Mikhail Glinka (1804-1857) o συνθέτης της Εβδομάδας από την Νατάσα Παπαστάθη.

Aθανασία Παπαστάθη

Ο ΣΥΝΘΕΤΗΣ ΤΗΣ ΕΒΔΟΜΑΔΑΣ

Γράφει η Νατάσα Παπαστάθη, καθηγήτρια μουσικής

Mikhail Glinka (1804-1857)

«Η μουσική είναι η ψυχή μου»

Mikhail Glinka

 

Ο πατέρας της ρωσικής μουσικής

Ρώσος συνθέτης.

Μέχρι το 19ο αιώνα, η μουσική κίνηση στη Ρωσία είναι επηρεασμένη από τη γαλλική μουσική και από την ιταλική όπερα. Στη συνέχεια όμως η ανανέωση της ρωσικής λογοτεχνίας με συγγραφείς όπως ο Τολστόι, ο Ντοστογιέφσκι, ο Πούσκιν κι άλλοι απ’ τη μια μεριά και το πατριωτικό συναίσθημα που ξεσηκώνει η εκστρατεία του Ναπολέοντα από την άλλη, επιδρούν πάνω στη ρωσική μουσική. Ο πρώτος που δέχεται την επίδραση είναι ο Μιχαήλ Γκλίνκα, ο οποίος γεννιέται στην περιοχή του Σμολένσκ το 1804 και μεγαλώνει μέσα στη ρωσική ύπαιθρο ακούγοντας τα λαϊκά τραγούδια των χωρικών που έμειναν χαραγμένα βαθιά στη μνήμη του και τις καμπάνες των εκκλησιών που χτυπούσαν φάλτσα. Ο πατέρας του είναι συνταξιούχος λοχαγός του στρατού και πλούσιος γαιοκτήμονας και όλη η οικογένεια έχει μια ισχυρή παράδοση αφοσίωσης και υπηρεσίας προς τον Τσάρο, ενώ πολλά μέλη του ευρύτερου οικογενειακού κύκλου, Πολωνικής καταγωγής, είχαν εκδηλώσει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τις τέχνες. Ο θείος του διαθέτει ιδωτική ορχήστρα και ο ίδιος ο Γκλίνκα έχει την ευκαιρία να ακούει συνθέσεις Χάυδν, Μότσαρτ, Μπετόβεν. Κάνει σπουδές πιάνου στην Αγία Πετρούπολη στο Ανώτατο Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, όπου φοιτούσαν γόνοι αριστοκρατικών οικογενειών, και σύνθεσης στο Βερολίνο. Μαθαίνει αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, περσικά, λατινικά, σπουδάζει μαθηματικά και ζωολογία και διερύνει σιγά σιγά το μουσικό του κόσμο. Με παρότρυνση του πατέρα του διορίζεται βοηθός Γραμματέας του Υπουργείου Δημοσίων Συγκοινωνιών, όπου εργάζεται για 4 περίπου χρόνια, χωρίς να του αρέσει ιδιαίτερα. Είναι ασθενική φύση και καθόλου φιλόδοξος τύπος, ώστε να κάνει σταδιοδρομία δημοσίου υπαλλήλου. Δεν έχει πολλή δουλειά, πράγμα που επιτρέπει στο νεαρό να αφοσιωθεί στη μποέμικη ζωή ενός μουσικού ερασιτέχνη, που συχνάζει σε σαλόνια και κοινωνικές εκδηλώσεις της πόλης. Αρχίζει να συνθέτει κυρίως μελαγχολικές ρομάντσες που ψυχαγωγούσαν τους πλούσιους ερασιτέχνες του κύκλου του. Τα τραγούδια του είναι από τις πιο ενδιαφέρουσες συνθέσεις του, κατά την περίοδο αυτή και τραγουδούσε και ο ίδιος ως ερασιτέχνης τραγουδιστής. Ταξιδεύει στην Ιταλία, με τον τενόρο Νικολάι Ιβανόφ. Εκεί παρακολουθεί μαθήματα στο ωδείο με τον Φραντσέσκο Μπαζίλι, αν και δεν του αρέσει η αντίστιξη, την οποία θεωρεί «κουραστική και ανιαρή». Ενώ πέρασε τρία χρόνια στην Ιταλία, ακούγοντας τους τραγουδιστές της εποχής, γοητεύοντας γυναίκες με τη μουσική του και κάνοντας σημαντικές γνωριμίες, όπως με τους ΝτονιτσέτιΜπελίνι, Μέντελσον, Μπερλιόζ και τον εκδότη Ρικόρντι, νοιώθει αποκαρδιωμένος στην Ιταλία. Αισθάνεται ότι η αποστολή του στην επίγεια ζωή είναι να επιστρέψει στη Ρωσία, να συνθέσει σε «ρωσικό ύφος» και να κάνει για τη ρωσική μουσική, ό,τι ο Ντονιτσέτι και ο Μπελίνι είχαν κάνει για την ιταλική μουσική. Το ταξίδι της επιστροφής του, τον φέρνει στη Βιέννη, όπου ακούει τη μουσική του Φραντς Λιστ. Πηγαίνει στο Βερολίνο, κάνοντας σύνθεση και ενορχήστρωση με τον διακεκριμένο καθηγητή Ζίγκφριντ Ντεν, θεωρητικό και διευθυντή του μουσικού τμήματος της Βασιλικής Βιβλιοθήκης. Το «Καπρίτσιο πάνω σε Ρωσικά θέματα» για ντουέτο πιάνου και η ημιτελής «Συμφωνία σε δύο Ρωσικά θέματα», είναι προϊόντα της περιόδου αυτής. Ερωτεύεται μια όμορφη και ταλαντούχα τραγουδίστρια, για την οποία συνθέτει τις «Έξι Σπουδές για Κοντράλτο». Επιστρέφει στην Αγία Πετρούπολη, όπου κάνει έναν σύντομο και άδοξο γάμο με μια κοπέλα που ήταν μακρινοί συγγενείς, η οποία είναι αγενής και αδιάφορη για τη μουσική του. Γράφει και παρουσιάζει με απόλυτη επιτυχία την όπερα «Μια ζωή για τον Τσάρο», που σήμερα παίζεται με τον τίτλο «Ιβάν Σουσάνιν» και θεωρείται η αρχή της ρωσικής εθνικής μουσικής, καθώς είναι ολοφάνερη η χρήση λαϊκών μελωδιών. Το δώρο του Τσάρου γι’ αυτό το επιτυχημένο έργο είναι ένα δαχτυλίδι που η αξία του εκτιμάται στα 4.000 ρούβλια και ο διορισμός του ως Διευθυντής της Αυτοκρατορικής  χορωδίας του Παρεκκλησίου. Αυτή την εποχή, ο Γκλίνκα διανύει τα πιο ευτυχισμένα χρόνια της σύντομης ζωής του και, μάλιστα, συνθέτει μερικά από τα ωραιότερα τραγούδια του. Ακολουθεί μια δεύτερη ακόμη πιο αξιόλογη όπερα βασισμένη σε ποίημα του Πούσκιν με τίτλο «Ρουσλάνος και Λουντμίλα», το οποίο τυγχάνει ψυχρής αποδοχής από το κοινό, αλλά με την πάροδο των χρόνο κερδίζει τη δημοτικότητα που του αρμόζει. Ταξιδεύει στο Παρίσι και στην Ισπανία. Γνωρίζει τον Μπερλιόζ στον οποίο αρέσει η μουσική του Γκλίνκα και ενορχηστρώνει μερικά αποσπάσματα από τις όπερες του συνθέτη, ενώ γράφει ένα άρθρο γεμάτο εκτίμηση στο πρόσωπό του. Ο Γκλίνκα, με τη σειρά του, θαυμάζει τη μουσική του Μπερλιόζ και συνθέτει τις «Περιγραφικές Φαντασίες» για ορχήστρα, προς τιμήν του. Στην Ισπανία, συναντιέται με τον Ντον Πέδρο Φερνάνδεθ, ο οποίος παρέμεινε γραμματέας και συνεργάτης του, μέχρι τα τελευταία εννέα χρόνια της ζωής του. Η ισπανική λαϊκή μουσική, οι γιορτές και οι χοροί επηρέασαν βαθιά τον Γκλίνκα. Εκεί, συνθέτει την «Χότα της Αραγονίας», ενώ, όταν επιστρέφει στη Ρωσία, γράφει τη «Νύχτα στη Μαδρίτη». Επισκεπτόμενος τη Βαρσοβία γράφει τη συμφωνική φαντασία «Καμαρίνσκαγια» βασισμένη πάνω σε δύο ρωσικά τραγούδια. Σε αυτό το έργο, ο Γκλίνκα εγκαινιάζει ένα νέο είδος συμφωνικής μουσικής και θέτει τα θεμέλια για την περαιτέρω ανάπτυξή του, δημιουργώντας ένα ασυνήθιστα τολμηρό συνδυασμό διαφορετικών ρυθμών, χαρακτήρων και διαθέσεων. Επιστρέφει στην Αγία Πετρούπολη όπου κάνει γνωριμίες, κυρίως με νέους ανθρώπους, παραδίδει μαθήματα τραγουδιού για ρόλους όπερας, αλλά και μουσικής δωματίου με τραγουδιστές. Υπό την άμεση επίβλεψή του, ιδρύεται ρωσικό σχολείο φωνητικής. Εκεί γράφει μαζί με τον Αλεξάντερ Σερόβ, το βιβλίο «Σημειώσεις ενοργάνωσης». Αρχίζει να συνθέτει την όπερα «Τάρας Μπούλμπα», η οποία δεν ολοκληρώθηκε ποτέ. Γράφει με μεγάλη επιμέλεια τα «Απομνημονεύματά» του μέσα από τα οποία σκιαγραφείται η προσωπογραφία ενός νωθρού και υποχόνδριου ανθρώπου, αλλά καλόκαρδου χαρακτήρα. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ταξιδέυει στο Βερολίνο μελετάει τους παλαιούς ρωσικούς εκκλησιαστικούς ψαλμούς, τα ιταλικά χορωδιακά έργα του  Παλεστρίνα και το έργο του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ, θέλοντας να εντρυφήσει στην εκκλησιαστική μουσική, αλλά μια ξαφνική ασθένεια -πιθανό κρύωμα- διακόπτει τις μελέτες αυτές. Ο Γκλίνκα πεθαίνει ξαφνικά στις 15 Φεβρουαρίου 1857 στο Βερολίνο, και θάβεται στο Λουθηρανικό νεκροταφείο. Η σωρός του μετεφέρεται στην Αγία Πετρούπολη και επανενταφιάστηκε στο Κοιμητήριο Tikhvin της Μονής Alexander Nevsky. Στο Βερολίνο, υπάρχει αναμνηστική επιτάφια πλάκα στο σημείο της αρχικής ταφής που, ανεγέρθηκε το 1947 από το στρατιωτικό διοικητή του Σοβιετικού τομέα της πόλης.

Θεωρείται ο «πατέρας της ρωσικής μουσικής» είναι ιδρυτής της Εθνικής ρωσικής σχολής και ο πρώτος ρώσος συνθέτης που έγινε αποδεκτός εκτός Ρωσίας. Ήταν ο βασικός εμψυχωτής της «Ομάδας των Πέντε» (Μπαλακίρεφ, Μποροντίν, Κούι, Μουσόργκσκι, Ρίμσκι-Κόρσακοφ), την οποία ονόμαζαν και «παντοδύναμη γροθιά» (με πέντε δάκτυλα). Η ομάδα αυτή υπερασπιζόταν μια «εθνικιστική» μουσική άποψη έναντι των «δυτικότροπων» συνθετών, όπως ήταν ο Τσαϊκόφσκι. Αντί να ακολουθήσουν τις αποκρυσταλλωμένες μουσικές δομές της κλασικής και ρομαντικής παράδοσης, χρησιμοποίησαν κατά κόρον στα μελωδικά, αρμονικά και ρυθμικά τους σχήματα, στοιχεία των λαϊκών τραγουδιών και χορών της Ρωσίας.

Τέλος, στις συνθέσεις του, εκτός από όπερες, συγκαταλέγονται επίσης ορχηστρικά έργα και μουσική δωματίου.

 

«…η συμφωνική Σχολή της Ρωσίας, στο σύνολό της, βρίσκεται μέσα στο έργο Kamarinskaya, όπως ολόκληρη η βελανιδιά ζει μέσα σε ένα βελανίδι…»

Pyotr Ilyich Tchaikovsky

«Δεν υπάρχει η ανάπτυξη της ρωσικής μουσικής κουλτούρας χωρίς … τις τρεις όπερες – 

 Ivan SoussanineRuslan and Ludmila and the Stone Guest»

 Viktor Korshikov

Ρώσος κριτικός μουσικής

χαλβάς Γούναρης
roz-panthiras-adv1

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *