Pierre Boulez (1925 – 2016) Γράφει η Νατασα Παπαστάθη Καθηγήτρια μουσικής

Pierre Boulez (1925 – 2016)

«Όποιος μουσικός δεν έχει ζήσει-δεν χρησιμοποιώ τη λέξη “καταλάβει” αλλά που δεν έχει ζήσει πραγματικά-την αναγκαιότητα της δωδεκαφθογγικής μουσικής είναι ΑΧΡΗΣΤΟΣ. Όλο το έργο του θα είναι άσχετο με τις απαιτήσεις της εποχής του»

Pierre Boulez 1952

Γάλλος συνθέτης, μαέστρος, πιανίστας και συγγραφέας.

   Ο Πιέρ Μπουλέζ γεννιέται στο Montbrison της Γαλλίας το 1925 σε μια εύπορη πολύτεκνη οικογένεια. Από πολύ μικρός αρχίζει ιδιαίτερα μαθήματα πιάνου, δημιουργεί σχήματα μουσικής δωματίου και είναι μέλος της σχολικής χορωδίας. Αν και ο πατέρας του προορίζει το γιο του να ακολουθήσει το δικό του επάγγελμα (μηχανικός), ωστόσο η επιμονή και η αγάπη του νεαρού Πιέρ για τη μουσική κερδίζουν το έδαφος. Αποτυγχάνει να εισαχθεί στο Ωδείο του Παρισιού για να σπουδάσει πιάνο, αλλά το κατορθώνει στην αρμονία στην οποία θεωρείται ως ο κορυφαίος σπουδαστής. Συνεχίζει ιδιαίτερα μαθήματα αντίστιξης με τη σύζυγο του Χόνεγκερ, την Andree με εξαιρετικές επίσης επιδόσεις, ενώ παρακολουθεί και τα σεμινάρια του Μεσσιάν για επιλεγμένους σπουδαστές. Παρακολουθώντας μια παράσταση του κουιντέτου πνευστών του Σένμπεργκ, υπό τη διεύθυνση του Λάιμποβιτς, παίρνει το έναυσμα για τη χρήση του δωδεκαφθογγισμού στις συνθέσεις του. Ένα χρόνο μετά από αυτή του τη μουσική τοποθέτηση, τιμάται από το Ωδείο του Παρισιού με το Βραβείο Πρεμιέ και το χαρακτηρισμό ως «ο πιο προικισμένος (εκκολαπτόμενος) συνθέτης». Σε μια ανίχνευση της μουσικής από διάφορα μέρη του κόσμου, γοητεύεται από τη Μπαλινέζικη, την Ιαπωνική μουσική και το Αφρικάνικο τύμπανο. Τον χειμώνα του 1946 κάνει πρεμιέρα επίσημα πλέον η μουσική του με πολύ θετικά και ενθαρρυντικά σχόλια.

   Κερδίζει τα προς το ζην παραδίδοντας ιδιαίτερα μαθήματα μαθηματικών και μουσικής, παίζοντας το πρώιμο ηλεκτρονικό όργανο OndesMartenot σε ραδιοφωνικές εκπομπές και συμμετέχοντας περιστασιακά σε ορχήστρες. Διορίζεται σύντομα μουσικός διευθυντής της Compagnie Renaud-Barrault, μια θέση που κρατά για εννέα χρόνια. Διασκευάζει και διευθύνει έργα, κυρίως από συνθέτες των οποίων αντιπαθούσε τη μουσική, όπως Τσαϊκόφσκι και Μιγιό, έχει την ευκαιρία να συνεργαστεί με επαγγελματίες μουσικούς και συνθέτει όποτε έχει διαθέσιμο χρόνο. Η ενασχόληση με την εταιρία ανοίγει τους ορίζοντές του καθώς ταξιδεύει πολύ και συμμετέχει σε Φεστιβάλ. Γνωρίζεται και αποκτά φιλικές σχέσεις με τον Κέιτζ και τον Στοκχάουζεν, δύο μουσικές προσωπικότητες που θα τον επιρρεάσουν στη συνθετική του δραστηριότητα. Με την πάροδο του καιρού όμως διακόπτει τη οποιαδήποτε σχέση με τον Κέιτζ επειδή θεωρεί υπερβολική τη μουσική του θεωρία. Στο Διεθνές θερινό σεμινάριο Νέας μουσικής στο Ντάρμσταντ γνωρίζεται με τον Μπέριο, τον Νόνο, τον Μαντέρνα κι άλλους. Σύντομα καθιερώνεται ως ο Ηγέτης του μεταπολεμικού μοντερνιστικού συστήματος στις Τέχνες. Ξεκινά μια σειρά συναυλιών στο θέατρο Petit Marigny του Παρισού, γνωστές με το όνομα Μιούζικαλ Domaine, που είναι χωρισμένες σε τρία θέματα: προπολεμική μουσική συνθετών όπως Μπάρτοκ, μοντέρνα μουσική συνθετών όπως Στοκχάουζεν και παλαιά μουσική συνθετών όπως Μασό, στις οποίες το κοινό ανταποκρίνεται με μεγάλη προθυμία.

   Φεύγει απ’ το Παρίσι  για τη Γερμανία και τη δεκαετία του 1960 επιδίδεται με ιδιαίτερο πάθος στη διεύθυνση ορχήστρας. Στις διάφορες περιοδίες που κάνει διευθύνει σπουδαίες ορχήστρες και συμφωνικά σύνολα παρουσιάζοντας έργα κορυφαίων συνθετών αλλά και δικά του. Τη δεκαετία του 1970 κατευθύνεται στη Νέα Υόρκη διευθύνοντας κορυφαίες ορχήστρες. Σε σύγκριση του κοινού με τον εξαιρετικό Μπερνστάιν, θεωρείται υποδεέστερος στην έκφραση.

  Κατά τη δεκαετία του 1980 ο Μπουλέζ μετά από πρόσκληση του προέδρου Ζωρζ Πομπιντού, επιστρέφει στη Γαλλία και ιδρύει ένα Ινστιτούτο που ειδικεύεται στη μουσική έρευνα, συνεχίζοντας πάντα τη διεύθυνση στην Όπερα του Παρισιού (IRCAM). Η συνθετική του παραγωγή αυτόν τον καιρό είναι μεγάλη και μέρος των έργων του χρησιμοποιεί τις δυνατότητες που αναπτύχθηκαν στο Ινστιτούτοηλεκτρονικά για να μεταμορφώσουν τον ήχο σε πραγματικό χρόνο. Εισάγοντας αυτές τις καινοτομίες, παραιτούνται άμεσα πέντε διευθυντές των τμημάτων του Ινστιτούτου, ανάμεσά τους ο Λουτσιάνο Μπέριο.

  Στις αρχές της δεκαετίας του 1990 εγκαταλείπει τη διεύθυνση του Ινστιτούτου και ξεκινά μια σειρά ετήσιων συνεδριάσεων με την Ορχήστρα του Κλίβελαντ και τη Συμφωνική Ορχήστρα του Σικάγου. Ονομάζεται Κύριος Προσκεκλημένος Μαέστρος στο Σικάγο και είναι ο τρίτος μαέστρος που κατέχει αυτή τη θέση στην ιστορία της ορχήστρας, την οποία διατηρεί μέχρι το 2005, όταν γίνεται επίτιμος μαέστρος. Ιδρύει το Cite de la Musique στα περίχωρα του Παρισιού και την Ακαδημία του Φεστιβάλ της Λουκέρνης, ένα ινστιτούτο για νέους μουσικούς, αφιερωμένο στη μουσική του 20ου και του 21ουαιώνα. Αν και αρκετά ηλικωμένος, συνεχίζει ακάθικτος τη διεύθυνση. Συνεργάζεται με τον Daniel Baremboim παρουσιάζοντας έναν κύκλο συμφωνιών του Μάλερ.

  Από το 2010 και μετά του δημιουργούνται διάφορα προβήματα υγείας, όπως μείωση στην όραση, τραυματισμός στον ώμο από πτώση και γενικώς είναι αδύναμος. Παρ’ όλα αυτά εξακολουθεί να είναι ενεργός όσο μπορεί. Επιβλέπει την προετοιμασία και κυκλοφορία από την Deutsche Grammophone του CDComplete works from Pierre Boulez.

  Πεθαίνει στο σπίτι του στο Μπάντεν-Μπάντεν το 2016 και είναι θαμμένος στο κοιμητήριο της πόλης.  

  Είναι από τους πιο σημαντικούς πρωτοποριακούς συνθέτες. Ανέπτυξε τη δωδεκαφθογγία και ώθησε τον πειραματισμό σε κάθε τομέα του ήχου. Ακούραστος ερευνητής, ιδιαίτερα στον τομέα της ηλεκτρονικής μουσικής είναι ικανός δάσκαλος. Το στυλ των συνθέσεών του υπερασπίζεται τη μοντέρνα και τη μεταμοντέρνα μουσική εποχή. Σαν διευθυντής ορχήστρας ξεχώρισε, πέρα από το έργο διάδοσης νέων μορφών μουσικής και στις συνθέσεις του Βάγκνερ. Σαν συνθέτης έχει στο ενεργητικό του αξιόλογες συνθέσεις για κάθε σύνολο οργάνων και φωνών. Η σπουδαιότητα και η πρωτοτυπία του Μπουλέζ ήταν εμφανής από την αρχή. Έγινε γνωστός με τη σονατίνα για φλάουτο και πιάνο και με τη σονάτα για πιάνο αρ. 1.

Ως μαέστρος, είναι γνωστός κυρίως για τις ερμηνείες του σε έργα των Bartok, Berg, Bruckner, Debussy, Mahler, Ravel, Schoenberg,Wagner, και Webern. Στο συγγραφικό του έργο συγκαταλέγονται βιβλία μουσικής στα οποία αναπτύσσει θέματα τεχνικής και αισθητικής με έναν ιδιαίτερο στοχασμό. Θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους εκφραστές της μουσικής του 20ου αιώνα.

«Η ισχυρή επιθετικότητά του ήταν σημάδι δημιουργικού πάθους, ένα ιδιαίτερο μείγμα αδιαλλαξίας και χιούμορ, ο τρόπος με τον οποίο οι διαθέσεις στοργής και αυθάδειας διαδέχονταν η μία την άλλη. όλα αυτά μας είχαν πλησιάσει κοντά του»

Jean-Louis Barrault,

«Ο Boulez είναι εξαιρετικά αποτελεσματικός…οι απαιτήσεις του στις πρόβες ήταν πάντα απόλυτα ακριβείς. Ξέρει ακριβώς τι μπορεί να γίνει και τι όχι…Ξέρει πώς να οργανώνει μια πρόβα χωρίς φασαρία, ακόμα και όταν υπάρχουν αμέτρητες αλλαγές πλατφόρμας, διακόπτες Προσωπικό, ηλεκτρονικά και σκηνικά. Για τους διαχειριστές ορχήστρας, τους υπεύθυνους συναυλιών, τους αχθοφόρους ορχήστρας, είναι ο πιο εύκολος, ευγενικός και καλύτερα οργανωμένος μαέστρος»

Nicholas Kenyon

 

roz-panthiras-adv1
χαλβάς Γούναρης

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *