ΕΝΑΣ ΗΡΩΑΣ ΜΕΣΟΧΩΡΙΤΗΣ ΣΤΗ ΔΙΝΗ ΤΡΙΩΝ ΠΟΛΕΜΩΝ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΑΣ. ΜΠΑΡΟΥΤΑΣ (Μεσοχώρα 1893-Σαγγάριος 1921)

Ομολογώ ότι δεν αισθάνομαι άνετα αποφασίζοντας να περιγράψω τη ζωή και τη δράση ενός συγγενούς μου – πρώτου εξαδέλφου του αείμνηστου πατέρα μου –, το κάνω όμως, για να αποκαταστήσω σε κάποιο βαθμό τη δικαιοσύνη, γιατί δεν γράφτηκε τίποτα γι’ αυτόν τον αντιπροσωπευτικό Έλληνα πολεμιστή της μεγαλειώδους και συνάμα τραγικής περιόδου 1913-1922. Το θεωρώ καθήκον να αφιερώσω μερικές σελίδες στη μνήμη αυτού του ήρωα που, αν και δεν ήταν υψηλόβαθμος, όμως προκαλούσε θαυμασμό και υπερηφάνεια στην κοινωνία της ιδιαίτερης πατρίδας του και, όπως με πληροφόρησαν αρκετοί ηλικιωμένοι Μεσοχωρίτες που τον θυμούνταν, ήταν ένας πανέμορφος άντρας και ζηλευτό παλικάρι και δικαιολογημένα η μάνα του, η σύζυγος του Βασίλη Μπαρούτα, που την πρόλαβα για κάμποσα χρόνια εν ζωή, όταν παιδί παραθέριζα στη Μεσοχώρα, έλεγε με αγιάτρευτο καημό «αχ, και να ερχόταν καβαλάρης ο Γιώργος μου»! Αλλά, από την ελπίδα περνούσε αμέσως, η «θεία Βασίλαινα», στις κατάρες εναντίον του Νικολάου Πλαστήρα «γιατί αυτός πήρε στο λαιμό του το παιδί μου», αλλά η αγράμματη γριά δεν ήξερε ιστορία, για να καταραστεί τους πραγματικούς ενόχους για την αυτοκτονική περιπέτεια της Μικρασιατικής εκστρατείας.

Δυστυχώς, η περιπλάνησή μου στα στρατιωτικά αρχεία στάθηκε περισσότερο δύσκολη και χρονοβόρα από ό,τι υπολόγιζα, ενώ η συγκομιδή στοιχείων για τη ζωή και τη δράση του Γιώργου Μπαρούτα, που έπεσε έχοντας τον επ’ ανδραγαθία βαθμό του ανθυπασπιστή, ήταν σχετικά πενιχρή. Ωστόσο,  ευχαριστώ τους υπεύθυνους των Στρατιωτικών Αρχείων και της Διεύθυνσης Ιστορίας Στρατού για το αρχειακό  υλικό και τα βιβλία που μου προσκόμισαν κατά την έρευνά μου. Λυπάμαι, επίσης, που δεν βρήκα ούτε μια φωτογραφία του, ούτε μια επιστολή του που ασφαλώς θα έστειλε στους γονείς του από τα διάφορα μέτωπα κατά την οκταετή θητεία του στο στρατό. Μάλλον όλα έγιναν παρανάλωμα του πυρός στις αρχές του Νοεμβρίου 1943, όταν οι Γερμανοί έκαψαν το χωριό.

Σύμφωνα, λοιπόν, με τα στοιχεία που περιέχονται στο «Μητρώον Αξιωματικών», σελ. 12444, ο Γεώργιος Βασ. Μπαρούτας γεννήθηκε στη Βιτσίστα (Μεσοχώρα) του Δήμου Κοθωνίων την 1η Ιανουαρίου 1893. Περισσότερες λεπτομέρειες αναγράφονται στην καρτέλα με τα ατομικά στοιχεία του, κατατεθειμένη και αυτή στα Στρατιωτικά Αρχεία, όπου, όσον αφορά το επάγγελμα, χαρακτηρίζεται «έμπορος». Δεν γνωρίζω, αν, πριν συμπληρώσει το 20οέτος της ηλικίας του, όταν κατατάχτηκε στο στρατό, είχε αναπτύξει κάποια εμπορική δραστηριότητα στη Μεσοχώρα, όπως έπραξαν αργότερα ο πατέρας του και ο αδερφός του Κώστας, είναι όμως γεγονός ότι για κάμποσα χρόνια είχε εργαστεί ως εμποροϋπάλληλος στο εμπορικό κατάστημα Μαράβα στα Τρίκαλα. Αυτό που κυρίως έλειπε από τους νέους, ακόμα και γόνους οικογενειών με όχι ευκαταφρόνητη για τα δεδομένα ενός ορεινού χωριού κτηματική περιουσία, ήταν το χρήμα. Ο πατέρας του Βασίλης ήταν και ευκατάστατος κτηματίας με πενήντα περίπου στρέμματα πατρογονικής κληρονομιάς και για αρκετά χρόνια είχε ασχοληθεί και με την κτηνοτροφία, συνεχίζοντας σε μικρότερο βαθμό το έργο του πατέρα του Θανάση (1825 περ.-1886) που ήταν και μεγαλοκτηματίας, ιδιοκτήτης 150 περ. στρεμμάτων, αλλά και σπουδαίος κτηνοτρόφος με πάνω από χίλια πρόβατα. Ο Βασίλης, που επιστρατεύτηκε το 1897 και συμμετέσχε στον ατυχή ελληνοτουρκικό πόλεμο, μετά την απόλυσή του με τον βαθμό του λοχία, είχε μεν κτηματική περιουσία, αλλά καθόλου χρήματα και αναγκάστηκε να διοριστεί για δύο χρόνια ως φύλακας – προτιμήθηκε από άλλους λόγω της καλής συμπεριφοράς και του ήθους του ως στρατιώτη – στις φυλακές Τρικάλων και επέστρεψε στη Βιτσίσταέχοντας αποκτήσει ένα μικρό μεν, αλλά πολύτιμο, κεφάλαιο για την αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειάς του, αποτελούμενης από τη σύζυγό του Αικατερίνη (το γένος Κωστούλα), τον Γιώργο και τον μικρότερο Κώστα.

Α΄. Παγκόσμιος Πόλεμος. Μακεδονικό Μέτωπο

Μετά την αποφοίτησή του από το δημοτικό σχολείο της Βιτσίστας ο Γιώργος μάλλον συνέχισε στο λεγόμενο «Ελληνικόν» στα Τρίκαλα και σε ηλικία δεκαπέντε χρόνων περίπου έπιασε δουλειά στο εμπορικό κατάστημα Μαράβα, το οποίο λειτουργούσε ως το 1970 περίπου. Κατατάχτηκε  ως κληρωτός στο στρατό και στις 4 Δεκεμβρίου 1913 παρουσιάστηκε στο 5ο Σύνταγμα πεζικού στα Τρίκαλα, όπου υπηρέτησε μέχρι τις 17 Απριλίου 1914. Αν και οι βαλκανικοί πόλεμοι είχαν τελειώσει νικηφόροι για την Ελλάδα, ωστόσο οι βλέψεις των Βουλγάρων στη Μακεδονία και τη Δυτική Θράκη δεν έπαυσαν ποτέ, γι’ αυτό και η παρουσία ελληνικών στρατευμάτων ήταν απαραίτητη, ενώ τον Ιούλιο του 1914 άρχισε ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος με ένα από τα πολεμικά μέτωπα να είναι η Μακεδονία. Ο Γ. Μπαρούτας μετατίθεται στο 1/38 Σύνταγμα Ευζώνων, όπου υπηρετεί από τις 18 Απριλίου 1914 μέχρι τις 17 Οκτωβρίου 1916 συμμετέχοντας στα πολεμικά δρώμενα στη Μακεδονία. Αναγνωρίζεται η αξία του, γι’ αυτό την 01-07-1914 προάγεται σε δεκανέα και δυο χρόνια αργότερα, 02-08-1916, σε λοχία. Στο μεταξύ επήλθε ο εθνικός διχασμός με τις γνωστές τραγικές συνέπειές του. Στη Θεσσαλονίκη ιδρύθηκε από βενιζελικούς αξιωματικούς η Εθνική Άμυνα για την υποστήριξη της κυβέρνησης Βενιζέλου και τη συμμετοχή της Ελλάδας στο πλευρό της Αντάντ, γιατί μ’ αυτή τη συμμαχία πίστευαν ο Βενιζέλος και οι αξιωματικοί της Εθνικής Άμυνας ότι θα εκπληρωθούν οι εθνικοί στόχοι. Μεταξύ αυτών που προσχώρησαν στην Εθνική Άμυνα ήταν και ο τότε λοχίας Γιώργος Μπαρούτας κι αυτό μάλιστα έγινε στις 17 Οκτωβρίου 1916, τελευταία μέρα της υπηρεσίας του στο 1/38 Σύνταγμα ευζώνων. Από τις 18 Οκτωβρίου μέχρι τις 18 Νοεμβρίου 1916 εντάχθηκε στο 2ο Σύνταγμα της Μεραρχίας Θεσσαλονίκης, η οποία, μαζί με τις Μεραρχίες Κρήτης, Κυκλάδων και άλλες μονάδες, υπήχθησαν μετά την 16η Δεκεμβρίου 1916 στο Β΄ Σώμα Στρατού της Εθνικής Άμυνας, του οποίου διοικητής ήταν ο υποστράτηγος Εμμανουήλ Ζυμβρακάκης, ο οποίος, στο πλαίσιο των προσπαθειών της ηγεσίας της Εθνικής Άμυνας για αύξηση του αριθμού των στελεχών και των ανδρών της Εθνικής Άμυνας, μάλλον ήταν αυτός που έπεισε και τον Γιώργο Μπαρούτα να γίνει μέλος της. Ο πατέρας μου, στρατιώτης κι αυτός στη Μικρασιατική εκστρατεία, μου έλεγε ότι «τον Γιώργο τον πήρε μαζί του ο Ζυμβρακάκης». Άλλωστε, ένα από τα φαινόμενα του εθνικού διχασμού ήταν και το θέαμα αξιωματικών και οπλιτών να εγκαταλείπουν το «Κράτος των Αθηνών» και να φθάνουν στη Θεσσαλονίκη. Από τις 18 Μαρτίου 1916 μέχρι τις 21 Μαρτίου 1918 ο Γ. Μπαρούτας υπηρέτησε στη Μεραρχία Κρητών συμμετέχοντας στις επιχειρήσεις της. Την 1η Μαρτίου 1917 προήχθη σε επιλοχία και στις 25 Φεβρουαρίου 1918 έλαβε τον βαθμό του ανθυπασπιστή. Οι προαγωγές του φυσικά οφείλονται στη γενναιότητα που επέδειξε στα πεδία των μαχών εναντίον των Βουλγάρων, οι οποίοι ενισχύθηκαν και με Γερμανούς στρατιώτες. Οπωσδήποτε από τον Αύγουστο του 1916 πολέμησε στην Ανατολική Μακεδονία για τη σωτηρία των Σερρών, Δράμας και Καβάλας, όπου οι ελληνικές δυνάμεις ενεργούσαν κυρίως υπό τις διαταγές του αρχιστρατήγου της Αντάντ στο Μακεδονικό μέτωπο Σαράιγ. Ένας από τους αξιωματικούς που διακρίθηκαν ήταν και ο τότε λοχαγός Γ. Κονδύλης. Η βουλγαρική εισβολή το 1916 στη Μακεδονία εκδηλώθηκε, όταν στην Ελλάδα, λόγω του εθνικού διχασμού, υπήρχαν δύο κυβερνήσεις, η φιλοβασιλική της Αθήνας και η βενιζελικήστη Θεσσαλονίκη. Τον Μάιο του 1917 η Μεραρχία Κρητών, στην οποία τότε υπηρετούσε ο Γ. Μπαρούτας, μετακινήθηκε, ύστερα από διαταγή του αρχιστρατήγου Σεράιγ, στον τομέα της 122ης γαλλικής μεραρχίας και αντικατέστησε τη μεραρχία Σερρών στο μέτωπο της δυτικής όχθης του Αξιού. Στις 2 Ιουλίου 1917 επανενώθηκε το κράτος, ύστερα από την παραίτηση και αναχώρηση του Κωνσταντίνου στην Ελβετία και την άνοδο στον θρόνο του γιού του Αλέξανδρου, ενώ πρωθυπουργός ανέλαβε ο Βενιζέλος. Στα τέλη του 1917 αποφασίστηκε ο ελληνικός στρατός να συγκροτηθεί ως ανεξάρτητη στρατιά αποτελούμενη από τρία σώματα: το Σώμα Στρατού Εθνικής Άμυνας, το Α΄ Σώμα και το Β΄ Σώμα Στρατού με τρεις μεραρχίες το καθένα από αυτά. Η πιο σημαντική και νικηφόρα μάχη στο Μακεδονικό Μέτωπο, όπου έλαβε μέρος και ο Γ. Μπαρούτας, ο οποίος από τις 29 Μαρτίου 1918 υπηρετούσε στο 8ο Σύνταγμα Πεζικού, δόθηκε στο Σκρα (Σκρα ντι Λέγκεν), δυτικά του Αξιού και σε υψόμετρο 1.096 μ., όπου διακρίθηκε, με επιτυχείς δευτερεύουσες επιθέσεις ανατολικά της κύριας μάχης, η Μεραρχία Κρητών, γι’ αυτό και ο Σεράιγ έδωσε συγχαρητήρια στον τότε διοικητή του Σώματος Στρατού της Εθνικής Άμυνας Εμμ. Ζυμβρακάκη. Η μάχη του Σκραάρχισε στις 16 Μαΐου 1918 και σ’ αυτή έλαβαν μέρος κυρίως Κρητικοί, αλλά και άλλοι προερχόμενοι από την Παλαιά Ελλάδα, τη Μικρά Ασία και τον Πόντο. Η νίκη οφείλεται κυρίως στους Έλληνες, γιατί εκ μέρους του συμμαχικού στρατού πολέμησε μόνον ένας γαλλικός λόχος φλογοβόλων. Από τους Έλληνες σκοτώθηκαν 80 αξιωματικοί και 700 οπλίτες (βλ. Νεόκοσμος Γρηγοριάδης: «Η Εθνική Άμυνα Θεσσαλονίκης του 1916. Πραγματική εξιστόρηση», Αθήνα 1960, σσ. 63-64 και Θεοφ. Βλάχος: «Η μάχη του Σκρα ντι Λέγκεν», στο: Γεν. Επιτ. Στρατού: «Ο ελληνικός στρατός κατά τον Α’  Παγκόσμιο Πόλεμο», Β΄ τόμ., Αθήνα 2018, σσ. 65-116). Η Μεραρχία Κρητώνέλαβε μέρος και στη μάχη της Δοϊράνης συμπράττοντας με τη μεραρχία Σερρών και τον βρετανικό στρατό. Η τελική, νικηφόρα συμμαχική επίθεση κατά των βουλγαρογερμανικών δυνάμεων πραγματοποιήθηκε από τις 31 Αυγούστου μέχρι 4/18 Σεπτεμβρίου 1918 και οι δυνάμεις της Αντάντ διέσπασαν τις δυνάμεις του άξονα (Γερμανοί, Αυστριακοί, Βούλγαροι). Στη μάχη έλαβαν μέρος η 13η Μεραρχία και οι μεραρχίες Σερρών και Κρήτης. Στις μάχες αυτές έλαβε μέρος και ο Γ. Μπαρούτας, ο οποίος, όπως και χιλιάδες άλλοι στρατευμένοι Έλληνες νέοι, προκειμένου να προστατέψουν τη Μακεδονία και τη Θράκη, έζησαν για τέσσερα χρόνια μέσα στα χαρακώματα υπό άθλιες συνθήκες, όπως περιγράφονται θαυμάσια και ρεαλιστικά από τον, επίσης πολεμιστή του Μακεδονικού μετώπου, Στρατή Μυριβήλη στον αριστούργημά του «Η ζωή εν τάφω». Ο υπέρτατος πατριωτικός στόχος τους ήταν η εκπλήρωση των προαιώνιων πόθων των Ελλήνων, δηλαδή της Μεγάλης Ιδέας. Σχετική είναι η περιγραφή των συναισθημάτων των στρατιωτών από τον Ν. Πλαστήρα, αναχωρώντας για την Ουκρανία: «Όλοι όσοι περάσαμε αρκετά εξάμηνα την εκνευριστική ζωή των χαρακωμάτων, αναπνεύσαμε, γιατί επί τέλους βλέπαμε ότι καρποφόρησαν οι κόποι μας και ότι σε λίγο θα εκπληρωθούν προαιώνια όνειρα και πόθοι πατριωτικοί. Ο ελληνικός στρατός θα μπει νικητής στη Σόφια και Πόλη.Σόφια και Πόλη! Σε κάθε στιγμή αι λέξεις αυταί ήσαν στα χείλη των στρατιωτών μας..». (Αρχείο Π.Σ. Δέλτα, Β΄ τόμ.: «Νικόλαος Πλαστήρας. Εκστρατεία Ουκρανίας 1919. Αλληλογραφία», επιμ. Π.Α. Ζάννος, Αθήνα 1979, ειδικότερα σελ. 1-54: Αναμνήσεις Ν. Πλαστήρα από την εκστρατεία της Ουκρανίας).

Μετά τη μάχη του Σκρα, στην περιοχή Σερρών, Δράμας και Καβάλας βρίσκονται συγκεντρωμένα τα τμήματα της ΧΙΙΙ Μεραρχίας, στην οποία ανήκει και το 5/42 Σύνταγμα ευζώνων. Οι προετοιμασίες για την εκστρατεία στην Ουκρανία αρχίζουν το Δεκέμβριο του 1918. Τότε προφανώς γνωρίζονται οι Ν. Πλαστήρας και Γ. Μπαρούτας και ο δεύτερος μετατίθεται στο 5/42 ευζώνων, όπου θα υπηρετεί μέχρι το θάνατό του στο πεδίο της μάχης.

Στο τέλος Νοεμβρίου 1918 διατάχτηκε ο Πλαστήρας να μετασταθμεύσει στην Ανατολική Μακεδονία. Μετά από δεκαήμερη πορεία στην Ανατολική Μακεδονία, το Σύνταγμα του Πλαστήρα πέρασε από το Παγγαίο, το Πράβι και την Καβάλα, ενώ από την ισπανική γρίπη πέθαναν στο νοσοκομείο της Καβάλας 2 αξιωματικοί και 110 οπλίτες του. Στο Σαρί Σαμπάν επέβαλε πειθαρχία στο 5/42 Σύνταγμα ευζώνων και ζήτησε ο ίδιος να συμμετάσχει στην εκστρατεία της Ουκρανίας και, όπως ομολογεί, χάρηκε πολύ, όταν έμαθε ότι εγκρίθηκε η αίτησή του και ότι του ανατέθηκε η διοίκηση του 5/42 Συντάγματος Ευζώνων της ΧΙΙΙ Μεραρχίας. Όμως, οι άνδρες του 5/42 ήταν, πριν αναλάβει ο Πλαστήρας, απείθαρχοι, κλέφτες και καταδυνάστευαν τους ντόπιους. Επιπλέον οι περισσότεροι αξιωματικοί του Συντάγματος τότε διέκειντο δυσμενώς προς «έναν συνταγματάρχην της Αμύνης… ούτε ήσαν καλώς διατεθειμένοι δια την εκστρατείαν της Ουκρανίας, την οποίαν εθεώρουντυχοδιωκτικήν επιχείρησιν (Αναμνήσεις… σελ. 9, 4, 7).Έχοντας ν’ αντιμετωπίσει ένα τέτοιο εχθρικό περιβάλλον, ασφαλώς ο Ν. Πλαστήρας θα επιδίωκε να στελεχώσει το Σύνταγμά του με όσο το δυνατόν περισσότερους αξιωματικούς μέλη της Εθνικής Άμυνας, όπως ήταν ο Γ. Μπαρούτας, ο οποίος μάλιστα και Θεσσαλός ήταν και είχαν περάσει και οι δύο από το 5ο Σύνταγμα Πεζικού Τρικάλων έστω κι αν δεν είχαν συνυπηρετήσει, γιατί η θητεία του Πλαστήρα στα Τρίκαλα πραγματοποιήθηκε την περίοδο των Βαλκανικών πολέμων.

 

Εκστρατεία στην Ουκρανία

Τον Ιανουάριο του 1919 τη κυβέρνηση Βενιζέλου αποφάσισε να συμμετάσχει στην εκστρατεία στην Ουκρανία με το Α΄ Σώμα Στρατού αποτελούμενο από τις μεραρχίες Ι, ΙΙ και ΧΙΙΙ. Ο Ν. Πλαστήρας, πριν από την αναχώρηση για το ουκρανικό μέτωπο, όπου μαινόταν ο ρωσικός εμφύλιος πόλεμος, συγκέντρωσε το ιδεολογικά ανομοιογενές σύνταγμά του και «μετά προηγηθείσανσύντομον επιθεώρησιν και προβάς έφιππος εις το μέσον του τετραγώνου ωμίλησα προς του άνδρας. Τους είπα περίπου τα εξής: «(Κατ’ αρχάς επέρριψε την ευθύνη στον Κωνσταντίνο για το διχασμό και το ότι δεν σεβάστηκε την κυβέρνηση που εξέλεξε ο λαός). Αν δεν έκανε αυτό το λάθος ο βασιλιάς, όπως είχε υποδείξει ο Βενιζέλος, και μπαίναμε όλοι από την αρχή στον πόλεμο όπως είχε υποδείξει ο Βενιζέλος, σήμερα δεν θα είμεθα εδώ, θα είμαστε στην Πόλη, θα είμαστε στη Σμύρνη» (Αναμν., σ. 11).

Το Σύνταγμα επιβιβάστηκε στο μεγαλοπρεπές επιβατικό ρωσικό ατμόπλοιο «Αυτοκράτωρ Νικόλαος», το οποίο απέπλευσε από το λιμάνι των Ελευθερών Καβάλας για τη μεσημβρινή Ρωσία με ούριο άνεμο (βλ. Γ.Ε.Σ., Δ. Ιστ. Στρ.: «Το Ελληνικόν εκστρατευτικόν σώμα εις Μεσημβρινήν Ρωσίαν, 1919», 1955, ανατ. 2007). Πέρασαν τα  Δαρδανέλια και, όπως ομολογεί ο Πλαστήρας, κατά τη διάρκεια του ταξιδιού άρχισαν να τον συμπαθούν οι εύζωνοι, γιατί τους μιλούσε φιλικά, στη γλώσσα τους. Κατά την αφήγηση του Πλαστήρα (Αναμν., σ. 14), όλοι καταλήφθηκαν από μεγάλη συγκίνηση αντικρύζοντας την Πόλη και την Αγιά Σοφία. «Όταν το καράβι έφθασε απέναντι από την Αγία Σοφία και είπα στους σαλπιγκτές να σημάνουν το εμβατήριο της σημαίας, δεν έμεινε μάτι αδάκρυτο… Όλοι οι Έλληνες στα μπαλκόνια και τα παράθυρα και δεν έβλεπε κανείς σε μια απέραντη αμφιθεατρική έκταση παρά να κινούνται αναρίθμητες ελληνικές σημαίες και σεντόνια άσπρα… Όλοι κλαίουν, κανένας θόρυβος δεν ακούεται, κανείς δεν ανασαίνει, λες και όλοι κατελήφθηκαν από κατάνυξη στο αντίκρυσμα της θρυλικής Πόλης και σα να θέλουν να γονατίσουν μπροστά στην Αγιά  Σοφιά…».  Αγκυροβόλησαν δίπλα στο καταδρομικό  «Αβέρωφ», απέναντι από τη γέφυρα του Γαλατά. Δεν επιτράπηκε στους ευζώνους να βγουν, μόνον ο Πλαστήρας και ο διοικητής του Πεζικού της ΧΙΙΙ Μεραρχίας συνταγματάρχης Κ. Μανέτας περιηγήθηκαν στη θρυλική Πόλη. Ανάλογα με τα συναισθήματα του Πλαστήρα ήταν ασφαλώς και των στρατιωτών του και του ανθυπασπιστή του Γ. Μπαρούτα. Αν και δεν βρήκα καμιά επιστολή του προς τους γονείς του που οπωσδήποτε θα έστειλε, σίγουρα θα ένιωθε κι αυτός μεγάλη υπερηφάνεια και συγκίνηση αντικρύζοντας την Πόλη και την Αγία Σοφία, καθώς ήταν μεγαλοϊδεάτης, όπως, άλλωστε, και ο αδερφός του Κώστας, ο οποίος επέζησε μεν, αλλά επέστρεψε στη Μεσοχώρα από τη Μικρά Ασία τραυματίας με τον βαθμό του ανθυπολοχαγού.  Μεγαλοϊδεάτης και θρησκευόμενος ήταν και ο πατέρας του, του οποίου ήταν παροιμιώδης η πίστη του στις Προφητείες του Αγαθάγγελου!

Στις 4 Μαρτίου 1919 το πλοίο αγκυροβολεί στο λιμάνι της Οδησσού. Στο λιμάνι ανέβηκε και αντισυνταγματάρχης  Κονδύλης, διοικητής του 3ουΣυντάγματος Πεζικού, που είχε φτάσει στην Οδησσό τρεις μέρες νωρίτερα. Κατόπιν προσήλθαν αξιωματικοί του Γαλλικού στρατηγείου και του επιτελείου της ΙΙ Μεραρχίας, για να οδηγήσουν το Σύνταγμα 5/42 σε στρατώνες του ρωσικού στρατού. Από την Οδησσό το Σύνταγμα του Πλαστήρα, στις 13 ή 14 Μαρτίου, μετασταθμεύει στον σιδηροδρομικό σταθμό Μπουγιαλίκκαι μια μέρα αργότερα στην περιοχή Σέρμπας. Στην Μπερεζόβσκα προηγήθηκε σύγκρουση των Μπολσεβίκων με τις γαλλικές και ελληνικές δυνάμεις και σημειώθηκαν οι πρώτες απώλειες του ελληνικού εκστρατευτικού σώματος και οι νεκροί κηδεύτηκαν στην Οδησσό με «αρκετά ευπρεπή κηδείαν με την νεκρώσιμη ακολουθία να ψάλλεται από μικτή χορωδία Ελλήνων και Ελληνίδων της Οδησσού (Αναμν., σ. 21). Την επομένη ανατράπηκε το γαλλο-ελληνικό μέτωπο της Μπερεζόφσκα και οι Γάλλοι έφυγαν σιδηροδρομικώς για την Οδησσό εγκαταλείποντας μόνους τους Έλληνες. Στη Σέρμπα ο Πλαστήρας ενώθηκε με το Σύνταγμα του Κονδύλη, ο οποίος νωρίτερα είχε αντιμετωπίσει επιτυχώς ένα τμήμα του Κόκκινου στρατού.Οι συνεργαζόμενες δυνάμεις Πλαστήρα και Κονδύλη νίκησαν τους Μπολσεβίκους στην πολυήμερη μάχη της Σέρμπας (8-21 Μαρτίου 1919) και αυτή ήταν η πρώτη νίκη μετά την ήττα στη Μπερεζόβσκα. Το πρωί της 23ηςΜαρτίου οι Ρώσσοι επιτίθενται κατά του Συντάγματος Πλαστήρα, το οποίο, ύστερα από πολλές μετακινήσεις και συγκρούσεις, στις 29 Μαρτίου διέρχεται τον ποταμό Δνείστερο και σταθμεύει στον σιδηροδρομικό σταθμό Μπουγάζ της Βεσσαραβίας. Από τις 5 Μαΐου αναλαμβάνει την άμυνα του Δνειστέρου αντικαθιστώντας πολωνικά τμήματα. Στις 27 Μαΐου αντικαθίσταται από ρουμανικό στρατό και προς το τέλος του πρώτου δεκαημέρου του Ιουνίου μεταφέρεται σιδηροδρομικώς στο Γαλάζιο της Ρουμανίας. Ήδη στις 20 Μαρτίου οι συμμαχικές δυνάμεις, προ της υπεροχής των Μπολσεβίκων, αποφασίζουν να εγκαταλείψουν την Οδησσό και την Ουκρανία και, έτσι, έληξε άδοξα η τυχοδιωκτική  επιχείρηση δεκατεσσάρων κρατών του καπιταλιστικού κόσμου να εμπλακούν στον ρωσικό εμφύλιο για τη συντριβή της κομμουνιστικής επανάστασης. Όσο για την Ελλάδα η αποστολή εκστρατευτικού σώματος κόστισε τόσο στον Ποντιακό Ελληνισμό, γιατί οι Πόντιοι της Ρωσίας κρίθηκαν μη νομιμόφρονες και επί Στάλιν υπέστησαν διώξεις, όσο και, κυρίως, στη μεγάλη περιπέτεια της Μικρασιατικής εκστρατείας, διότι ήδη έως τα μέσα της δεκαετίας του 1920 η Ρωσία ομαλοποίησε τις σχέσεις της με τα γειτονικά κράτη και τις Μεγάλες Δυνάμεις και συνήψε διμερή συμφωνία με Εσθονία, Λιθουανία, Λετονία, Πολωνία, Ιράν, Τουρκία, και εμπορικές συμφωνίες με τη Βρετανία και τη Γερμανία (βλ. Μαν. Κούμας: «Η εξωτερική πολιτική της Σοβιετικής Ένωσης την περίοδο του Μεσοπολέμου», στο: «Βλαντιμίρ Ίλιτς Λένιν. Εκατό χρόνια από το θάνατό του», εφημ. «Η Καθημερινή», ειδική έκδοση, 28-01-2024, σσ. 179-185). Μοιραία  υπήρξε αυτή η εμπλοκή της Ελλάδας για την έκβαση της Μικρασιατικής εκστρατείας. Διότι «από τον Μάρτιο του 1921 η Σοβιετική Ρωσία και η Τουρκία είχαν κοινά σύνορα. Πλέον η βοήθεια που υποσχέθηκε ο Λένιν στον Κεμάλ διακινούνταν ανεμπόδιστα. Έτσι, το σύνολο της βοήθειας αυτής ανήλθε σε περίπου 39.000 τυφέκια, 327 πολυβόλα, 54 κανόνια, 63 εκατομμύρια σφαίρες, 147.000 βλήματα, 200 κιλά χρυσό σε ράβδους και 40 εκατομμύρια τουρκικές λίρες». (βλ. Χαράλ. Γάππας: «Η προσέγγιση Λένιν-Κεμάλ», «Η Καθημερινή», ό.π. σσ. 186-195).

 

Το 5/42 Σύνταγμα Πεζικού στη Μικρά Ασία.

Ιούνιος 1919 – Αύγουστος 2021

Το 5/42 Σύνταγμα Πεζικού στο διάστημα 16-19 Ιουνίου 1919 μεταφέρεται από τη Ρουμανία στη Σμύρνη και έτσι ο ανθυπασπιστής Γιώργος Μπαρούτας έχει την τύχη να γνωρίσει και την θρυλική πρωτεύουσα της Ιωνίας. Την 28η Ιουνίου το Σύνταγμα κινείται οδικώς μέσω Νυμφαίου στη Μαγνησία όπου αντικαθιστά το 5οΣύνταγμα Αρχιπελάγους. Την 8η και 29η Ιουλίου αποκρούει δύο επιθέσεις Τσετών κατά του Παπαζλί. Την 31η Ιουλίου έχει υπό τον έλεγχό του τον υποτομέα από τη στενωπό Μιχακλί μέχρι το Αχμετλί νοτίως. Την 31ηΑυγούστου σταθμεύει στη Μαγνησία. Στο διάστημα 19-22 Νοεμβρίου συμμετέχει στην κατάληψη της καθορισθείσης γραμμής στο βορειοδυτικό τμήμα του τομέα της ΧΙΙΙ Μεραρχίας. Την 12η Δεκεμβρίου μετακινείται στη Μαγνησία και το Παπαζλί και την 8ηΙανουαρίου 1920 συμμετέχει με έναν λόχο μαζί με το 1/3 Τάγμα σε επίθεση κατά τουρκικού τμήματος που κατείχε το Ζεϊμπάν, 4 χιλιόμ. βορειοανατολικά του Σιτζιρλί. Ύστερα από ανακουφιστική αδράνεια τεσσάρων περίπουμηνών, την 31η Μαΐου σταθμεύει διαδοχικά σε Κολ Ντερέ, Παπαζλί και Μουντεβελί.

Ο Γιώργος Μπαρούτας, που συμμετέχει σε όλες τις ανωτέρω δραστηριότητες, στις 24 Ιουλίου 1919 προάγεται σε έφεδρο ανθυπολοχαγό, λόγω της γενναιότητας που επέδειξε στην Ουκρανία και την περιοχή της Σμύρνης τον τελευταίο μήνα, ίσως να έπαιξε κάποιον ρόλο και η συμμετοχή του στην Εθνική Άμυνα. Εντούτοις, αναγκάστηκε να αποποιηθεί τη σπουδαία και άκρως  τιμητική αυτή προαγωγή, διότι τέθηκε ενώπιον του διλήμματος ή έφεδρος ανθυπολοχαγός χωρίς μονιμότητα στο στράτευμα ή παραμονή στο βαθμό του ανθυπασπιστή, αλλά με μονιμοποίηση που, φυσικά, σήμαινε επαγγελματική εξασφάλιση. Προτίμησε ο νεαρός Μεσοχωρίτης ανθυπασπιστής τη μονιμοποίηση  στον κατεχόμενο βαθμό του ανθυπασπιστή με βάση το από 1 Οκτωβρίου Β. Δ/γμα (βασιλιάς ο Αλέξανδρος) που δημοσιεύτηκε στο υπ’ αριθ. 227/04-10-1919, τεύχ. Γ΄ της εφημερίδας της κυβερνήσεως και το σε περίληψη περιεχόμενο του Δ/τος έχει ως εξής: «Περί μονιμοποιήσεως και προβιβασμού εφέδρων Αξιωματικών και Ανθυπασπιστών επί διακεκριμένη πράξει επί του πεδίου της μάχης δια τις επιχειρήσεις Ουκρανίας και Μικράς Ασίας». Ειδικότερα, για όσους διακρίθηκαν στην Ουκρανία από το Σώμα του Πεζικού μονιμοποιήθηκαν ένας υπολοχαγός, πενήντα έξι ανθυπολοχαγοί και είκοσι τρεις ανθυπασπιστές. Ο Γ. Μπαρούτας ορκίστηκε ως μόνιμος ανθυπασπιστής στις 31 Οκτωβρίου 1919. Δυστυχώς, τα στοιχεία του που είναι καταχωρισμένα στα Στρατιωτικά Αρχεία έχουν κενά. Για παράδειγμα, η προαγωγή του σε ανθυπολοχαγό στις 24-07-1919 αναγράφεται μόνο στην καρτέλα προαγωγών και μονάδων όπου υπηρέτησε, ενώ στο «Μητρώον Αξιωματικών» δεν αναγράφεται μεν η προαγωγή του αυτή, όμως αναγράφονται η προσχώρησή του στην Εθνική Άμυνα και η ορκωμοσία του ως μόνιμου ανθυπασπιστή.

Το 1920 τα κυριότερα πολεμικά γεγονότα, στα οποία πρωταγωνιστεί το 5/42 Σύνταγμα ευζώνων, είναι συνοπτικά τα ακόλουθα: Στο διάστημα 9-12 Ιουνίου η 13ηΜεραρχία, στην οποία ανήκει το Σύνταγμα Πλαστήρα, καταλαμβάνει τη γραμμή Σαραχανλί-Μάρμαρα, τη γραμμή Σαλιχλί-Λόφοι Μπιν Τεπέ και τη Φιλαδέλφεια. Στις 11 Οκτωβρίου 1920 τουρκικές δυνάμεις επιτέθηκαν εναντίον του 2ου και 3ου Συντάγματος της 13ης Μεραρχίας, ενώ το 5/42 σταθμεύει στο Ενβανλάρ. Τη νύχτα της 14ηςπρος την 15η Οκτωβρίου αντεπίθεση του 2ου Συντάγματος Πεζικού (Κονδύλης) και του 5/42 στο Τσεντίς Χαν καταλήγει σε συντριβή των Τούρκων και κατάληψη της πόλης Τσεντίς. Το 5/42 από τις 29 Οκτωβρίου μέχρι τις 6 Νοεμβρίου συμπτύσσεται χωρίς εχθρική επίθεση στη γραμμή Σιλά Ογλού-Μαντά, δυτικά της Προύσας. (βλ. Γ.Ε.Σ.: «Η εκστρατεία εις την Μικράν Ασίαν 1919-1922. Επιχειρήσεις Φιλαδελφείας – Προύσης – Ουσύκ. Ιούνιος-Νοέμβριος 1920). Δυστυχώς, η ήττα του Βενιζέλου στις εκλογές τον Νοέμβριο 1920 και η επάνοδος του Κωνσταντίνου ανέτρεψαν κάθε αισιόδοξη προοπτική για την έκβαση της παρουσίας του ελληνικού στρατού στην Ιωνία και την τύχη του μικρασιατικού Ελληνισμού.

Η μεγαλύτερη και μοιραία ελληνική επίθεση άρχισε στις 10 Μαρτίου 1921. Στις 24 Μαρτίου / 6 Απρ. το 5/42 επιτίθεται στην περιοχή Τομλού-Μπουσάρ (περιοχή Αφιόν) και οι Τούρκοι υποχωρούν προς Κιουτάχια, αλλά οι Έλληνες τώρα συνειδητοποιούν την ενδυνάμωση του κεμαλικού στρατού, του οποίου οι επιθέσεις χαρακτηρίζονται από οργάνωση και σοβαρότητα. Στις 2 Ιουλίου το Β΄ Σώμα Στρατού, στο οποίο, ως γνωστόν, ανήκουν η 13η Μεραρχία και το Σύνταγμα Πλαστήρα, δίνει σκληρές μάχες στο Ακτσάλ Δαγ και τα υψώματα Τσαούς Τσιφλίκ και, μετά από ολοήμερη μάχη, καταλαμβάνει τόσο την περιοχή όσο και την Κιουτάχιααναγκάζοντας τους Τούρκους σε υποχώρηση. Στις 8 Ιουλίου οι Τούρκοι, υπό την ηγεσία του Ισμέτ (Ινονού), αντεπιτέθηκαν στο Εσκί Σεχίρ εναντίον των Α΄ και Β΄ Σωμάτων Στρατού, όμως αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν και να σταματήσουν στην ανατολική όχθη του Σαγγαρίου, γιατί κινδύνευαν να υπερφαλαγγιστούν από το Β΄ Σ. Στρατού. Τώρα πλέον αρχίζει η δραματική μάχη του Σαγγαρίου (βλ. Γ.Ε.Σ.: «Η εκστρατεία εις την Μικράν Ασίαν 1919-1922. Επιθετικαί επιχειρήσεις, Δεκεμβρίου 1920 – Μαρτίου 1921, τόμ. Γ΄).

Προκειμένου να τιμηθούν για τις μέχρι τώρα ηρωικές πράξεις τους στη Μικρά Ασία, αλλά και να ανυψωθεί το ηθικό αξιωματικών και οπλιτών, στους οποίους ανατέθηκε το τεράστιο καθήκον να συντρίψουν τις δυνάμεις του Κεμάλ, οι οποίες όμως αγωνίζονταν μέσα στη χώρα τους, το ελληνικό υπουργείο Στρατιωτικών, βάσει Β. Δ/γματοςπου εκδόθηκε στις 19 Ιουνίου 1921 στο Κορδελιό της Σμύρνης, αποφάσισε να απονείμει το «αργυρούν αριστείον της ανδρείας» σε ανθυπασπιστές και οπλίτες «δια την εξαίρετον διαγωγήν ην επεδείξαντο κατά τα ενΜ. Ασία επιχειρήσεις του Μαρτίου 1921». Το «αργυρούν αριστείον ανδρείας» αποτελεί την ύψιστη ηθική διάκριση για έναν πολεμιστή (το «χρυσούν» απονέμεται στους αξιωματικούς από τον βαθμό του ανθυπολοχαγού και άνω). Μεταξύ των έντεκα ανθυπασπιστών της ΧΙΙΙ Μεραρχίας που τιμήθηκαν ήταν και ο ανθυπασπιστής Γ. Μπαρούτας (βλ. «Περί απονομής αργυρού Αριστείου Ανδρείας εις Ανθυπασπιστάς και Οπλίτας», ΔιεύθυνσιςΠροσωπικού, Τμ. ΙΙ, αριθ. πρωτ. 177494 (943), εν Αθήναις 10 Αυγούστου 1921, Εγκύκλιοι Δ/γαί 1921, Β΄ τμ.. Επίσης, «Τάγματα Αριστείας και στρατιωτικά μετάλλια Ελλάδος», εκδ. Πολεμικού Μουσείου, Αθήνα 1991. Και Φ.Ε.Κ. αριθ. 167, τεύχ. Γ΄, 22-07-1921).

 

Μάχη Σαγγαρίου

Ο ηρωικός θάνατος του Γιώργου Βασ. Μπαρούτα

Είναι αμφίβολο αν ο τιμηθείς με το Αργυρό Αριστείο Ανδρείας Μεσοχωρίτης ανθυπασπιστής, μέσα στη θύελλα των αλλεπάλληλων γεγονότων, το φόρεσε ποτέ στο στήθος του, διότι καθ’ όλο το χρονικό διάστημα από τον Ιούνιο μέχρι και τις 10 Ιουλίου το 5/43 Σύνταγμα έδινε συνέχεια μάχες εναντίον συχνά υπέρτερων τουρκικών δυνάμεων, με κυριότερες στην περιοχή Μαλιάμπασι και Ντουζ-Τεπέ, ενώ παράλληλα απέκρουε και τις τουρκικές αντεπιθέσεις. Το δεκαήμερο 1-10 Αυγούστου το Σύνταγμα Πλαστήρα  προελαύνει ανατολικά, νότια του Σαγγαρίου και διερχόμενοι μέσα από τα βόρεια κράσπεδα της φοβερής, άνυδρης και αφιλόξενης Αλμυράς Ερήμου, αρκετοί Έλληνες στρατιώτες, μεταξύ   των οποίων και ένας Μεσοχωρίτης, πέθαναν από ηλίαση διασχίζοντάς την κατακαλόκαιρο. Οργή και αγανάκτηση με κατέλαβαν, όταν, συμμετέχοντας σε ομαδική εκδρομή πριν από λίγα χρόνια, διέσχιζα με το πούλμαν την Αλμυρά έρημο, την οποία πεζοπορώντας και φορτωμένοι με τον οπλισμό τους υπέστησαν χιλιάδες στρατευμένοι Έλληνες, μεταξύ των οποίων και ο πατέρας μου. Η τότε άθλια πολιτική ηγεσία έλαβε, μετά την εκλογική ήττα του Βενιζέλου, τον Νοέμβριο του 1920, τη μοιραία απόφαση για τη μικρασιατική εκστρατεία, παρά την προεκλογική υπόσχεσή της ότι θα απέσυρε τη Στρατιά από τη Μικρά Ασία και παρ’ όλο ότι στερηθήκαμε τη συμμαχική υποστήριξη μετά την επάνοδο του Κωνσταντίνου, ενώ η στρατιωτική ηγεσία αποτελούνταν από ανδρείκελα και ημιπαράφρονες, όπως ο αρχιστράτηγος της ήττας Χατζηανέστης. Στερούμενοι κάθε πολιτικού ρεαλισμού φιλοδοξούσαν να δρέψουν δάφνες ξεπερνώντας σε δόξα τον Βενιζέλο!

Στόχος της ελληνικής επιχείρησης στον Σαγγάριο ήταν να εκδιώξουν τα οχυρωμένα στην ανατολική όχθη του ποταμού τουρκικά στρατεύματα, ώστε ν’ ανοίξει ο δρόμος για την Άγκυρα. Το βάρος της επιχείρησης ανατέθηκε κυρίως στο Β΄ Σώμα Στρατού, στο οποίο ανήκε και το 5/42 Σύνταγμα. Στις 12 Αυγούστου το Β΄ Σ.Σ. (διοικητής ο πρίγκιπας Ανδρέας) διατάσσεται να επιτεθεί εναντίον των Τούρκων στην απότομη και βραχώδη τοποθεσία Καλέ Γκρότο (υψόμ. 1.250-1.400 μ.). Η επίθεση άρχισε στις 6 π.μ. της 13ης Αυγούστου. Το Σύνταγμα Πλαστήρα επιτίθεται στην τοποθεσία Καρά Τεπέ και καταλαμβάνει το δυτικό τμήμα του οροπεδίου Καρτσακλί. Εντυπωσιακή είναι η περιγραφή της μάχης από τον Δημ. Φωτιάδη (βλ. «Τα φοβερά ντοκουμέντα. Σαγγάριος. Εποποιία και καταστροφή στη Μικρά Ασία», εκδ. Φυτράκης, 1974, κυρίως σελ. 55-95): «Στα   βουνά όπου δεν φύτρωνε τίποτα. Μονάχα μαύρα βράχια. Εκεί όπου χιλιάδες πολεμιστές μας χάσανε τη ζωή τους στη μάταιη προσπάθειά τους να τα υποτάξουν, ανοίγοντας έτσι δρόμο προς την ασήμαντη πολιτεία που ήταν τότε η Άγκυρα. Γράψανε, με το νεανικό τους αίμα, ένα έπος που κανείς όμως δεν θέλει να το θυμάται, καθώς δεν το στεφάνωσε η δόξα… Μπροστά στο Β΄ Σώμα Στρατού ορθωνόταν το πιο κακοτράχαλο απ’ όλα εκείνα τα καταραμένα βουνά, το περιβόητο Καλέ Γκρότο… Στις 9 το πρωί της 13ηςΑυγούστου ορμούν να κατακτήσουν το βουνό σκαρφαλώνοντας σ’ απρόσιτες χαράδρες. Αιφνιδιάζονται οι Τούρκοι και, μέσα σε μια μονάχα ώρα εγκαταλείπουν απροσπέλαστες θέσεις και υποχωρούν. Γύρω στο μεσημέρι εξορμά και το 43ο Σύνταγμα της Μεραρχίας… στις 9 το βράδυ κυριεύουν την πιο ψηλή κορυφή του Καλέ Γκρότο». Τη μάχη περιγράφει και ο Φοίβος Ν. Γρηγοριάδης («Διχασμός. Μικρά Ασία, 1909-1930, Αθήνα 1971, κεφ. «Σαγγάριος», Β΄ τόμ,. σσ. 40-80): «Η 13ημεραρχία και ιδιαίτερα το 5/42 του Πλαστήρα αντιμετωπίζει πεισματική αντίσταση. Αλλά στο τέλος οι τσολιάδες της Ρούμελης εκτοπίζουν τον εχθρό με τη λόγχη». Το Β΄ Σώμα θα επιτεθεί προς το Καλέ Γκρότο για υπερκέραση της εχθρικής αμυντικής διατάξεως. Τρεις μεραρχίες (5η, 9η και 13η) και η ταξιαρχία ιππικού ανήκουν τώρα στο Σώμα αυτό…».

Η μάχη του Καλέ Γκρότο διήρκεσε από 13 μέχρι 18 Αυγούστου και το Β΄ Σώμα Στρατού είχε νεκρούς 35 αξιωματικούς και 529 οπλίτες.

Το Σεπτέμβριο 1921 το ελληνικό επιτελείο εγκαταλείπει το σχέδιο για διάσπαση του τουρκικού μετώπου και πορεία προς την Άγκυρα και ο ελληνικός στρατός υποχωρεί στη γραμμή εφορμήσεως, και, δυστυχώς, οι νίκες στην Κιουτάχια, το Εσκή Σεχίρ, το Ταρπούρ Ογλού, τη Σαπάντζα και το Καλέ Γκρότο δεν ωφέλησαν στον τελικό σκοπό, έστω και αν το 5/42, στις 30 Αυγούστου διαβαίνει τον Σαγγάριο και οργανώνει την άμυνά του. Οι Τούρκοι δικαιολογημένα πανηγύριζαν, γιατί σώθηκε η Άγκυρα!

Μέσα στην κόλαση της μάχης του Σαγγαρίου έπεσε ηρωικά μαχόμενος ο ανθυπασπιστής Γιώργος Βασ. Μπαρούτας, το παλικάρι της Μεσοχώρας. Η πιθανότερη ημερομηνία θανάτου του είναι η 13η Αυγούστου, πρώτη ημέρα της επίθεσης. Στην καρτέλα με τα στοιχεία του (Στρατιωτικά Αρχεία) σημειώνεται: «Διεγράφη φονευθείς προ του Καλέ Γκρότο υπηρετών εις 5. Ευζώνων την 13 Αυγ. 1921 ως εξάγεται εκ της καταστάσεως της Διοικήσεως του σταθμού χωροφυλακής Βυτσίστης». Όμως, σύμφωνα με το ατομικό δελτίο πεσόντα, που τηρείται στη Δ/νση Ιστορίας Στρατού, σκοτώθηκε στις 18 Αυγ. στην τοποθεσία Κερέζ Ογλού και παρόμοια είναι η πληροφορία στην επετειακή έκδοση «Νεκροί και εξαφανισθέντες, 1912-1930», σ. 9: «Μπαρούτας Γεώργιος Βασ., ανθυπασπιστής γενν. εις Βυτσίσταν Τρικάλων, εφονεύθη   Αυγούστου 18 1921 εις Κερέζογλου Νταγ», ενώ στον κατάλογο φονευθέντων αξιωματικών κατά τις επιχειρήσεις προς Άγκυρα (Αρχείο Δ.Ι.Σ., Φ. 370/Δ/1), που δημοσιεύεται στον Ε΄ τόμο, μέρος δεύτερο, εκδ. Δ.Ι.Σ., 1965, σσ. 211-214) μεταξύ των 217 αξιωματικών και ανθυπασπιστών, που σκοτώθηκαν, αναφέρεται και ο ανθυπασπιστής Γ. Μπαρούτας, αλλά ως υπηρετών στο 27οΣύνταγμα Πεζικού. Στο «Βιβλίο Μητρώον Αξιωματικών» (Στρατιωτικά Αρχεία) αναγράφεται μονάχα η ημερομηνία θανάτου που αυτή τη φορά είναι η 15η Αυγούστου. Στην εφημερίδα «Καθημερινή» της 8 Οκτ. 1921 δημοσιεύεται ο επίσημος κατάλογος των απωλειών των μεραρχιών V, ΙΧ και ΧΙΙΙ του Β΄ Σώματος Στρατού μετά τον 1η Αυγ. Σύμφωνα με τον κατάλογο ο ανθυπασπιστής Γεώργιος Βσ. Μπαρούτας υπηρετούσε στο 5/42 Σύνταγμα Ευζώνων της 13ης μεραρχίας του Β΄ Σώματος Στρατού. Η ανωτέρω πληροφορία είναι η εγκυρότερη, κατά τη γνώμη μου, όσον αφορά τη μονάδα όπου υπηρετούσε την ημέρα του θανάτου του, δηλαδή το 5/42 Σύνταγμα Ευζώνων, και συμφωνεί με την καρτέλα του Αρχείου Στρατού. Και το πιθανότερο είναι να έπεσε στις 13 Αυγ., την πρώτη μέρα της επίθεσης. Οι διαφορές στις πληροφορίες οφείλονται μάλλον στη σύγχυση που επικρατούσε στη διοίκηση του ελληνικού στρατού τη δραματική εκείνη περίοδο.

Ο Γιώργος Βασ. Μπαρούτας βίωσε όλα τα δεινά μέσα στη δίνη τριών πολέμων και αγωνίστηκε με  πραγματικόηρωισμό σε όλα τα πεδία των μαχών, όπου έλαβε μέρος. Τις προαγωγές, τους επαίνους και το αριστείο ανδρείας τα κατέκτησε κυριολεκτικά με το σπαθί του και μόνο, γιατί δεν είχε φοιτήσει σε καμιά στρατιωτική σχολή. Έπεσε στα είκοσι οκτώ του χρόνια  και, ως μόνιμος αξιωματικός, θα ήταν δυνατόν να φτάσει στο βαθμό του συνταγματάρχη. Έπεσε στη φοβερότερη μάχη της μικρασιατικής εκστρατείας, επιτιθέμενος και όχι οπισθοχωρώντας ή λιποτακτώντας, αγωνιζόμενος ηρωικά ως την τελευταία στιγμή της σύντομης ζωής του. Άγνωστο πού θάφτηκε. Καμιά επίσημη κηδεία δεν τελέστηκε γι’ αυτόν όπως και για χιλιάδες άλλους νέους που υπήρξαν ήρωες, αλλά όχι νικητές εξαιτίας μιας ανίκανης ηγεσίας. Πολέμησε για την απελευθέρωση της Μακεδονίας από τον βουλγαρικό ζυγό και τη σωτηρία του μικρασιατικού Ελληνισμού, μεγαλοϊδεάτης προσχώρησε στην Εθνική Άμυνα, παρασύρθηκε, δυστυχώς, ακολουθώντας τον Πλαστήρα, στη συμμαχική τυχοδιωκτική εκστρατεία στην Ουκρανία. Το όνομά του δεν απαθανατίστηκε σε κανένα Ηρώον, ούτε στο αριστουργηματικό Ηρώον πεσόντων στα Τρίκαλα κι ας καταγόταν από χωριό του νομού Τρικάλων. Όμως, στο μνημείο είναι χαραγμένα μόνο τα ονόματα πεσόντων που υπηρετούσαν στο 5ο Σύνταγμα που είχε έδρα τα Τρίκαλα.

Για την οικογένεια του Βασίλη Μπαρούτα η απώλεια του Γιώργου δεν ήταν η μόνη τραγωδία. Από τη Μικρά Ασία επέστρεψε τραυματίας ο άλλος γιος, ο Κώστας, έφεδρος ανθυπολοχαγός, λαμπρός αξιωματικός για όσους τον γνώριζαν, όμως με ορμητικό και ευέξαπτο χαρακτήρα, ενώ ήξερε και καλά γράμματα, χρησιμοποιώντας νευρώδες ύφος στον γραπτό λόγο του, όπως είχα την ευκαιρία να διαπιστώσω σε κάποιες επιστολές του, δημοσιευμένες στον τρικαλινό τύπο, σχετικές με θέματα του χωριού του, όπου υπήρξε ηγετική και εμβληματική φυσιογνωμία. Μετά την επιστροφή του από το μέτωπο ασχολήθηκε με το εμπόριο και άνοιξε το καλύτερο εμπορικό κατάστημα στη Μεσοχώρα. Ήταν κι αυτός πατριώτης και μεγαλοϊδεάτης, αλλά και αντικομμουνιστήςκι αυτός ήταν μάλλον ο λόγος να αρνηθεί την πρόταση του Σαράφη να γίνει υπασπιστής του, όταν άρχισε να οργανώνει τον Ε.Λ.Α.Σ. (σσ.: για τη σχετική πρόταση βλ. Στέφ. Σαράφη «Ε.Λ.Α.Σ.»). Αυτός ο ελεύθερος και ανυπότακτος χαρακτήρας και οι ιδέες του προκάλεσαν την αντίδραση του Ε.Λ.Α.Σ. μετά την καταστροφή της Μεσοχώρας από τους Γερμανούς (31 Οκτ. – 1 Νοεμ. 1943). Συνελήφθη και καταδικάστηκε σε θάνατο από το ανταρτοδικείο στα Πράμαντα και, μέχρι σήμερα, κανείς δεν γνωρίζει τις συγκεκριμένες κατηγορίες εναντίον του. Διατυπώνεται η υπόθεση ότι ο Άρης ήθελε να αποκεφαλίσει τις τοπικές κοινωνίες από τις ιδεολογικά αντίπαλες προσωπικότητες. Ολέθρια πολιτικά και ηθικά τακτική αν αυτή η εκδοχή αληθεύει. Και ενώ ο Γιώργος έπεσε μαχόμενος εναντίον του προαιώνιου εχθρού, ο Κώστας υπήρξε ένα από τα πρώτα θύματα του αρχόμενουαδελφοκτόνου εμφυλίου. Η οικογένεια του Βασίλη Μπαρούτα ξεκληρίστηκε και οι γέροντες έζησαν τα τελευταία χρόνια της ζωής τους στον Άγιο Βησσαρίωνα (Δούσικο), όπου και είναι θαμμένοι. Τραγικά θύματα του πολέμου κι αυτοί!

ΚΩΣΤΑΣ ΜΠΑΡΟΥΤΑΣ

Ιστορικός, συγγραφέας

​

roz-panthiras-adv1
χαλβάς Γούναρης

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *