Settimia Caccini (1591 – 1638) Γράφει η Νατάσα Παπαστάθη Καθηγήτρια μουσικής

ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΣΥΝΘΕΤΡΙΕΣ

Γράφει η Νατάσα Παπαστάθη, καθηγήτρια μουσικής

 

Settimia Caccini (1591 1638)

Ιταλίδα συνθέτρια και τραγουδίστρια

  H Settimia Caccini γεννήθηκε το 1591 στη Φλωρεντία της Ιταλίας. Ήταν η μικρότερη κόρη του διάσημου συνθέτη Giulio Caccini και της τραγουδίστριας Lucia Gagnolanti. Η μητέρα της πέθανε όταν η Settimia ήταν πολύ μικρή. Είχεαδέρφια την Francesca Caccini (αναφορά στο προηγούμενο άρθρο), επίσης συνθέτρια και τραγουδίστρια, και τον Pompeo Caccini,τραγουδιστή. Λόγω του μουσικού χαρίσματοςτης οικογένειάς της, η Settimia ξεκίνησε τη μουσική της εκπαίδευση σε νεαρή ηλικίαέχοντας ως δάσκαλο τον πατέρα της, προσπαθώντας να είναι μια επιτυχημένη τραγουδίστρια και συνθέτης, όπως και τα αδέρφια της. Ο πατέρας της εργαζόταν στην Οικογένεια των Μεδίκων που κυβέρνησε τμήμα της Φλωρεντίας. Ο Giulio πέρασε μεγάλο μέρος της καριέρας του στην οικογένειά τους, καθώς τους δίδαξε μουσική και έφτιαξε ένα φωνητικό οικογενειακό συγκρότημα. Ενώ εργαζόταν εκεί, ο Giulio μυήθηκε στο «Concerto delle done»,μια ομάδα διάσημων για την τεχνική και την καλλιτεχνική τους δεξιοτεχνία επαγγελματιών τραγουδιστών που προσλήφθηκαν από την αυλή της Φεράρα. Τα βασικά μέλη του γκρουπ ήταν οι σοπράνο Laura PeveraraLivia d’Arco και AnnaGuarini. O πατέρας Caccini έπεισε το «Concertodelle done» να εκπαιδεύσει τις κόρες του, ώστε να τραγουδήσουν κι εκείνες με τον ίδιο εντυπωσιακό τρόπο. Αντί να τραγουδούν λοιπόν σόλο που ήταν ευρέως δημοφιλές εκείνη την εποχή, ο Giulio επέμεινε ότι είχαν εκπαιδευτεί να τραγουδήσουν και ως ομάδα, που ονομαζόταν «Il Concerto Caccini»Τόσο η Settimia, όσο και η Francesca τραγούδησαν ως σοπράνο. Το 1600, οι αδερφές τραγούδησαν στην όπερα του πατέρα τους «Il rapimento di Cefalo» για το γάμο της Μαρίας των Μεδίκων και του Ερρίκου Δ της Γαλλίας.

  Οι δύο αδερφές μεγάλωσαν με παρόμοιες ζωές, παίζοντας μαζί και μαθαίνοντας πώς να τραγουδούν και να συνθέτουν μουσική. Η οικογένεια σύντομα όμως ακολούθησε χωριστούς δρόμους, πραγματοποιώντας ο καθένας τη δική του μουσική καριέρα. Η Settimia έγινε διάσημη ως σολίστ καλλιτέχνης, όταν πήγε στη Μάντοβα όπου τραγούδησε τον ρόλο της SopranoVenus, από την όπερα «L΄Arianna», της Dido και της Aurora στο «Mercurio e Marte» του Μontevedi. Κατά τη διάρκεια όλης αυτής της επιτυχίας, της προσφέρθηκαν πολλές προτάσεις γάμου και προσφορές εργασίας, μια από τις οποίες ήταν από την αυλή της Μάντοβα και από τον EnzoBentivoglio στη Ρώμη.

Το 1609 η Settimia παντρεύτηκε τον τραγουδιστή και συνθέτη Alessandro Ghivazzani  και την ίδια χρονιά προσλήφθηκαν και οι δύο στους Mεδίκους. Δύο χρόνια αργότερα εγκατέλειψαν την αυλή των Μεδίκων και μετακόμισαν στη Μάντοβα για να υπηρετήσουν την αυλή Γκονζάγκα. Ο Ghivazzani εργάστηκε στη Μάντοβα πιθανότατα μέχρι το τέλος της ζωής του, το 1632. Μετά το θάνατο του Ghivazzani, η Settimia επέστρεψε στη Φλωρεντία όπου επανήλθε στην αυλή των Μεδίκων. Παρέμεινε στην αυλή κι εκείνη μέχρι το θάνατό της το 1638. Η ημερομηνία του θανάτου της είναι αβέβαιη.

  Η Settimia Caccini είναι κυρίως γνωστή για την ερμηνεία αριών άλλων συνθετών, αλλά και ως πρωταγωνίστρια σε όπερες, με μεγάλη εκτίμηση από τους συγχρόνους της. Την εκτιμούσαν πολύ και λόγω της υψηλής αμοιβής που ζητούσε. Ήταν μία ενεργός συνθέτης αλλά κανένα έργο της δεν δημοσιεύτηκε από την ίδια ή όσο ζούσε. Έγραψε αρκετά κομμάτια, αλλά τα περισσότερα από αυτά έχουν χαθεί. Στα είκοσι χρόνια τηςσυνέθεσε το πρώτο δικό της έργο για το καρναβάλι «Mascherate delle Ninfe della Senna», το οποίο ήταν ένα από τα πολλά καρναβάλια με μασκοφόρους στη Βενετία.  Η σταδιοδρομία της περιελάμβανε κυρίως εμφανίσεις για την υψηλή κοινωνία και την αριστοκρατία.

 Οκτώ από τις συνθέσεις της Caccini σώθηκαν και όλες συνοδεύονται από ιταλική μονωδία. Αυτά τα μουσικά κομμάτια έχουν εκφραστικές μελωδίες και ερμηνεύονται συνήθως σολιστικάμε τη συνοδεία basso continuo. Αυτά ακριβώς ήταν ένα πολύ δημοφιλές στυλ ιταλικής μονωδίας. Μερικές από τις άριες της δημοσιεύονται πλέον ως άριες για πιάνο, όπωςτο βιβλίο «4 Arias». Το πιο διάσημο κομμάτι της που δημοσιεύτηκε ήταν η άρια που ονομαζόταν «Gia sperai non spero hor piu».Δημοσιεύτηκε σε μια συλλογή ιστορικής μουσικής του 17ου αιώνα. 

  Μερικά από τα άλλα έργα της Caccini για σοπράνο και μπάσο continuo είναι τα «Core di questo core», «Cantan gl’augelli» και «Due luce ridenti».

«Η Settimia Caccini τραγούδησε τις άριές μου

με υπεράνθρωπη χάρη και αγγελική φωνή»

Claudio Monteverdi

 

roz-panthiras-adv1
χαλβάς Γούναρης

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *