είχε χάσει τις αισθήσεις του, και παρά λίγο να πεθάνει, αλλά μόλις τον κατεβάσαμε στο σταθμό κάτω, αμέσως ο Γερμανός του κάνει κινήσεις τα χέρια και πόδια, για να αναπνεύσει και σιγά σιγά άρχισε να επανέρχεται στον εαυτό του.

Αμέσως ξεκινάμε φάλαγγα κατ’ άνδρα με σκοπούς δεξιά και αριστερά, μέσα στην πόλη στην πλατεία ((Βαρδάρης)) και ο κόσμος δεξιά και αριστερά να μας κοιτάνε, και να στενοχορεύονται, σε τι κατάσταση βρισκόμασταν. Επιφυλακτικά, να μας ρίχνουν και από κανένα ψωμί, λες και ήμασταν εγκληματίες. Μέσα σε μια ώρα πορεία φθάσαμε στο στρατόπεδο Παύλο Μελά.

Εκεί ήταν το τέρμα, περνάμε στην πύλη. Εκεί να ιδείς χιλιάδες αιχμάλωτοι, από όλη την Ελλάδα. Τώρα αρχίζει η καταμέτρηση και κάτω τα ρούχα μας. Μία μηχανή κούρεμα τα κεφάλια και μία τα γεννητικά όργανα, τα δε ρούχα μας μέσα στον κλίβανο για πλύσιμο. Εκεί δεν γνωριζόμασταν ο ένας τον άλλο, όπως παθαίνουν οι νεοσύλλεκτοι όταν κατατάσσονται στρατιώτες.

Τώρα για φαΐ φωνάζουν σε ένα καζάνι για 500 άτομα και (για) να το πάρουμε ούτε κουτάλι, ούτε καραβάνα. Πάμε στα σκουπίδια όπου πετούσαν κονσερβοκούτια, εκεί παίρναμε τενεκέδες και τα φτιάχναμε σαν καραβάνες και κουτάλια. Πηγαίναμε στο καζάνι και παίρναμε το φαΐ και άντε να φας χωρίς ψωμί. Τέλος καθίσαμε περίπου εβδομάδα.

Κατά τύχη έρχεται ένας αξιωματικός Ρουμάνος και άκουσε που μιλούσαμε βλάχικα. Κατάλαβε ότι ήμασταν Ρουμανόφιλοι και ρωτάει από που είμαστε και εάν κανένας έχει κάνει στην Ρουμανία. Πράγματι ήταν μερικοί που είχαν κάνει στην Ρουμανία και λέει άι φουκούτα τσάρα ρουμανιάσκα; (έχεις κάνει στη Ρουμανία;) και λέει ένας Νίκου Δημήτριος. Του λέει ο Ρουμάνος βρε ντόμουλε ντισπουλιάτε, νου ντικάι μοντέλου, ντι τι σοτσούς ντι την Τία κουτσά Γερμόνλο σε φουτζιάι μουντέμου: Τέλος μας λέγει ποιος από εσάς θέλει να γραφτεί στρατιώτης με τους Γερμανούς και να χτυπήσουμε τους Κομμουνιστάς; Θέλω 20 με 25 παιδιά ηλικίας 20-25 ετών. Θα τους ντύσουμε ρούχα, όπλα Γερμανικά, θα τους εκπαιδεύσουμε και θα κυνηγήσουμε τους αντάρτες.

Αυτός ήταν κατάσκοπος μέσα στους Γερμανούς. Γιατί σου λέει αυτοί άμα βγουν σε επιχειρήσεις εναντίον των ανταρτών, με την πρώτη μάχη θα φύγουν στους αντάρτες. Και αυτό έγινε. Τέλος υπάρχει αυτά που γράφτηκαν για στρατιώτες είχαν το δικαίωμα να ελευθερώσουν σχεδόν τους περισσότερους, οι οποίοι την επόμενη ημέραν έφυγαν για τα σπίτια μας. Εγώ με άλλους 5 μείναμε στο στρατόπεδο ανηλίκων, οπότε και εμείς φύγαμε μετά από ένα, και παραμείναμε στους αντάρτες μέχρις ότου φύγαν οι Γερμανοί στις 18/10/44. Τέλος έφθασα στο σπίτι μου στις 14/11/1944 ως αγνοούμενος, διότι δεν υπήρχαν τα μέσα επικοινωνίας.

Αλλά μετά από ένα χρόνο και 2 χρόνια περίπου ήρθαν, επέστρεψαν με το καλό όλοι, πλην από έναν τον Κλεισιάρη Αναστάσιος, όπου πέθανε στην Γερμανία από την κακουχίαν. Ήταν δύο αδέρφια και ο ένας επέστρεψε πάλιν.

Για αυτό το γεγονός ο Άγιος Νικόλαος ο προστάτης μας και η Αγία Μαρίνα που έτυχε αυτήν την ημέραν, έδειξαν το μεγάλο θαύμα να επιστρέψουν όλοι πλην ένας, όπως ανέφερα παραπάνω. Και εκτός αυτού πλέον, που γλύτωσαν τα γυναικόπαιδα από την καύση μέσα στο ναό, τον κατεστραμμένο. Για αυτό το θαύμα που το ζήσαμε όλοι οι χωριανοί και το είδαμε με τα μάτια μας, αποφασίσαμε όλοι από κοινού να κτίσουμε ένα εξωκκλήσι, επί ονόματι, της Αγίας Μαρίνας και να εορτάσωμε πανηγυρικώς αυτήν την ημέρα, προς τιμήν και δόξα της Αγίας Μαρίνας.

Έτσι μετά από χρόνια, διότι δεν είχαμε την οικονομική δυνατότητα, αποφασίσαμε με την πτώχια μας, με επιτρόπους τον Τζιώκαν Δημήτριον, Τσακαγιάννην Απόστολον με εφημέριον Ιερέαν Παπαϊωάννου Κωνσταντίνος, να ξεκινήσωμε την ανέγερσιν του Ναού, με κτήτορα τον Γεώργιον Ούτον από την Κερασιά. Και με δαπάνη των ενοριτών της Πεύκης. Και μέσα σε 11 μήνες, μπήκαμε μέσα, κάναμε τον Αγιασμό της εισόδου εις τον Ναός για να λειτουργήσουμε. Το έτος 1993 κάναμε τα εγκαίνια με τον Επίσκοπον Σταγών και Μετεώρων κ.κ. Σεραφείμ.

Αλλά είχαμε και το όνειρο να επισκευάσωμεν τον Μητροπολιτικόν Ναόν του Αγίου Νικολάου, διότι το 1950 το χτίσαμε στα θεμέλια τα παλιά, ήταν λίγο μέσα στη γη, οπότε χρειαζόταν κάποια βελτίωση, καθώς και έγινε με μεγάλη οικονομική από τους ενορίτας, και με εράνους από όλη την περιφέρεια, με μεγάλη δυσκολία, αλλά ο Θαυματουργός Άγιος Νικόλας βοήθησε πάρα πολύ. Οπότε, σε 11 μπήκαμε μέσα και κάναμε τα εγκαίνια, πράγμα που και ο Δεσπότης μας έκανε απορία πώς σε 11 μήνες να κάνουμε τα εγκαίνια. Αλλά είχα και συνεργείο πολύ καλό, ο Ζήκος Κωνσταντίνος με τα δύο παιδιά και το συνεργείο του από την Κερασιά. Βέβαια βοήθησαν πολύ φορείς. Νομάρχης, δήμαρχοι και Βουλευτές.

Δόξα τῷ Θεῷ !

 

Κωνσταντίνος Χρ. Παπαϊωάννου

 

Και ένα μικρό video ανήμερα της εορτής της Αγίας Μαρίνας το 2015, έξω από το εκκλησάκι της στο χωριό. Στη φλογέρα ο μακαριστός π. Κωνσταντίνος Θάνος, πολύτεκνος ιερέας με καταγωγή από τον Κορυδαλλό Καλαμπάκας και ο οποίος εφημέρευε για χρόνια στο διπλανό χωριό Παναγία:

 

roz-panthiras-adv1
χαλβάς Γούναρης

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *