Ιωάννης Καποδίστριας
Το οικουμενικό πρότυπο Κυβερνήτη και η περί
Παιδείας παρακαταθήκη του.
Πολεμήθηκε και λοιδορήθηκε όπως ελάχιστοι. Μαρτύρησε εκουσίως και στο τέλος
θυσιάστηκε για την αγάπη του για το Θεό, την πατρίδα του και τον ελεύθερο
άνθρωπο. Ακόμη και σήμερα το έργο του εντυπωσιάζει και εμπνέει κάθε
καλοπροαίρετο άνθρωπο. Ας γνωρίσουμε κάποια δεδομένα της ζωής του που τόσο
μίσησαν και πολέμησαν από τότε, μέχρι και σήμερα ορισμένοι που είτε δεν τον
γνώρισαν, είτε δεν τον κατάλαβαν, είτε απλά τους ελέγχει το μεγαλείο του
οράματός του, της ζωής και του θανάτου του.

Πόσο θα πίστευες αν σου έλεγε κάποιος ότι τον 19ο αιώνα υπήρξε ένας ο οποίος
γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Ελλάδα (Έλληνας) και:
– Η Ελβετία κόσμησε την Ζυρίχη με άγαλμα του!
– Πήρε τρία διδακτορικά διπλώματα στην Ιταλία!
– Έφτιαξε το Σύνταγμα της τότε Επτανησιακής Πολιτείας και έγινε κυβερνήτης της σε
ηλικία 26 χρονών!
– Έφτιαξε το επιτυχημένο Ελβετικό Σύνταγμα, που ισχύει μέχρι και σήμερα.
– Έσωσε από διαμελισμό και από πτώχευση την ηττημένη το 1815 Γαλλία.
– Έγινε Υπουργός Εξωτερικών (το 1816) της μεγαλύτερης τότε Ευρωπαϊκής δύναμης,
της Ρωσίας.
– Έσωσε την Ελληνική επανάσταση.

2
Το όνομα του είναι: Ιωάννης Καποδίστριας.
• Γενετικές Ρίζες: από Κέρκυρα ο πατέρας και από την Κύπρο η μητέρα
• Σπουδές: Ιατρική, Νομική και Φιλοσοφία, στην Ιταλία
• Στην Ιονική Επτανησιακή Πολιτεία ήταν ο δημιουργός του Συντάγματός της και
Κυβερνήτης της σε ηλικία 26 χρονών.
• Είναι ο δημιουργός του Ελβετικού πολιτειακού συστήματος: Στην Ελβετία, όταν
ήταν υπάλληλος στην Ρωσική πρεσβεία, ανέλαβε και έφτιαξε ένα νέο πολιτειακό
ομοσπονδιακό σύστημα που ένωσε με επιτυχία τα διάφορα καντόνια. Έφτιαξε το
Ελβετικό Σύνταγμα πάνω στις αρχές της άμεσης Αρχαιο – Ελληνικής Δημοκρατίας
(εδώ βλέπε τη χρησιμοποίηση δημοψηφισμάτων για αποδοχή των Νόμων) και
θεωρείται ακόμη ο «πρώτος επίτιμος πολίτης της Ελβετίας».
• Με δικά του λεφτά σπούδαζε 300 Ελληνόπουλα μόνο στην Ευρώπη. (Ας
σημειωθεί πως ο ένας από τους δυο δολοφόνους του είχε σπουδάσει με δικά του
χρήματα στο εξωτερικό).
• Μετά το Βατερλό το 1815, επηρέασε τον Τσάρο για να μην διαμελισθεί η Γαλλία
(σαν ηττημένη χώρα) και οι πολεμικές αποζημιώσεις μειώθηκαν κατά 99%, με το
επιχείρημα ότι «ο λαός της δεν ευθυνόταν».
•Το 1816 ο Ρώσσος Τσάρος του ζήτησε, λόγω των ικανοτήτων του και της
προσωπικότητάς του, να γίνει Υπουργός Εξωτερικών της Ρωσίας και ήταν ο «εξ
απορρήτων του». Μάλιστα, ο ίδιος ο Τσάρος είχε ζητήσει, σε περίπτωση πρόωρου
θανάτου του, να αναλάβει στη θέση του ο Καποδίστριας και μόνο, μέχρι να
διευθετηθούν τα θέματα της διαδοχής του!
Ο Καποδίστριας δέχτηκε, αλλά επειδή ήθελε να μείνει Έλληνας με διακαή Ελληνική
πιστότητα, είπε στον Τσάρο:
3
– «Μεγαλειότατε δέχομαι, με τον όρο να μην γίνω υπήκοος αλλά να είμαι
υπάλληλός σας».
Το 1821 παραιτήθηκε από την Ρωσική κυβέρνηση και πήγε στην Γενεύη.
Ο Καποδίστριας εκλήθη από την Γ΄ Εθνοσυνέλευση των Ελλήνων να δημιουργήσει
κράτος από το μηδέν. Ήρθε τον Ιανουάριο του 1828 και βρήκε χάος, ένα κράτος
ανύπαρκτο, τα σύνορα του οποίου ήταν απροσδιόριστα.
Ο Καποδίστριας έδωσε τα πάντα για την Πατρίδα.
Η επανάσταση δεν θα πετύχαινε χωρίς την συμβολή του.
Έδωσε πολιτική μάχη με Ευρωπαίους δικτάτορες φιλικά προσκείμενους στην
Οθωμανική Αυτοκρατορία (π.χ. Μέττερνιχ) και ξεσήκωσε το φιλελληνικό κίνημα
στην Ευρώπη.
Έστελνε χρήματα, οπλισμό και τόνους παξιμάδι στην Ελλάδα, καταναλώνοντας την
προσωπική του περιουσία.
Το 1827, στην συνεδρίαση της Τριζίνας, ο Κολοκοτρώνης προτείνει τον Καποδίστρια
σαν τον «Ηγέτη του Έθνους».
• Οργάνωσε το Πολεμικό ναυτικό και γενικά την ναυτιλία.
• Ήθελε να κάνει τους Έλληνες ανεξάρτητους και νοικοκύρηδες, γι’ αυτό και έδωσε
γη και δάνεια.
• Ακολούθησε τον δρόμο της θυσίας για την πατρίδα, γι’ αυτό και δεν δέχτηκε
αμοιβή σαν Κυβερνήτης: «Ὅταν βεβαιωθῶ ὅτι οὐδὲν Ἑλληνόπουλο πεινᾶ, τότε
ἴσως θὰ δεχτῶ ἕναν ὀβολό».
4
• Έβαλε υποθήκη τα κτήματά του στην Κέρκυρα, σε Έλληνα εφοπλιστή,
προκειμένου να φέρει δυο καραβιές τροφή για τον πεινασμένο λαό.
• Το 1831 δολοφονήθηκε από «ελληνικά» χέρια στα σκαλοπάτια του Αγίου
Σπυρίδωνα στο Ναύπλιο.
Ο Κολοκοτρώνης τον ονόμασε επίσης «Πατέρα του Έθνους», ενώ ο Κανάρης σε
γράμμα του, μετά τη δολοφονία του, μίλησε για «Πατροκτονία».
• Ο Καποδίστριας ήταν μια οικουμενική προσωπικότητα. Ακόμη τον τιμούν στην
Ρωσία, στην Γαλλία, στην Ελβετία, στην Σλοβενία. Στην Ελλάδα μάλλον τον
αγνοούμε…
Έλεγε: «Ὡς Ἕλλην ὀφείλω μόνον ἐκείνην τὴν ἐλευθερίαν νὰ ἐπιθυμῶ, ἢν οἱ
Ἕλληνες ἤθελον ἀποκτήσει διὰ τῶν ἰδίων τῶν δυνάμεων καὶ διὰ τῆς
προηγουμένης προόδου των εἷς τὸν ἀληθῆ πολιτισμόν …»
Η περί Παιδείας παρακαταθήκη του Ιωάννη Καποδίστρια
Τόνιζε πως: «Τὰ σχολεῖα δὲν εἶναι ἁπλῶς τόποι προσκτήσεως γνώσεων, ἀλλὰ
κυρίως φροντιστήρια ἠθικῆς, χριστιανικῆς καὶ ἐθνικῆς ἀγωγῆς.»
Ο Καποδίστριας επηρεασμένος από τις παιδαγωγικές αντιλήψεις των Ελβετών
παιδαγωγών Philipp Emanuel von Fellenberg και Johahn Heinrich Pestalozzi,
προσέβλεπε σε μια Παιδεία ισόρροπης αγωγής, δια «συμμέτρου μαθήσεως», στο
πλαίσιο της οποίας οι νέοι της Ελλάδος θα διδάσκονταν ισορρόπως πρωτότυπα
κείμενα της Κλασικής Γραμματείας (αρχαίους Φιλοσόφους και Τραγικούς), την
Καινή Διαθήκη και Πατερικά κείμενα της Ελληνορθοδοξίας, όπως επίσης και
νεωτερικές επιστημονικές θεωρίες της Εσπερίας.
Δηλαδή, ο αντικειμενικός σκοπός του Καποδίστρια ήταν το έθνος να παραμείνει
ενωμένο όχι μόνον επί τη βάσει πίστεως, αλλά συνδυαστικά και επί τη βάσει
γνώσεως.
5
… Ο Καποδίστριας διετύπωσε τον εξής επακριβή εννοιολογικό ορισμό όσον αφορά
στις λέξεις «Ελλάδα» και «Ελληνικόν έθνος» στην εποχή του, αποκρινόμενος σε
σχετική ερώτηση – ‘Τι πρέπει να εννοήσωμεν λέγοντες Ελλάδα σήμερον;’ – σε
συνέντευξή του προς τον Άγγλο Ουΐλλμοτ Όρτον στο Παρίσι στις 3 Οκτωβρίου
1827…:
«Τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος σύγκειται ἐκ τῶν ἀνθρώπων οἵτινες ἀπὸ ἁλώσεως τῆς
Κωνσταντινουπόλεως δὲν ἔπαυσαν ὁμολογοῦντες τὴν ὀρθόδοξον πίστιν, καὶ τὴν
γλῶσσαν τῶν πατέρων αὐτῶν λαλοῦντες, καὶ διέμειναν ὑπὸ τὴν πνευματικὴ ἢ
κοσμικὴν δικαιοδοσίαν τῆς ἐκκλησίας των, ὅπου ποτὲ τῆς Τουρκίας καὶ ἂν
κατοικῶσι.»
… Είναι ενδεικτικό ότι ο Καποδίστριας χαρακτηρίζει σωρηδόν τους νέους που
χρησιμοποιούν «πολιτικό» μέσο για να διορισθούν αναξιοκρατικώς σε δημόσιες
θέσεις, ως «δυστυχῆ νεολαία» και «ἀπερίσκεπτον συρφετὸν νεολαίας», που
στερείται «ὑγιοῦς ἤθους» και «κακῶς ἐξυπηρετεῖ τὸ κράτος», εις βλάβη των
εθνικών συμφερόντων και της μεγαλοσύνης του Γένους…
Θεωρούσε ότι το Δημόσιο έπρεπε να στελεχώνεται από «νέους» στην ηλικία
πολίτες, οι οποίοι θα επιλέγονται προς τούτο αξιοκρατικώς, βάσει του κριτηρίου
της κατ’ αξίαν «ικανότητός» τους και μόνο… Σε αυτό το πλαίσιο, ο Καποδίστριας,
κατά την άσκηση των κυβερνητικών του καθηκόντων, προσέδιδε εμπράκτως
τεράστια έμφαση στην Παιδεία, και μάλιστα στη δωρεάν δημόσια Παιδεία…
Ο Καποδίστριας δηλαδή προσέβλεπε σε μία αξιοκρατική και παράλληλα καθολική
δωρεάν δημόσια εκπαίδευση, στην οποία θα είχαν πρόσβαση όλοι ανεξαιρέτως οι
νέοι της Ελλάδας, και διά της οποίας θα επιβραβεύεται η αριστεία, δηλαδή η
ανάδειξη «τῆς ἐμφύτου κλίσεως καὶ ἱκανότητος» των χαρισματικών μαθητών και η
επιβράβευση της «φιλοτιμίας» (βλέπε επιμέλειας) εκάστου. Για αυτό το σκοπό, ο
Καποδίστριας καθιέρωσε εξ αρχής τον θεσμό των προτύπων ή «πρωτοτύπων»
σχολείων, στα οποία γίνονταν δεκτοί οι πλέον διακεκριμένοι μαθητές με
αξιοκρατικά και μόνο κριτήρια, κατόπιν εξετάσεών τους ενώπιον της εκάστοτε
ειδικής προς τούτο «συστηνομένης επιτροπής» επιφανών παιδαγωγών.
6
Επί πλέον, ο Καποδίστριας είναι ο πρώτος παγκοσμίως ηγέτης που εφάρμοσε τον
ρηξικέλευθο θεσμό ειδικής «δωρεάς» (bonus ή πριμ θα λέγαμε σήμερα) από την
Πολιτεία προς του διδασκάλους των οποίων οι μαθητές γίνονταν δεκτοί σε πρότυπα
σχολεία. Επρόκειτο μάλιστα περί γενναιόδωρης «δωρεάς» 300 γροσίων (ενάμισυ
μισθό) ανά κάθε τέτοιο μαθητή, διότι ευλόγως ο Κυβερνήτης θεωρούσε ότι η
αριστεία ενός μαθητή όσον αφορά στις σπουδές του είναι ταυτόχρονα αριστεία και
του διδασκάλου του όσον αφορά στο εκπαιδευτικό του έργο, όπως υποδηλώνεται
στην Εγκύκλιό του «Πρὸς τοὺς διδασκάλους τῶν ἐν Ἑλλάδι ἀλληλοδιδακτικῶν
Σχολείων», στις 25 Απριλίου 1829…
… Για τον Καποδίστρια το Μέγα Ζητούμενο ήταν μια δημοκρατική (προς όλους)
Παιδεία αξιοσύνης, μια (αξιοκρατική) Παιδεία πολιτών και όχι μια
(αναξιοκρατική) εκπαίδευση υπηκόων, μια ουσιαστική Παιδεία ήθους και εθνικής
αγωγής και όχι μια μαζική χρησιμοθηρική (τεχνική) εκπαίδευση χαμερπούς
ατομικής ιδιοτέλειας και εθνικής υποτέλειας…
Στα τρεισήμισι χρόνια που διακυβέρνησε την χώρα, ο Καποδίστριας
πραγματοποίησε ένα θαύμα στις «ολόμαυρες ράχες» της καθημαγμένης Ελλάδας,
ιδρύοντας «121 σχολεία όλων των βαθμίδων με 9.246 μαθητές (ο πληθυσμός της
τότε ελεύθερης Ελλάδος ανέρχονταν μόλις στις 600.000), ενώ άλλοι 5.000 μαθητές
διδάσκονταν από ανεξάρτητους δασκάλους, κυρίως εξαιτίας έλλειψης αιθουσών
διδασκαλίας».
Μεταξύ των εκπαιδευτηρίων που ίδρυσε ο Καποδίστριας ήταν το (πρότυπο) Τυπικό
Σχολείο Αλληλοδιδακτικής (Εϋνάρδειον Κεντρικόν Σχολείον), το σχολείο
αλληλοδιδακτικής στο υπ’ αυτού ιδρυθέν Ορφανοτροφείο στην Αίγινα, η Γεωργική
Σχολή στην Τίρυνθα, η Εμπορική Σχολή στη Σκύρο, η Εκκλησιαστική Σχολή στον
Πόρο, η Στρατιωτική Σχολή στο Ναύπλιο – η σημερινή Στρατιωτική Σχολή
Ευελπίδων – ειδικά επαγγελματικά σχολεία, σχολεία κορασίδων, όπως επίσης και
ελληνικά σχολεία σε ευρωπαϊκές χώρες προς ελληνόγλωσση εκπαίδευση των νέων
της Ομογένειας. (Ας σημειώσουμε πως σε πολλά από αυτά, η διδασκαλία της
μουσικής και δη της Εκκλησιαστικής μουσικής ήταν μέρος του προγράμματος
σπουδών και προβλέπονταν υποτροφίες για μαθητές. Ο ίδιος ο Καποδίστριας ήταν
7
ιδιαίτερα φιλόμουσος και έπαιζε πιάνο, το οποίο έφερε μαζί του στην Ελλάδα, ενώ
έχει καταγραφεί πως ύστερα από μια επίσκεψή του στο Ορφανοτροφείο της
Αίγινας, ενθουσιασμένος από το μουσικό αποτέλεσμα της χορωδίας ενέκρινε την
αγορά 12 βιολιών για τους μαθητές και δώρισε ειδικά ενδύματα για τη θεία
λειτουργία όπου έψαλλαν τις Κυριακές, «ἔνδυμα λευκὸν καὶ ζώνην κυανόχρουν»).
Μάλιστα δε, εκείνο το ουσιαστικό έργο θεμελιώθηκε και εν πολλοίς
πραγματοποιήθηκε εν καιρώ πολέμου, πριν καν απελευθερωθεί η Ελλάδα… και
πριν αναγνωρισθεί η ανεξαρτησία της από τις Μεγάλες Δυνάμεις (1830) και από την
Οθωμανική Αυτοκρατορία (1833)…
(Ας τονισθεί πως μετά τη δολοφονία του το 1831 ακολούθησε χάος και αναρχία σε
όλη την ελληνική επικράτεια, όπου η βία και οι λεηλασίες αντικατέστησαν κάθε
μορφή νομιμότητας, επηρεάζοντας άμεσα και την εκπαίδευση, αφού ο αριθμός των
σχολείων που λειτουργούσαν στα μέσα του 1832 μειώθηκε στα 60, από τα 120 που
λειτουργούσαν στα τέλη του 1830).
… Εντός μόλις 12 μηνών από την άφιξή του στην Ελλάδα, το σύνολο της χρηματικής
του περιουσίας είχε εξανεμισθεί, διότι χρηματοδοτούσε ο ίδιος, από την προσωπική
του περιουσία, κατεπείγουσες ανάγκες του κράτους για επισιτισμό του πληθυσμού,
μισθοδοσία του Τακτικού Στρατού κ.λπ.
Ο αγώνας και το έργο του Καποδίστρια για μια πρωτογενώς εθνική Παιδεία, δηλαδή
για μια «σωτηριώδη ιδιογενή παιδαγωγία» όπως ο ίδιος την προσδιόριζε,
εδραζόταν στην πεποίθησή του ότι η ανεξαρτησία της Νεότερης Ελλάδας δεν θα
ολοκληρωνόταν, ή και θα στερούταν ουσιαστικού νοήματος, εάν τον εξ Ανατολών
επιβαλλόμενο (οθωμανικό) στρατιωτικό γενιτσαρισμό του ανθού της ελληνικής
νεότητας επί Τουρκοκρατίας, υποκαθιστούσε τελικά μία άλλη – ίσως χειρότερη –
μορφή γενιτσαρισμού, δηλαδή ο εκ Δυσμών μεθοδευόμενος (ευρωπαϊκός)
8
πολιτισμικός γενιτσαρισμός των πλέον ευφυών νέων της Ελλάδας, μετά την Εθνική
Παλιγγενεσία.
Επίσης, διείδε τον μείζονα εθνικό κίνδυνο από αυτό που στην ακαδημαϊκή
βιβλιογραφία ονοματοδοτείται σήμερα εύστοχα ως «πολιτισμικός ιμπεριαλισμός»,
δηλαδή εθνική άλωση (βλέπε γεωστρατηγική καθυπόταξη) κάθε μικρής χώρας από
τις Μεγάλες Δυνάμεις διά της πολιτισμικής αλλοτριώσεως («εξεθνώσεως», όπως
αναφέρει) της ακαδημαϊκής και κατ’ επέκταση της πολιτικής τάξης κάθε μικρής ή
περιφερειακής χώρας.
Για τον ίδιο, η Παιδεία αποτελούσε κορυφαίο θέμα Εθνικής Ασφάλειας και ρητώς
ιεραρχούσε την μεθοδική συγκρότηση δημοσίας εκπαιδεύσεως ως «κατεπείγον και
αξιολογώτατον» ζήτημα, που απαιτούσε άμεσα μέτρα της κυβερνήσεώς του, ακόμη
και εν μέσω πολέμου.
Το μεγάλο ενδιαφέρον του Καποδίστρια για την Παιδεία απέρρεε από την
επίγνωση που είχε σχετικά με την μηδενική πολιτική αγωγή που είχε το υπόδουλο
Γένος υπό τον οθωμανικό ζυγό όπου κυριαρχούσαν απολυταρχικά υποδείγματα
εξουσιαστικής βίας ασιατικής προελεύσεως (βλέπε κοτζαμπασισμός, ραγιαδισμός
και άκρατη ιδιοτέλεια) τα οποία ήταν εντελώς ακατάλληλα για την απελευθέρωση
της Ελλάδας και για την βιωσιμότητα μιας δημοκρατικής Ελληνικής Πολιτείας όπου
οι ελεύθεροι πολίτες θα έχουν όχι μόνο δικαιώματα, αλλά και υποχρεώσεις και
όπου η μελλοντική Ελληνική Πολιτεία δεν θα ήταν κάτι «ξένο», επιβαλλόμενο διά
της βίας εξουσιαστικώς (όπως η οθωμανική επικυριαρχία), αλλά απεναντίας θα
είναι κάτι «οικείο», και επί πλέον κάτι εθνικώς πολύτιμο και κοινωνικώς χρήσιμο,
αφού θα συναπαρτίζεται από τους ιδίους τους (ελεύθερους) πολίτες, ως
εκλέγοντες και ως εκλεγομένους.
Τόνιζε πως: όταν η εθνική Παιδεία πάσχει, τότε το πολιτικό και στρατιωτικό
προσωπικό της χώρας γίνεται ευήκοον σε εκμαυλιστικές σειρήνες των εχθρών ή
επιβούλων της Ελλάδας, είτε αυτοί είναι Τούρκοι, είτε είναι όσες Μεγάλες Δυνάμεις
9
θεωρούν ότι τα συμφέροντά τους στη Μεσόγειο θα διακυβεύονταν από την
ανάδειξη μιας πραγματικά ανεξάρτητης Ελλάδας.
Ελλείψει ουσιαστικής παιδείας συνεπάγεται διανοητική αδυναμία των πολιτικών
ταγών και της «αντιποιητής αριστοκρατίας» να αντιληφθούν την επακριβή σημασία,
τις διαφορές και τα όρια των εννοιών: πολιτικός ανταγωνισμός, στασιώδης
ραδιουργία, εθνική μειοδοσία, εσχάτη προδοσία και ούτω καθ’ εξής.
Δεν έπαψε επίσης να πιστεύει και να διακηρύττει με πάθος ότι: «τα παιδία είναι η
καλλιτέρα, αν όχι η μόνη, ελπίς της εθνικής αναγεννήσεως.»
Παρ’ όλες τις υπέρογκες δυσκολίες, έγραφε«… Μακρὰν ὅμως, πολλὰ μακρὰν εἶμαι
του ἀθυμῆσαι. Ὁ Θεὸς εἶναι μετὰ τῆς Ἑλλάδος καὶ ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος, καὶ αὐτὴ
σωθήσεται. Ἐκ ταύτης τῆς πεποιθήσεως ἀντλῶ πάσας μου τὰς δυνάμεις καὶ
πάντας τοὺς πόρους.»
Επιπροσθέτως, πέραν του πατριωτισμού και της βαθιάς πίστης του Καποδίστρια στο
μέλλον της Ελλάδας, η αποτελεσματικότητά του στην Παιδεία οφείλεται μεταξύ
άλλων στην εντιμότητα και ακεραιότητα του χαρακτήρα του, δηλαδή στις αρχές της
διαύγειας και διαφάνειας που εφάρμοσε κατά την διακυβέρνησή του, έχοντας
βέβαια γνώση και μαρτυρική εμπειρία για την κακή νοοτροπιά, τις συνήθειες και τις
έξεις των Ελλήνων και κυρίως πολλών συνεργατών του, στη διακυβέρνηση της
χώρας. Μάλιστα σε επιστολή του έκανε αναφορά σε κλεπτιστάτους
ἀρχόντας, ὑπουργούς τε καὶ καπιτάνους (στρατιωτικούς), μίαν δράκα
ἀνθρωπαρίων μεταλλοθέων.
Φυσικά, ορισμένοι απαιτούν από τον πρώτο Κυβερνήτη της Ελλάδας να
εφαρμόσει το πολύ προοδευτικό για την εποχή του Σύνταγμα της Γ΄
Εθνοσυνελεύσεως, όταν δεν υπήρχε κράτος. Κάποια στιγμή αναγκάστηκε να
αναστείλει την εφαρμογή του Συντάγματος για ένα διάστημα, μέχρι να
ορθοποδήσει στοιχειωδώς το νεογέννητο κράτος. Όσοι τον κατηγορούν λησμονούν
ότι, όταν έφτασε ο Καποδίστριας, ο Ιμπραήμ κρατούσε στα χέρια του ισχυρές θέσεις
10
στην Πελοπόννησο και ανέλαβε ο Γάλλος στρατηγός Μαιζόν με το ιππικό του να
διώξει τα αιγυπτιακά στρατεύματα από τη χώρα μας.
Μπορεί να εφαρμοστεί ομαλά το Σύνταγμα όταν η μισή χώρα κατέχεται; Η
χώρα βρισκόταν σε έκρυθμη κατάσταση πολέμου ή κατά τη σύγχρονη νομική
ορολογία σε «κατάσταση πολιορκίας». Ακόμη και σήμερα, το ισχύον Σύνταγμα της
Ελλάδος, στο άρθρο 48, προβλέπει ότι – με μία συγκεκριμένη διαδικασία – όταν η
χώρα βρίσκεται σε πόλεμο, αναστέλλονται ορισμένα άρθρα του. Ας μην ξεχνιέται
πως η ζωή, το έργο του και ο θάνατός του Καποδίστρια επιβεβαιώνουν με τον
καλύτερο τρόπο πως δεν υπήρχε ιδιοτέλεια σε αυτή του την απόφαση, αλλά ήταν
ό,τι καλύτερο μπορούσε να γίνει εκείνη τη στιγμή για την Ελλάδα.
Ο Καποδίστριας – όπως και πολλοί άλλοι αγωνιστές – τα θυσίασε όλα για την
πατρίδα. Την άνεση, τη θέση, την αναγνώριση, την περιουσία, την οικογένειά του,
την υγεία, το μέλλον του, ακόμη και τη ζωή του στο τέλος. Τί παραπάνω μπορεί να
δώσει κάποιος για έναν σκοπό, όπως η ανασύσταση της πατρίδας του; Αυτοί που
τον κατηγορούν, ας αναλογιστούν τί έκαναν και τί κάνουν οι ίδιοι για τον ίδιο σκοπό
και τί θα μπορούσαν να επιτύχουν σε εκείνη την εποχή και με τα τόσα προβλήματα
και εμπόδια!
Σε αυτό το σημείο ας ξεκαθαριστεί πως, όπως διαφαίνεται αναμφίβολα: (1) από την
Προκήρυξη της 24 ης Φεβρουαρίου 1821 του Αλέξανδρου Υψηλάντη με την
επικεφαλίδα ΜΑΧΟΥ ΥΠΕΡ ΠΙΣΤΕΩΣ ΚΑΙ ΠΑΤΡΙΔΟΣ, (2) από την απόκριση του
Θεόδωρου Κολοκοτρώνη στον Άγγλο πλοίαρχο Χάμιλτον όταν του είπε πως: «…Ἡ
ἐπανάστασις ἡ ἐδική μας δὲν ὁμοιάζει μὲ καμμίαν ἀπ’ ὅσαις γίνονται τὴν σήμερον
εἰς τὴν Εὐρώπην. Τῆς Εὐρώπης αἱ ἐπαναστάσεις ἐναντίον τῆς διοικήσεως τῶν
εἶναι ἐμφύλιος πόλεμος. Ὁ ἐδικὸς μᾶς … ἦτον ἔθνος μὲ ἄλλο ἔθνος …», (3) όπως
είναι πασιφανές από όλες τις επαναστατικές σημαίες όπου το κοινό χαρακτηριστικό
τους σημείο είναι ο Σταυρός και μόνο, (4) όπως ρητά αποτυπώνεται στις
επαναστατικές διακηρύξεις και στις τοποθετήσεις όλων των πρωταγωνιστών της
Επανάστασης (Μακρυγιάννη, Μιαούλη, Κανάρη, Λασκαρίνας Μπουμπουλίνας,
11
Νικηταρά, Κατσαντώνη, Καραϊσκάκη, Παπαφλέσσα, Παπα-Θύμιο Βλαχάβα και όλων
των υπολοίπων), η Επανάσταση έγινε από Έλληνες συνειδητά Ορθοδόξους
Χριστιανούς, υπέρ της πίστης και της ελευθερίας και φυσικά δεν αποτελεί, όπως
λανθασμένα από ορισμένους παρουσιάζεται, δήθεν «γνήσιο τέκνο της Γαλλικής
Επανάστασης του 1789» η οποία ήταν καθαρά εμφύλια διαμάχη, υποκινούμενη
από αθέους και ντεϊστές, κι όχι απελευθερωτικός πόλεμος.
Τελειώνοντας, ας τονισθεί πως η μεγαλοσύνη του Καποδίστρια δεν έγκειται μόνον
στην εθνική του παρακαταθήκη για την Ελλάδα που την απελευθέρωσε, την Ελβετία
που την συγκρότησε, την Γαλλία που την διέσωσε, και την Πολωνία που την
προάσπισε, αλλά επιπροσθέτως στη γεωπολιτική του παρακαταθήκη για όλους τους
λαούς της γης, υπέρ των οποίων διετύπωσε και έφερε την αρχή του ανθρωπισμού
στο επίκεντρο της γεωπολιτικής σκηνής από το 1821, εφαρμόζωντάς την λυσιτελώς
σε ύψιστο (γεωστρατηγικό) επίπεδο των Μεγάλων Δυνάμεων για πρώτη φορά στην
Παγκόσμια ιστορία.
Ο Καποδίστριας δολοφονήθηκε ξημερώματα της 27 ης Σεπτεμβρίου 1831
πηγαίνοντας να εκκλησιαστεί, στην είσοδο του ναού του Αγίου Σπυρίδωνα στο
Ναύπλιο, από τον Κωνσταντίνο και τον Γεώργιο Μαυρομιχάλη, οι οποίοι είχαν
ευεργετηθεί πολλαπλώς μάλιστα, από τον ίδιο. Η ρήξη με την οικογένεια των
Μαυρομιχαλέων επήλθε όταν ο Κυβερνήτης αρνήθηκε, επικαλούμενος τα
περιορισμένα έσοδα του ελληνικού κράτους και τη γενικότερη φτώχεια των
Ελλήνων, να ικανοποιήσει πλήρως τις απαιτήσεις οικονομικού χαρακτήρα που του
προέβαλαν, ενώ παράλληλα, επιχείρησε να περιορίσει την ισχύ των
Μαυρομιχαλαίων, του Μαυροκορδάτου, του Ι. Κωλέτη καθώς και πολλών άλλων
προυχοντικών οικογενειών, με αποτέλεσμα τη δυσαρέσκειά τους και την οργάνωση
της δολοφονίας του.
Τα γεγονότα που εξελίχθηκαν μετά από την άνανδρη αυτή δολοφονία, δεν
είχαν προηγούμενο. Οι κάτοικοι του Ναυπλίου ήταν τόσο εξοργισμένοι που έπιασαν
12
τον Κωνσταντίνο Μαυρομιχάλη, τον αποτελείωσαν και το πτώμα του το πέταξαν στο
λιμάνι. Ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης κατέφυγε στη γαλλική πρεσβεία, από όπου και
παραδόθηκε στις αρχές για να δικαστεί. Ήταν άλλωστε πρωτόγνωρα έντονη η
επιμονή του πλήθους που είχε συγκεντρωθεί και απειλούσε να κάψει την πρεσβεία.
Πολλοί μελετητές υποστηρίζουν ότι καταλυτικό ρόλο στην δολοφονία του
έπαιξαν οι ξένες δυνάμεις, λόγω της απόρριψης των αγγλικών και γαλλικών
οικονομικών προτάσεων από τη μεριά του. Χαρακτηριστικό, τέλος, είναι και το
γεγονός ότι ο φάκελος για τη δολοφονία του Καποδίστρια στα αρχεία του
βρετανικού Υπουργείου Εξωτερικών παραμένει μέχρι σήμερα το 2026, σχεδόν 200
χρόνια μετά τη δολοφονία του, απόρρητος…!
Η ζωή του και φυσικά η αναμενόμενη από τον ίδιο δολοφονία του, κάτω από τα
προαναφερθέντα δεδομένα, επιβεβαιώνουν την ανυπέρβλητη αξία που είχε και
έχει ο ίδιος ως πρότυπο Κυβερνήτη. Μακάρι και η δική μας ζωή και ο δικός μας
θάνατος να έχει κάτι από την αξία και τη μεγαλοσύνη αυτού του ανθρώπου,
άλλωστε: «Χρωστάμε σ’ όσους ήρθαν, πέρασαν, θα ‘ρθούνε, θα περάσουν. Κριτές
θα μας δικάσουν οι αγέννητοι, οι νεκροί», όπως έγραψε ο ποιητής.
Είναι σημαντικό να μην ξεχνάμε πως ενώ όλες οι άλλες χώρες έφτιαξαν εξ αρχής
κάποιον Εθνικό Ύμνο για να αναφερθούν στις αρετές και στις επιδιώξεις των κρατών
τους, εμείς, έχοντας στη συνείδησή μας ήδη από το Βυζαντινό 626 και όλα τα χρόνια
της σκλαβιάς, τον ύμνο της Ρωμηοσύνης, το Τῇ ὑπερμάχῳ, ορίσαμε ως Εθνικό μας
Ύμνο τον Ύμνο στην Ελευθερία του Διονυσίου Σολωμού.
Και όπως έλεγε ο Καποδίστριας:
«Στὶς δύσκολες στιγμὲς οἱ μόνοι μας σύμμαχοι εἶναι οἱ πρόγονοί μας»
και…
13
«Εἰ o Θεὸς μεθ' ἡμῶν, οὐδεὶς καθ' ἡμῶν».
Καλή χρονιά, χρόνια Καλά, πολλά, πάντα Ελεύθερα και προκομμένα στο Καλό και
μόνο.
Κωνσταντίνος Χρ. Παπαϊωάννου

