Στον απόηχο των Πανηγυριών και των Ανταμωμάτων

Άλλο ένα καλοκαίρι έφτασε στο τέλος του. Από άκρη σ’ άκρη του νομού μας, υπήρξε η δυνατότητα να γλεντήσεις, να χορέψεις και να ακούσεις κάθε είδους μουσική — κυρίως, όμως, παραδοσιακή.
Πηγαίνοντας στα πανηγύρια αυτά, γεννήθηκε μέσα μου μια διαπίστωση, αλλά και ένα ερώτημα.
Η διαπίστωση είναι πως η νεολαία μας —το μέλλον μας— συμμετείχε ακούραστα, χόρευε παραδοσιακά τραγούδια και ανέτρεπε την αντίληψη ότι προτιμά τα λεγόμενα «λαϊκοδημοτικά».
Το ερώτημα, ωστόσο, είναι τι τελικά υποστηρίζει κάθε πολιτιστικός σύλλογος που δηλώνει ότι προβάλλει και στηρίζει τον πολιτισμό και την παράδοση.
Παρατήρησα, σε όλες τις περιοχές του νομού, ποιες ορχήστρες προτιμούν οι σύλλογοι. Είναι πραγματικό ευτύχημα, μέσα σε αυτή τη λαίλαπα αλλοίωσης των παραδοσιακών πανηγυριών και τραγουδιών, ότι η πλειοψηφία των ορεινών συλλόγων —από τα χωριά της Μεσοχώρας, του Ασπροποτάμου και των Χασίων— επιλέγουν ντόπιους, παραδοσιακούς καλλιτέχνες, οι οποίοι δεν έχουν τίποτα να ζηλέψουν από τις λεγόμενες «φίρμες».
Είδα μικρά χωριά να γίνονται μεγάλα, να γεμίζουν οι πλατείες και οι πίστες, και ο κόσμος να ανταμώνει υπό τους ήχους του βιολιού και του κλαρίνου.
Λυπηρό, όμως, είναι αυτό που παρατηρείται στους πεδινούς συλλόγους. Εκεί όπου γίνεται λόγος για «καραγκούνικη παράδοση» και «καραγκούνικη φυλή», τα πανηγύρια συχνά έχουν καταντήσει πίστες των Αθηνών: με έντονο φωτισμό, λαϊκοδημοτικό πρόγραμμα και αξιόλογους μεν, αλλά όχι παραδοσιακούς καλλιτέχνες — όλα στο βωμό του κέρδους.
Θα ήθελα, λοιπόν, να θέσω ένα ερώτημα προς αυτούς τους συλλόγους: υπηρετούν πράγματι την παράδοση;
Κατανοώ την ανάγκη για οικονομικό όφελος. Όμως το πανηγύρι —ή το αντάμωμα— είναι η μοναδική, ή έστω η σημαντικότερη, εκδήλωση που παράγει πολιτισμό και αναγεννά την παράδοση.
Στο σημείο αυτό αξίζει να αναφέρουμε ότι γίνονται πολλές και αξιόλογες εκδηλώσεις στα χωριά, με συμμετοχή κυρίως των ντόπιων κατοίκων. Στο αντάμωμα, όμως, συμμετέχουν και τα γύρω χωριά — και όχι μόνο. Άρα ο πολιτισμός και η παράδοσή τους μπορούν να διατηρηθούν, αλλά και να γίνουν γνωστά, μόνο μέσα από τη μουσική παράδοση και τον αυθεντικό τρόπο εκτέλεσης των χορών.
Στη Μεσοχώρα, για παράδειγμα, ακούς μια μουσική εντελώς διαφορετική από εκείνη των χωριών του Ασπροποτάμου. Στη μία πλευρά κυριαρχεί το τσάμικο και οι σκοποί του Ξηρομέρου, ενώ στην άλλη υπερισχύει το βλάχικο στοιχείο, με τη δική του μουσική, τα τραγούδια και τους χορούς — πανηγύρια που ξεκινούν μετά την απόλυση της Εκκλησίας και κρατούν δύο ή και τρεις ημέρες.


Στα χωριά των Χασίων συναντάμε μια άλλη μουσική παράδοση, ένα κράμα γρεβενιώτικης και τρικαλινής μουσικής. Εκεί τα «μπεράτια» —τα λεγόμενα «ξεκοπάρικα»— έχουν τον κυρίαρχο ρόλο του γλεντιού, ενώ το βιολί υπερισχύει του κλαρίνου.
Κι ερχόμαστε στα πεδινά χωριά, όπου, δυστυχώς, αντί να ακούσουμε τα παραδοσιακά τραγούδια της περιοχής και να δούμε τις τοπικές παραδόσεις, συναντάμε μια μουσική χωρίς ταυτότητα. Μπεράτια, συρτά, στα τρία, τσάμικα — όλα στον ίδιο ρυθμό, χωρίς χρώμα, θυμίζοντας περισσότερο «συρτοτσιφτετέλια».
Υπάρχουν, ωστόσο, αξιόλογοι μουσικοί στην περιοχή μας —νέοι και παλαιότεροι— που επιμένουν στην παράδοση και υπηρετούν το αυθεντικό μουσικό χρώμα του νομού, ώστε να μείνει αναλλοίωτο στους αιώνες.
Παρατηρείται επίσης μια ακόμη αλλοίωση: η αλλαγή της ημέρας ή του περιεχομένου των πανηγυριών. Η γιορτή της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος έγινε «γιορτή πέστροφας», του Αγίου Μάμαντος «γιορτή προβατίνας», των Αγίων Αποστόλων «γιορτή κρεμμυδιού» και άλλα πολλά.
Οι Έλληνες πάντοτε συνέδεαν το πανηγύρι του χωριού με τη γιορτή του προστάτη Αγίου. Πώς είναι δυνατόν, στη σημερινή εποχή, να θέλουμε να αφαιρέσουμε τους Αγίους από το φόντο των πανηγυριών και, στο όνομά τους, να γιορτάζουμε οτιδήποτε άλλο — απλώς για να γίνει το πανηγύρι πιο «πιασάρικο»;
Άλλη μια αλλοίωση που οδηγεί, δυστυχώς, στην καταστροφή της παράδοσης του κάθε τόπου. Σε λίγα χρόνια, φοβάμαι, θα γνωρίζουμε πλέον τα χωριά μας όχι από τους Αγίους τους, αλλά από τη ρίγανη, το κρεμμύδι, την προβατίνα ή την πέστροφα.
Θα κλείσω λέγοντας πως όλοι οι σύλλογοι οφείλουν να κρατούν ζωντανά τα ήθη, τα έθιμα και την παράδοση. Να κάνουν το παν για να επαναφέρουν τα πανηγύρια στην παλιά τους αίγλη.
Και ας μην νομίζουν πως με τις «φίρμες» ή τα ζώα και τα φυτά θα έχουν περισσότερο κέρδος και κόσμο — το μόνο που κερδίζουν είναι περισσότερο άγχος και δουλειά.
Αυτό που χρειάζεται, είναι να αναδειχθεί η δυναμική ενός αυθεντικού, παραδοσιακού πανηγυριού. Μεγάλο παράδειγμα αποτελούν —εκτός από τα ορεινά του νομού μας— και τα νησιά της χώρας, όπου με ένα ντόπιο βιολί και ένα λαούτο, στα προαύλια των Εκκλησιών, γίνεται… το αδιαχώρητο.
ΠΠΖ

roz-panthiras-adv1
χαλβάς Γούναρης

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *