Επιστημονική Άγνοια ή Ανθρώπινος Εγωϊσμός

Dr. Αριστείδης Σφέικος *

Αφορμή για τις σκέψεις παρακάτω, μου έδωσε ο μεγάλος σεισμός στην Μyanmar Ασία, 28 Mαρτίου 2025 με μέγεθος 7,7 της κλίμακας Richter. Η πρώτη μου σκέψη ήταν πως θα εξελιχθεί κάτι αντίστοιχο με τον σεισμό, με αντίστοιχο μέγεθος του Δεκέμβριου 2004 στην ίδια περιοχή. Ο σεισμός του 2004 προκάλεσε όμως πολύ μεγαλύτερες καταστροφές και απώλειες ανθρώπινων ζωών. Συνοδό φαινόμενο του σεισμού εκείνου, ήτανε η πυροδότηση ενός τρομερού παλιρροιακού κύματος βαρύτητας (tsunami) που προκάλεσε καταστροφές και θανάτους. Ευτυχώς αντίστοιχο καταστρεπτικό φαινόμενο δεν υπήρξε στον πρόσφατο σεισμό, περιορίζοντας την έκταση των ζημιών και απωλειών. Λίγες ώρες μετά την εκδήλωση του σεισμού συνάδελφοι γεωεπιστήμονες (γεωλόγοι, γεωφυσικοί, τοπογράφοι γεωγράφοι) εμφάνισαν και αποκάλυψαν στα κοινωνικά δίκτυα τους επιστημονικά άρθρα στα οποία γίνονταν ανάλυση των γεωτεκτονικών χαρακτηριστικών που επικρατούν στην ευρύτερη περιοχή. Τα άρθρα αυτά δημοσιεύουν προϊόντα και αποτελέσματα ερευνών ήδη από την δεκαετία του΄90. Μέσα από αυτά αναδείχθηκε το γεωδυναμικό καθεστώς ( ποιες δυνάμεις ενεργούν και πώς) της περιοχής. Αναδύθηκε συνεπώς και κοινοποιήθηκε ευρέως, ικανή βιβλιογραφία που παρείχε αξιόπιστα επιστημονικά στοιχεία σχετικά με την τεκτονική δομή της περιοχής και τις δυνάμεις που ενεργούν στην περιοχή καθώς και ποιάς μορφής κινδύνους επιφυλάσσει αυτού του είδους η δυναμική κατάσταση.

Φάνηκε λοιπόν ότι στην περιοχή εκείνη κυριαρχεί συγκεκριμένη τεκτονική δομή, ένα ρήγμα που υλοποιεί το όριο επαφής δύο διακριτών λιθοσφαιρικών πλακών στην ΝΑ Ασία που συγκρούονται μεταξύ τους.  Από τα παραπάνω άρθρα προκύπτει πως από το 1900 και μετά, οι κινήσεις αυτών των πλακών πυροδότησαν τέσσερεις (4) μεγάλους σεισμούς με μέγεθος πάνω από 7.2. Σε αυτούς δεν περιλαμβάνεται το σεισμικό γεγονός που πυροδότησε το τσουνάμι το Δεκ2004.

Τα επιστημονικά αυτά αποτελέσματα είχαν δημοσιευθεί την περίοδο του 2000 άρα 25 χρόνια πριν, η επιστημονική και τεχνική κοινότητα που δραστηριοποιείται στην περιοχή γνώριζε το βασικό γεωδυναμικό περιβάλλον. Άρα οι προκλήσεις και οι γενικότερες απαιτήσεις για την ασφαλή και έντεχνη κατασκευή ανθρωπογενών έργων ήταν διαθέσιμες. Η επιστημονική γνώση του γεωλογικού υποβάθρου στην Μyanmar υπήρχε.

Στη χώρα μας η πρόσφατη (μάλλον συνήθης) σεισμική δραστηριότητα στις Κυκλάδες (Σαντορίνη), χωρίς να προκαλέσει υλικές ζημιές, πυροδότησε μαζικό φόβο στην τοπική κοινωνία των ανθρώπων (κατοίκων ,και εργαζομένων). Υπήρχαν ιστορικές αναφορές για αντίστοιχα παρόμοια φυσικά φαινόμενα, αλλά χωρίς να εκδηλώνεται το πρόσφατο παροξυσμικό κύμα ανησυχίας και φυγής ανθρώπων. Στην περίπτωση των Κυκλάδων και του χώρου του Αιγαίου η γεωλογική έρευνα και η γνώση των γεωλογικών και γεωφυσικών συνθηκών έχει προοδεύσει εξαιρετικά τις τελευταίες δεκαετίες. Γνωρίζουμε σχετικά καλά και σε βάθος τους μηχανισμούς που ενεργούν στην περιοχή και το βαθμό κινδύνου που μπορούν να προκαλέσουν. Γνωρίζουμε καλά την γεωλογική σύσταση και εξέλιξη όλων των νησιών καθώς και τις παραμέτρους και ιδιότητες που έχουν τα πετρώματα τους. Οι μηχανικές ιδιότητες και τα γεωλογικά χαρακτηριστικά του περιβάλλοντος που ο άνθρωπος θέλει να δραστηριοποιηθεί κατασκευαστικά είναι γνωστά. Η Ελληνική και διεθνής Γεωλογική επιστημονική κοινότητα έχει διαθέσει αυτή την επιστημονική γνώση τόσο στην διοίκηση όσο και τις αντίστοιχες αρχές. Για ποιο λόγο λοιπόν η υπέρμετρη ανησυχία και η εκδήλωση των παραπάνω αντιδράσεων από τους κατοίκους?

Αναζητώντας όμως και άλλα φυσικά φαινόμενα πέρα από τους σεισμούς, τα οποία με την μεγάλη τους ένταση και δύναμη που προκαλούν υλικές ζημιές και απώλειες ζωών, θα βρούμε κύρια πυρκαγιές και πλημμύρες .  

Ξεκινώντας από πυρκαγιές αναφέρω τα πρόσφατα περιστατικά του 21ου αιώνα στη χώρα μας,  Ηλεία και Μάτι Αττικής.  Τα γεγονόταστοίχισαν την απώλεια σε εκατοντάδες ανθρώπινες ζωές. Αναφορές και λεπτομέρειες σε διεθνή συμβάντα, σε περιοχές όπως η Καλιφόρνια η Αυστραλία και η Ισπανία, με ανθρώπινα θύματα και υλικές ζημιές μπορεί κανείς εύκολα να αναζητήσει. Για τους μιας ηλικίας και πάνω υπενθυμίζω τις τεράστιες δασικές πυρκαγιές στην Ελλάδα τους καλοκαιρινούς μήνες τις δεκαετίες ’70 ’80  και ’90.  Εκείνες οι πυρκαγιές προκάλεσαν τρομερές ζημιές στο δασικό πλούτο της χώρας απογυμνώνοντας το περιβάλλον και διαταράσσοντας δραστικά το οικοσύστημα. Η επιστημονική κοινότητα (δασολόγοι, πυροσβέστες, μετεωρολόγοι) ερεύνησε και προσδιόρισε τους παράγοντες εκείνους που προκάλεσαν τις πυρκαγιές και εκείνους τους παράγοντες που υποστήριξαν την εξάπλωση ή δυσκόλεψαν την κατάσβεση τους. Και στην περίπτωση αυτή υπήρχε διαθέσιμη κατάλληλη επιστημονική γνώση ώστε να μπορούν να προβλεφθούν και περιορισθούν οι συνέπειες.

Σε ότι αφορά πλημμύρες και τις συνοδές καταστροφές, θα ξεκινήσω από τη Θεσσαλία όπου σε διάστημα 3 ετών εκδηλώθηκαν ιδιαίτερα έντονα καιρικά και κλιματικά φαινόμενα με τα ονόματα Ιανός & Daniel. Τα φαινόμενα με υψηλότατες ποσότητες βροχόπτωσης σε όλη την έκταση της Θεσσαλίας, προκάλεσαν τρομερές καταστροφές από πλημμυρικά φαινόμενα και εδαφική διάβρωση. Ανθρώπινες ζωές χάθηκαν, πέρα από τις απροσδιόριστες υλικές καταστροφές.

Στη Μάνδρα Αττικής μετά από βροχόπτωση ένας χείμαρρος προκάλεσε ανθρώπινες απώλειες και υλικές καταστροφές μέσα σε λίγες ώρες.

Παρόμοια  φαινόμενα εκδηλώθηκαν και σε άλλες αντίστοιχες με τις δικές κλιματικές συνθήκες χώρες (Ισπανία Μαρόκο, Ιταλία και Γερμανία).

Στην ελληνική επιστημονική και ερευνητική κοινότητα υπάρχουν αρκετά συγγράμματα και δημοσιεύσεις σχετικά με τον τρόπο λειτουργίας μιας γεωγραφικής περιοχής, όπως η θεσσαλική λεκάνη, κάτω από καθεστώς ισχυρής πλημμύρας. Άρα το τι θα συνέβαινε ανάλογα με κάθε ποσότητα βροχής μπορούσε να υπολογισθεί και να προβλεφθεί. Αντίστοιχα θα περίμενε κάποιος να έχει γίνει επεξεργασία των δεδομένων και σεναρίων ώστε να προταθούν και σχεδιασθούν όλες εκείνες οι τεχνικές παρεμβάσεις που θα είναι σε θέση να περιορίσουν τις συνέπειες από ζημιές.

Γίνεται φανερό συνεπώς ότι η ειδική επιστημονική ερευνητική κοινότητα έχει εμβαθύνει στην γνώση των γεωλογικών και φυσικών παραμέτρων που αφορούν σημαντικά κομμάτια λειτουργίας του πλανήτη Γη και κατ’ επέκταση και μικρότερων γεωγραφικών περιοχών (Κυκλάδες, Θεσσαλία, Εύξεινος πόντος) . Γνωρίζουμε πώς και πού γίνονται σεισμοί. Γνωρίζουμε πως λειτουργούν πλημμυρικά ορισμένες περιοχές. Μπορούμε να προβλέψουμε με ικανοποιητική ακρίβεια τις καιρικές και κλιματικές μεταβολές. Μπορούμε να παρακολουθούμε την κατάσταση ηφαιστείων και αν αυτά συσσωρεύουν μάγμα  και αέρια  ικανά να εκραγούν.

Παραμένει λοιπόν το ερώτημα, γιατί ενώ υπάρχει η επιστημονικήγνώση για το πώς λειτουργεί το φυσικό σύστημα του πλανήτη Γή, εξακολουθούμε να παθαίνουμε ζημιές στις ανθρώπινες δραστηριότητες και δημιουργίες από τα φυσικά φαινόμενα που συνδέονται με τη λειτουργία της Γής;

Αγνοούμε ή υποβαθμίζουμε τόσο επιδεικτικά την επιστημονική γνώση πιστεύοντας ότι δεν αφορά την καθημερινή ζωή και δραστηριότητα μας;

Σε τι βαθμό λειτουργούμε με ανθρώπινο εγωισμό, ένα άρωμα ύβρεως ( κατά την αρχαιοελληνική έννοια) υπερεκτιμώντας τις δυνατότητες μας στην αντιμετώπιση των φυσικών δυνάμεων και λειτουργιών;

Μάλλον και τα δύο παραπάνω συστατικά συμμετέχουν στο μείγμα και πρέπει να προσδιορίσουμε τις σωστές αναλογίες αναλαμβάνοντας μόνο ένα ανεκτό ρίσκο, για να περιορίσουμε επαναλαμβανόμενες ζημιές και βλάβες.

Ο Dr. Αριστείδης Χρήστος Σφέικος, είναι γεωλόγος πτυχιούχος του ΑΠΘ, διδάκτωρ του Παν/μιου Eberhard Karls Universität Tübingen. Εργάζεται στην ΠΕ Θεσσαλίας. Ερευνητής και Συνεργάτης Ανωτ. Εκπ. Ιδρυμάτων. Εργάσθηκε σε έργα υποδομών.

roz-panthiras-adv1
χαλβάς Γούναρης

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *