Witold Lutoslawski (1913-1994) Γράφει η Νατάσα Παπαστάθη, καθηγήτρια μουσικής

Witold Lutoslawski (1913-1994)

«Για αυτές τις λειτουργικές μου συνθέσεις με διακόσμησαν οι αρχές…Συνειδητοποίησα ότι δεν έγραφα αδιάφορα μικρά κομμάτια, μόνο για να ζήσω, αλλά έκανα μια καλλιτεχνική δημιουργική δραστηριότητα για τα μάτια του έξω κόσμου»

Witold Lutoslawski

Ο σπουδαιότερος Πολωνός συνθέτης του 20ουαιώνα

Πολωνός συνθέτης, πιανίστας και διευθυντής ορχήστρας.

   Ο Βίτολντ Λουτοσλάβσκι γεννιέται στη Βαρσοβία το 1913 λίγο πριν το ξέσπασμα του Α Παγκοσμίου Πολέμου. Η οικογένεια αναγκάζεται να μετακινηθεί προς τη Μόσχα, όπου ο πατέρας του, όντας ενεργός πολιτικά, οργανώνει πολεμικές λεγεώνες που θα μπορούσαν να βοηθήσουν στην απελευθέρωση της Πολωνίας. Συλλαμβάνεται όμως και εκτελείται από ένα εκτελεστικό απόσπασμα το Φθινόπωρο του 1918. Μετά τον πόλεμο η μητέρα με τα τρία παιδιά της επιστρέφουν στη Βαρσοβία και προσπαθούν να αναδιοργανωθούν. Ο Βίτολντ αρχίζει μαθήματα πιάνου, βιολιού και στη συνέχεια σύνθεσης, δείχνοντας μια ιδιαίτερη ευχαίρεια στη μουσική φόρμα της σονάτας. Αποφοιτά από το Ωδείο της Βαρσοβίας επιτυχώς με δίπλωμα πιάνου και δίπλωμα σύνθεσης. Τα έργα του πρωτοπαρουσιάζονται από την Πολωνική Ραδιοφωνική Συμφωνική Ορχήστρα και αρκετά από αυτά μεταδίδονται από το ραδιόφωνο.

  Για να κερδίσει τα προς το ζην εργάζεται ως πιανίστας – ενορχηστρωτής, ενώ δημιουργεί ένα ντουέτο πιάνου με φιλικό του πρόσωπο και παίζουν μουσική στα καφέ της Βαρσοβίας. Το ρεπερτόριό τους περιλαμβάνει ένα ευρύ φάσμα μουσικής. Προκλητικά, παίζουν κάποιες φορές πολωνική μουσική, την οποία οι Ναζί απαγόρευαν —συμπεριλαμβανομένης και αυτής του Σοπέν, ενώ ταυτόχρονα συνθέτει τραγούδια της Αντίστασης. Η ακρόαση στα καφενεία είναι ο μόνος τρόπος με τον οποίο οι Πολωνοί της κατεχόμενης από τους Γερμανούς Βαρσοβίας μπορούν να ακούσουν ζωντανή μουσική. Η πραγματοποίηση συναυλιών είναι αδύνατη, καθώς οι Γερμανοί που κατέλαβαν την Πολωνία απαγόρευαν κάθε οργανωμένη συγκέντρωση. Ο Λουτοσλάβσκι φεύγει από τη Βαρσοβία τον Ιούλιο του 1944 με τη μητέρα του, λίγες μόνο μέρες πριν από την Εξέγερση της Βαρσοβίας, διασώζοντας μόνο μερικές παρτιτούρες και σκίτσα. Η υπόλοιπη μουσική του χάνεται κατά τη διάρκεια της ολοκληρωτικής καταστροφής της πόλης από τους Γερμανούς μετά την αποτυχία της εξέγερσης.  Η οικογένεια επιστρέφει στα ερείπια της Βαρσοβίας μετά την πολωνοσοβιετική συνθήκη τον Απρίλιο του 1945.

  Μεταπολεμικά, εκλέγεται γενικός γραμματέας και ταμίας της Ένωσης Πολωνών συνθετών και παντρεύεται την Maria Bogusławska, ενώ για να συντηρήσει την οικογένειά του συνθέτει διάφορα έργα προς πώληση.

  Το σταλινικό πολιτικό κλίμα επιβάλλεικαλλιτεχνική λογοκρισία, μουσική καταπίεσηκαι καταδικάζει τη σύγχρονη μουσική σύνθεση που θεωρήθηκε μη κομφορμιστική. Η Ένωση Πολωνών Συνθετών καταλαμβάνεται από μουσικούς που είναι πρόθυμοι να ακολουθήσουν αυτή τη γραμμή κι έτσι ο Λουτοσλάφσκι, ως αντίθετος, παραιτείται από την επιτροπή. Τα έργα αυτών των χρόνων είναι σχεδόν απαγορευμένα και η κατάσταση αυτή επηρεάζει τη μουσική σκέψη και τα συναισθήματα του συνθέτη.

  Μετά το θάνατο του Στάλιν εμφανίζεται μια χαλαρότητα σε όλη αυτή την καλλιτεχνική καταπίεση και σιγά σιγά οι ρυθμοί της μουσικής δημιουργίας επανέρχονται με αδιάκοπες συνθέσεις, παραστάσεις, φεστιβάλ κλπ. Το έργο που του δίνει τη διεθνή αναγνώριση είναι το «Musique Funebre» που γράφτηκε για τα δέκα χρόνια από το θάνατο του Μπάρτοκ. Το Φεστιβάλ του Άλντεμπουργκ δημιουργείται από τον Μπρίτεν, με τον οποίο αναπτύσσει δυνατή φιλία και συνεργασία.

  Συνεχίζοντας το πολυάσχολο πρόγραμμά τουως πιανίστας και διευθυντής ορχήστρας, ταξιδεύει στις Ηνωμένες Πολιτείες, την Αγγλία, τη Φινλανδία, τον Καναδά, την Ιαπωνία και σχεδιάζει καινούριες συνθέσεις. Δυστυχώς όμως, αρρωσταίνει από καρκίνο. Υποβάλλεται άμεσα σε επέμβαση, αλλά εξασθενεί σύντομα και πεθαίνει στη Βαρσοβία το 1994. Η σωρός του έχει αποτεφρωθεί.

  Τα πρώτα έργα του, όπως αναφέρθηκε, ήταν συνθέσεις υποκείμενες στους περιορισμούς που επέβαλλε η επίσημη εμμονή σε ένα ύφος βασισμένο στο λαϊκό παραδοσιακό τραγούδι. Λίγο αργότερα έγινε δυνατή μια πιο ελεύθερη προσέγγιση και άρχισε να χρησιμοποιεί το δωδεκαφθογγισμό που κι αυτό δεν το θεώρησε αποδοτικό. Τα μετέπειτα έργα του συνδυάζουν την τεχνική του αλεατορισμού* με πιο παραδοσιακές φόρμες. Η μουσική υφή έχει ιδιάζουσα σημασία και σε ορισμένα του έργα φαίνεται η επιρροή του Βέμπερν. Ο ίδιος περιγράφει τη μουσική σύνθεση ως μια αναζήτηση για τους ακροατές που σκέφτονται κι αισθάνονται με τον ίδιο τρόπο που σκέφτεται κι εκείνος. Κάποτε την αποκάλεσε «αλιεία των ψυχών».

  Θεωρείται ο σπουδαιότερος Πολωνός συνθέτης της νεότερης γενιάς και απ’ τους σημαντικότερους ευρωπαίους μουσικούς του 20ου αιώνα. Έχει τιμηθεί με πολλά βραβεία. Μερικά από αυτά είναι το «Βραβείο Ernst vonSiemens», το «Τάγμα των Κατασκευαστών της Λαϊκής Πολωνίας», το «Μουσικό Βραβείο Leonie Sonning», την υψηλότερη μουσική διάκριση της Δανίας, ενώ προς το τέλος της ζωής του του απονεμήθηκε το «Τάγμα του Λευκού Αετού», η υψηλότερη τιμή του πολωνικού κράτους και πολλά άλλα. Έγραψε έργα για ορχήστρα, χορωδία, για φωνή, για πιάνο, για χάλκινα πνευστά και μουσική δωματίου. Επίσης, με το ψευδώνυμο Derwind, έγραψε ελαφρά μουσική.

*Aλεατορική μουσικήΑπό τη λατινική λέξη alea, που σημαίνει «ζάρια». Μουσική γραφή του 20ού αιώνα, στην οποία κάποιες παράμετροι αφήνονται στην τύχη και οι εκτελεστές καλούνται να αποφασίσουν ποιες ενότητες, νότες ή ρυθμούς θα παίξουν.

Αλεατορισμός – η αναζήτηση του τυχαίου

 

roz-panthiras-adv1
χαλβάς Γούναρης

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *