Scott Joplin (1868-1917) Γράφει η Νατασα Παπαστάθη Καθηγήτρια Μουσικής

Aθανασία Παπαστάθη

Scott Joplin (1868-1917)

Ο Βασιλιάς του Ragtime

Νέγρος αμερικανός συνθέτης και πιανίστας ragtime.

Γεννιέται στην Τεξαρκάνα του Τέξας το 1868 από πατέρα υπάλληλο σιδεροδρόμου και ερασιτέχνη βιολιστή και μητέρα Αφροαμερικανίδα κιθαρίστρια σε μια πολύτεκνη οικογένεια με έξι παιδιά. Έτσι λοιπόν, ο νεαρός Σκοτ έχει τη στοιχειώδη μουσική εκπαίδευση από την πατρική εστία. Πολύ σύντομα όμως, ο πατέρας εγκαταλείπει την οικογένεια για μια άλλη γυναίκα. Η μητέρα του, βλέποντας τις ικανότητες του γιου της, βάζει τα δυνατά της να τον σπουδάσει μουσική. Αρχικά διδάσκεται από ντόπιους δασκάλους, ενώ στην πορεία, διδάχθηκε το μεγαλύτερο μέρος των μουσικών του γνώσεων από τον Γερμανοεβραίο Αμερικανό καθηγητή Julius Weiss, ο οποίος αντιλαμβανόμενος τις δυσκολίες της οικογένειαςδεν ζητάει ποτέ δίδακτρα. Τον μυεί στην κλασική αλλά και στη λαϊκή μουσική, του διδάσκει πιάνο, κιθάρα, μαντολίνο και θεωρητικά. Και το σπουδαιότερο, να εκτιμήσει τη μουσική τόσο ως τέχνη, όσο και ως ψυχαγωγία. Κατά τη διάρκεια τη εφηβείας του δημιουργεί διάφορα μουσικά σχήματα και γίνεται ουσιαστικά μουσικός του δρόμου. Παίζει πιάνο σε εκκλησίες και σε οίκους ανοχής για τα προς το ζην. Στα εικοσιπέντε του χρόνια, ενώ βρισκεται στο Σικάγο για την Παγκόσμια Έκθεση, ο Τσόπλιν σχηματίζει ένα συγκρότημα στο οποίο παίζει σάλπιγγα και ταυτόχρονα διασκευάζει τη μουσική του συγκροτήματος. Αν και η Παγκόσμια Έκθεση ελαχιστοποίησε τη συμμετοχή Αφροαμερικανών, οι μαύροι καλλιτέχνες εξακολουθούσαν να έρχονται στα σαλόνια, στα καφέ και στους οίκους ανοχής που πλαισιώνουν την έκθεση. Την έκθεση παρακολούθησαν 27 εκατομμύρια επισκέπτες και είχε βαθιά επίδραση σε πολλούς τομείς της αμερικανικής πολιτιστικής ζωής, συμπεριλαμβανομένου του ραγκτάιμ. Αν και οι συγκεκριμένες πληροφορίες είναι αραιές, πολλές πηγές έχουν αποδώσει στην Παγκόσμια Έκθεση του Σικάγου τη διάδοση της δημοτικότητας του ραγκτάιμ. Ο Τσόπλιν διαπιστώνει έκπληκτος ότι η μουσική του, όπως και άλλων μαύρων ερμηνευτών, είναι δημοφιλής στους επισκέπτες. Επιδίδεται στη διδασκαλεία του πιάνου και σε συνθέσεις που, όπως αποδεικνύεται από τα μετέπειτα χρόνια, άφησαν εποχή και είναι ιδιαίτερα δημοφιλείς μέχρι σήμερα. Μέχρι το 1897, το ραγκτάιμ είχε γίνει μια εθνική τρέλα στις πόλεις των ΗΠΑ. Ανάμεσα στους μαθητές του συγκαταλέγονται οι μελλοντικοί συνθέτες ράγκταιμ ΆρθουρΜάρσαλ, Σκοτ Χέιντεν και Μπρουν Κάμπελ.

   Στις αρχές του του 20ου αιώνα κάνει έναν γάμο και αποκτά μια κόρη, η οποία πεθαίνει βρέφος και άμεσα χωρίζει με τη σύζυγό του. Αρρωσταίνει από σύφιλη κι αυτό έχει επίπτωση στις πιανιστικές του δεξιότητες. Ένα χρόνο μετά κάνει τον δεύτερο γάμο του, αλλά η σύζυγός του νοσεί από πνευμονία και πεθαίνει δύο μήνες μετά. Της έχει αφιερώσει το «Βethana», ένα μαγευτικά όμορφο κομμάτι που συγκαταλέγεται στα σπουδαιότερα βαλς ραγκτάιμ. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, ο Τσόπλιν δημιουργεί μια ομάδα όπερας 30 ατόμων και παρουσιάζει την πρώτη του όπερα «A Guest ofHonor»για μια εθνική περιοδεία. Το 1907 μετακομίζει στη Νέα Υόρκη κι εκεί παντρεύεται την τρίτη σύζυγό του Λόττι. Εκεί προσπαθεί να ανεβάσει τη δεύτερη όπερά του μόνο με φωνή και πιάνο, εγχείρημα το οποίο ήταν μια τεράστια αποτυχία.

  Τα τελευταία του χρόνια, αφού πέτυχε τη φήμη του ως συνθέτης, ο Τσόπλιν στέλνει στον πρώην δάσκαλό του Weiss, δώρα και χρήματα καθώς είναι γέρος και άρρωστος σε ανταπόδωση και ευγνωμοσύνη της προσφοράς του.

   Σταδιακά η υγεία του Τσόπλιν επιδεινώνεται, αφού η σύφιλη τον παιδεύει χρόνια και εξελίσσεται σε νευροσύφιλη – άνοια. Εισάγεται στο Κρατικό Νοσοκομείο του Μανχάταν όπου αφήνει την τελευταία του πνοή τον Απρίλιο του 1917. Είναι θαμμένος στο Κοιμητήριο του Αγίου Μιχαήλ στο Έλμχερστ.

  Ο συνδυασμός της κλασικής μουσικής, η μουσική ατμόσφαιρα που υπάρχει γύρω από την πόλη όπου μεγάλωσε, συμπεριλαμβανομένων των τραγουδιών εργασίας, των ύμνων των ευαγγελίων, των πνευματικών και της χορευτικής μουσικής και η φυσική ικανότητα του Τσόπλιν, συνέβαλλαν σημαντικά στην επινόηση ενός νέου στυλ που συνδύαζε τα αφροαμερικανικά μουσικά στυλ με Ευρωπαϊκές φόρμες και μελωδίες . το Ragtime. Η μουσική του Τσόπλιν ανακαλύφθηκε ξανά και επέστρεψε στη δημοτικότητα στις αρχές της δεκαετίας του 1970 με την κυκλοφορία ενός άλμπουμ εκατομμυρίων πωλήσεων που ηχογραφήθηκε από τον Τζ. Ρίφκιν. Ακολούθησε η βραβευμένη με Όσκαρ ταινία του 1973 «The Sting», η οποία περιελαμβάνει την πιο αξιοσημείωτη από τις συνθέσεις του Τσόπλιν το «The Entertainer». Το 1976, ο Τσόπλιν τιμήθηκε μετά θάνατον με τοΒραβείο Πούλιτζερ.

  Τα δημοφιλή rags του για πιάνο, εκτός από το «The Entertainer», συμπεριλαμβάνουν τα«Maple Leaf Rag», «Wall Street Rag» κ.α. Η αναβίωση του λαϊκού ενθουσιασμού για τη μουσική του Τζόπλιν στα μέσα της δεκαετίας του 1970, οφείλεται κυρίως στις προσπάθειες του Αμερικανού πιανίστα και μουσικολόγου Τζόσουα Ρίφκιν.

«…ένα πραγματικό κάλεσμα της άγριας φύσης, που ταρακούνησε δυνατά τους παλμούς των ανθρώπων που εκτρέφονταν από τις πόλεις»

Εφημερίδα St. Louis Dispatch για το Ragtime

 

 

roz-panthiras-adv1
χαλβάς Γούναρης

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *