Milly Ballakirev (1837-1910) ο Συνθέτης της Εβδομάδας.

Aθανασία Παπαστάθη

Ο ΣΥΝΘΕΤΗΣ ΤΗΣ ΕΒΔΟΜΑΔΑΣ

Γράφει η Νατάσα Παπαστάθη, καθηγήτρια μουσικής

Milly Ballakirev (1837-1910)

Ο Ιδρυτής της «Ομάδας των 5»

Ρώσος συνθέτης, πιανίστας και μαέστρος.

Ο Μπαλάκιρεφ γεννιέται στο Νίζνι Νόβγκοροντ της Ρωσίας, σε μια οικογένεια φτωχών υπαλλήλων με ταταρικές ρίζες. Παίρνει τα πρώτα μαθήματα μουσικής από τη μητέρα του και σε ηλικία τεσσάρων ετών είναι σε θέση να παίζει δικές του μελωδίες στο πιάνο. Στα δέκα του χρόνια παίρνει μαθήματα πιάνου με τον Αλεξάντερ Ντιούμπιουκ, μαθητή του σπουδαίου ιρλανδού πιανίστα και συνθέτη Τζον Φίλντ. Μετά τον θάνατο της μητέρας του, μπαίνει ως οικότροφος στο Ινστιτούτο Αλεξαντρόφσκι. Το μουσικό ταλέντο του δεν περνά απαρατήρητο και σύντομα βρίσκει έναν προστάτη-πάτρονα στο πρόσωπο του Αλεξάντερ Ουλιμπίσεφ, ο οποίος θεωρείται κορυφαία μουσική φυσιογνωμία. Έχει στην κατοχή του μια τεράστια μουσική βιβλιοθήκη και είναι ο συντάκτης μιας εξαιρετικής βιογραφίας του Μότσαρτ. Την μουσική εκπαίδευση του Μπαλάκιρεφ αναλαμβάνει ο πιανίστας Καρλ Άισραχ, ο οποίος κανόνιζε και τις μουσικές βραδιές στο κτήμα του Ουλιμπίσεφ. Μέσω του Άισραχ δίνεται η ευκαιρία στον Μπαλάκιρεφ να διαβάσει, να παίξει και να ακούσει μουσική, κυρίως του Σοπέν και του Γκλίνκα. Σε ηλικία μόλις 14 ετών διευθύνει μια εκτέλεση του Ρέκβιεμ του Μότσαρτ. Στα 15 του διευθύνει τις πρόβες της 1ης και 8ης Συμφωνίας του Μπετόβεν. Οι πρώτες του συνθέσεις σώζονται από το ίδιο έτος – το α μέρος ενός σεπτέτου για φλάουτο, κλαρινέτο, πιάνο και έγχορδα, και μια Μεγάλη Φαντασία πάνω σε Ρωσικά λαϊκά Τραγούδια, για πιάνο και ορχήστρα. Ο Μπαλάκιρεφ εγκαταλείπει το Ινστιτούτο Αλεξαντρόφσκι το 1853 και μπαίνει στο Πανεπιστήμιο του Καζάν ως σπουδαστής μαθηματικών. Σύντομα γίνεται γνωστός στην τοπική κοινωνία ως πιανίστας και αρχίζει δειλά να αναλαμβάνει μαθητές. Έργα του Μπαλάκιρεφ από αυτή την περίοδο, περιλαμβάνουν μια Φαντασία πιάνου που βασίζεται σε θέματα από την όπερα του Γκλίνκα «Μια ζωή για τον Τσάρο», μια προσπάθεια για ένα κουαρτέτο εγχόρδων, τρία τραγούδια που τελικά θα δημοσιευτούν το 1908, και το α μέρος (το μόνο που ολοκληρώθηκε) από το Πρώτο Κοντσέρτο για πιάνο.  Μετά την ολοκλήρωση των μαθημάτων του, στα τέλη του φθινοπώρου του 1855, ο Ουλιμπίσεφ τον πηγαίνει στην Αγία Πετρούπολη, όπου συναντιέται με τον Γκλίνκα. Παρόλο που ο Γκλίνκα θεωρεί ελαττωματική την τεχνική σύνθεσης του Μπαλάκιρεφ, σκεφτόταν ιδιαίτερα το ταλέντο του, ενθαρρύνοντάς τον να αναλάβει τη μουσική ως καριέρα. Η γνωριμία τους διανθιζόταν με συζητήσεις, με τον Γκλίνκα να δίνει αρκετά ισπανικά μουσικά θέματα στον Μπαλάκιρεφ και -σε αντάλλαγμα- να αναθέτει στον νεαρό άνδρα τη μουσική εκπαίδευση της τετράχρονης ανηψιάς του. Ο Μπαλάκιρεφ κάνει το ντεμπούτο του σε πανεπιστημιακή συναυλία, τον Φεβρουάριο του 1856, παίζοντας το ολοκληρωμένο α μέρος από το «Πρώτο Κοντσέρτο» για πιάνο. Ακολουθεί μια συναυλία με συνθέσεις του για μουσική δωματίου. Το 1858 παίζει το σόλο μέρος στο «Αυτοκρατορικό Κοντσέρτο» του Μπετόβεν ενώπιον του Τσάρου. Ένα χρόνο μετά δημοσιεύει 12 τραγούδια. Παρ’ όλα αυτά, βρίσκεται ακόμα σε ακραία φτώχεια, υποστηρίζοντας τον εαυτό του κυρίως με μαθήματα πιάνου και παίζοντας σε χοροεσπερίδες που οργάνωνε η αριστοκρατία. Η απώλεια του Γκλίνκα και του Ουλιμπίσεφ αφήνει τον Μπαλάκιρεφ χωρίς στηρίγματα. Αδιαμφισβήτητα, ο χρόνος του με τον Γκλίνκα τού είχε δημιουργήσει πάθος για τον ρωσικό εθνικισμό, οδηγώντας τον να υιοθετήσει τη στάση ότι, η Ρωσία θα πρέπει να έχει τη δική της ξεχωριστή μουσική σχολή, απαλλαγμένη από τις νότιο και δυτικοευρωπαϊκές επιρροές. Αρχίζει επίσης να συναντά άλλες σημαντικές προσωπικότητες που τον φέρνουν στον στόχο αυτόν, όπως τους Σέζαρ Κουί και Αλεξάντερ Σέροφ, τους αδελφούς Στασόφ και τον Αλεξάντερ Νταργκομίσκι. Τώρα, συγκεντρώνει γύρω του συνθέτες με παρόμοια ιδεώδη, τους οποίους υπόσχεται να εκπαιδεύσει σύμφωνα με τις δικές του αρχές: Μοντέστ ΜουσόργκσκιΝικολάι Ρίμσκι-Κόρσακοφ, Αλεξάντερ Μποροντίν. Μαζί με τον Κουί, αυτοί οι άντρες περιγράφονται από τον σημαντικό μουσικοκριτικό Βλαντιμίρ Στασόφ ως «ισχυρή χούφτα»  αλλά τελικά έγιναν περισσότερο γνωστοί ως «Οι Πέντε». Ως καθοδηγητής, ο Μπαλάκιρεφ εμπνέει τους συντρόφους του να φθάσουν σε απίθανα ύψη μουσικής δημιουργικότητας. Ωστόσο, αντιτάσσεται έντονα σε οποιαδήποτε ακαδημαϊκή κατάρτιση θεωρώντας ότι αποτελεί απειλή για τη μουσική φαντασία.

Όπως και οι υπόλοιποι της «Ομάδας των Πέντε», ο Μπαλάκιρεφ πιστεύει στη σημασία της Προγραμματικής μουσικής, που φτιάχτηκε για να εκπληρώσει ένα «πρόγραμμα», μια ιδέα εμπνευσμένη από ένα πορτρέτο, ένα ποίημα, μια ιστορία ή άλλη μη-μουσική πηγή. Σε αντίθεση με τους συμπατριώτες του, η μουσική μορφή έρχεται πάντα πρώτη για τον Μπαλάκιρεφ, και όχι η έξτρα-μουσική πηγή, ενώ η τεχνική του συνεχίζει να αντικατοπτρίζει τη γερμανική, συμφωνική προσέγγιση. Οπωσδήποτε, οι Εισαγωγές του Μπαλάκιρεφ διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στην ανάδυση της ρωσικής συμφωνικής μουσικής, καθώς εισάγουν το μουσικό στυλ που αποκαλείται, τώρα Ρωσικό. Το στυλ του υιοθετείται από τους συμπατριώτες του και άλλους, στο σημείο να γίνει ένα εθνικό χαρακτηριστικό. Η εισαγωγή της όπερας «Μπορίς Γκοντουνόφ» του Μουσόργκσκι έχει στενή ομοιότητα με το πρώτο θέμα της «Δεύτερης Εισαγωγής» του Μπαλάκιρεφ.

Οι αντιτιθέμενοι στον Μπαλάκιρεφ, αποκαλούσαν δημόσια τους «Πέντε» ως ερασιτέχνες, εν μέρει δικαιολογημένα, καθώς ο Μπαλάκιρεφ είναι ο μόνος επαγγελματίας μουσικός της ομάδας. Για να εξουδετερώσει αυτές τις κριτικές και για να βοηθήσει στη δημιουργία μιας ξεκάθαρα «Ρωσικής» μουσικής σχολής, ο Μπαλάκιρεφ και ο Γαβριήλ Λομάκιν, τοπικός χοράρχης, ιδρύουν την Ελεύθερη Σχολή Μουσικής (ΕΣΜ), το 1862. Η ΕΣΜ δίνει συναυλίες και παρέχει μουσική εκπαίδευση, δίνει βάση στο τραγούδι, κυρίως το χορωδιακό, για να συμβαδίζει με τις απαιτήσεις της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Ο Λομάκιν διορίζεται διευθυντής, με τον Μπαλάκιρεφ να υπηρετεί ως βοηθός του. Για να συγκεντρώνει χρηματικά κεφάλαια, ο Μπαλάκιρεφ δίνει ορχηστρικές συναυλίες μεταξύ 1862 και 1867, ενώ ο Λομάκιν χορωδιακές. Αυτές οι συναυλίες προσφέρουν στο κοινό λιγότερο συντηρητικές συνθέσεις από ό,τι η μουσική που επικρατεί. Παρουσιάζουν έργα των ΜπερλιόζΣούμανΛιστΓκλίνκα και Νταργκομίσκι καθώς, βέβαια, και τα πρώτα έργα της «Ομάδας των Πέντε».

Την άνοιξη του 1871 κυκλοφορούν φήμες ότι ο Μπαλάκιρεφ έχει υποστεί νευρική κατάρρευση. Οι φίλοι που τον επισκέπτονται δεν βρήσκουν ίχνος του πρώην εαυτού του. Στη θέση της ζωντάνιας, ενέργειας και κινητικότητας, συναντούν έναν άνθρωπο σιωπηλό, παραιτημένο και ληθαργικό. Ο Μποροντίν, σε γράμμα προς τον Ρίμσκι-Κόρσακοφ, αναρωτιέται αν η κατάσταση του Μπαλάκιρεφ είναι λίγο καλύτερη από την παραφροσύνη. Ανησυχεί ιδιαίτερα για την απραγία του Μπαλάκιρεφ ως προς τα μουσικά θέματα και ελπίζει ότι δεν θα ακολουθήσει το παράδειγμα του Νικολάι Γκόγκολ που κατέστρεψε τα χειρόγραφά του. Ο Μπαλάκιρεφ, όντως, απέχει για πέντε χρόνια από τη μουσική και αποσύρεται και από τους φίλους του, αλλά δεν καταστρέφει τα χειρόγραφα του· αντίθετα, τα έχει τακτοποιημένα σε μια γωνιά του σπιτιού του. Στην ψυχική κατάσταση, αμελεί  να παραιτηθεί από τη θέση του διευθυντή της ΕΣΜ και οι υπόλοιποι υπεύθυνοι της Σχολής δεν ξέρουν τι να κάνουν. Τελικά παραιτείται το 1874 και αντικαθίσταται από τον Ρίμσκι-Κόρσακοφ. Ο Νικολάι Ρουμπινστάιν τού προσφέρει θέση καθηγητή στο Ωδείο της Μόσχας, αλλά εκείνος αρνείται, δηλώνοντας ότι η μουσική του γνώση είναι, βασικά, εμπειρική και ότι δεν έχει αρκετή γνώση της μουσικής θεωρίας για να αναλάβει μια τέτοια θέση. Η οικονομική δυσπραγία αναγκάζει τον Μπαλάκιρεφ να γίνει υπάλληλος στη σιδηροδρομική γραμμή της Βαρσοβίας, τον Ιούλιο του 1872. Το 1876, ο Μπαλάκιρεφ αρχίζει σιγά-σιγά, να επανέρχεται στον κόσμο της μουσικής, αλλά χωρίς την ένταση των προηγούμενων ετών. Όσον αφορά την προσωπική του ζωή, δε δημιούργησε δική του οικογένεια, ήταν πολιτικά φιλελεύθερος και άθεος. Μάλιστα για ένα διάστημα σύχναζε σε μάντεις προκειμένου να μάθει το μουσικό του μέλλον. Ο Κόρσακοφ είπε γι’ αυτόν: «Ο Μπαλακίρεφ δεν πιστεύει στον Θεό κι έγινε πιστός στο Διάβολο. Ο Διάβολος όμως τα΄φερε έτσι ώστε στο τέλος να γίνει πιστός στον Θεό!». Στα τέλη της ζωής του συνθέτει απομονωμένος. Πεθαίνει τον Μάιο του 1910 και ενταφιάζεται στο Νεκροταφείο του Τικβίν της Μονής Αλεξάνδρου Νέβσκι στην Αγία Πετρούπολη.

Ο Μπαλάκιρεφ υπήρξε σημαντικός στην ιστορία της ρωσικής μουσικής μέσα από τα έργα και την καθηγεσία του. Περισσότερο από ό,τι ο Γκλίνκα βοήθησε να καθοριστεί η πορεία της ρωσικής ορχηστρικής μουσικής και του ρωσικού λυρικού τραγουδιού, κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. Ενώ διδάχθηκε από τον Γκλίνκα ορισμένες μεθόδους οργανικού χειρισμού του ρωσικού λαϊκού τραγουδιού, μιας φωτεινής, διαφανούς ορχηστρικής τεχνικής και πολλά στοιχεία του βασικού του στυλ, ανέπτυξε και επέκτεινε όσα είχε μάθει, συνενώνοντάς τα ικανοποιητικά με τις τότε προηγμένες ρομαντικές τεχνικές σύνθεσης. Το έργο του «Ιslamey» είναι ένα λαμπρό δεξιοτεχνικό πιανιστικό κομμάτι, ενώ το συμφωνικό ποίημα «Tamara» έχει στοιχεία οριενταλισμού. Το στυλ του είναι καυκασιανό και ανατολίτικο, ενώ στα έργα του για πιάνο είναι επηρεασμένος από τον Λιστ.

  

«…Ο Μπαλάκιρεφ, ο οποίος ποτέ δεν είχε συστηματική πορεία στην αρμονία και την αντίστιξη και δεν είχε -καν επιφανειακά- ασχοληθεί με αυτές, προφανώς σκέφθηκε ότι, τέτοιες μελέτες είναι μάλλον περιττές … Ένας εξαιρετικός πιανίστας, ένας αναγνώστης της μουσικής με ανώτερη ματιά, ένας θαυμάσιος αυτοσχεδιαστής, προικισμένος από η φύση με την αίσθηση της σωστής αρμονίας και της σύνθεσης μερών, κατείχε μια τεχνική εν μέρει εγγενή και εν μέρει αποκτημένη μέσα από τεράστια μουσική πολυμάθεια, με τη βοήθεια μιας εξαιρετικής μνήμης, οξυδερκούς και ικανής να συγκρατεί δεδομένα, που σημαίνει πολλά για την καθοδήγηση μιας κριτικής πορείας στη μουσική βιβλιογραφία. Τότε, επίσης, ήταν ένας θαυμάσιος κριτικός, ειδικά κριτικός τεχνικής. Αμέσως αντιλαμβανόταν κάθε τεχνική ατέλεια ή λάθος, ανακάλυπτε αμέσως κάποιο ελάττωμα στη μορφή…»

Nicolai Rimsky Korsakov

Ο τάφος του Μπαλάκιρεφ στο νεκροταφείο του Tikhvin

στην Αγία Πετρούπολη

 

χαλβάς Γούναρης
roz-panthiras-adv1

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *