Leos Janacek (1854-1928) Γράφει η Νατάσα Παπαστάθη

Aθανασία Παπαστάθη

Ο ΣΥΝΘΕΤΗΣ ΤΗΣ ΕΒΔΟΜΑΔΑΣ

Γράφει η Νατάσα Παπαστάθη, καθηγήτρια μουσικής

Leos Janacek (1854-1928)

Τσέχος συνθέτης, διευθυντής ορχήστρας, οργανίστας, θεωρητικός, δάσκαλος και λαογράφος.

Γεννιέται στο Χούκμπαλτι της Μοραβίας το 1854 σε μια οικογένεια που δεν μπορεί να του προσφέρει πολλές ανέσεις. Ο πατέρας του είναι δάσκαλος και θέλει κι ο γιος του να ακολουθήσει το ίδιο επάγγελμα. Νωρίς δείχνει τη μουσική του κλήση όντας μέλος παιδικής χορωδίας στο Αβαείο του Αγίου Θωμά στο Μπρνο. Παίρνει μαθήματα εκκλησιαστικού οργάνου από τον σπουδαίο δάσκαλο Κριζκόφσκι, ο οποίος τον θεωρεί δύστροπο ως μαθητή, αλλά στηρίζει  την εισαγωγή του στην Σχολή Οργάνων της Πράγας. Στα φοιτητικά του χρόνια βιώνει την απόλυτη φτώχεια. Χωρίς πιάνο στην αίθουσά του, αναγκάζεται να χρησιμοποιεί ένα πληκτρολόγιο που έχει ζωγραφίσει στο γραφείο του. Γράφει τις πρώτες του φωνητικές συνθέσεις ενώ είναι χοράρχης στο Σύνδεσμο Σβάτοπλουκ Αρτίσαν. Αποφοιτά με τον καλύτερο βαθμό στην τάξη του και επιστρέφοντας στο Μπρνο εργάζεται ως δάσκαλος μουσικής, ενώ διευθύνει και διάφορες ερασιτεχνικές χορωδίες.     Γίνεται διευθυντής της φιλαρμονικής εταιρείας της πόλης του. Διδάσκει στο Ινστιτούτο Δασκάλων του Μπρνο και ανάμεσα στους μαθητές του είναι η μετέπειτα σύζυγός του, Ζντένκα Σούλτσοβα, κόρη του Εμίλιαν Σουλτς, διευθυντή του Ινστιτούτου. Γράφεται στο Ωδείο της Λειψίας και παρακολουθεί μαθήματα πιάνου και στη συνέχεια στο Ωδείο της Βιέννης για σπουδές σύνθεσης. Παίρνει τη θέση του διευθυντή στο Ωδείο του Μπρνο και αρχίζει γι αυτόν μια πιο παραγωγική συνθετική περίοδος. Αρχίζει να συλλέγει και να μελετά παραδοσιακή μουσική, τραγούδια και χορούς. Συχνά δημοσιεύει αιχμηρές κριτικές για έργα συγχρόνων των συνθετών κι έτσι δημιουρεί έχθρες και αντιπάθειες. Το 1890 ο Γιάνετσεκ ηγείται της τοπικής λαογραφικής δραστηριότητας. Οι συνθέσεις του επηρεάζονται από το δραματικό ύφος του Σμέτανα και του Ντβόρζακ, ενώ εκφράζει τη δυσαρέσκεια και την αντίθεσή του για τον γερμανικό νεοκλασικισμό και τον Βάγκνερ. Εμπνέεται τη διάσημη όπερά του «Γιένουφα» από την ασθένεια της κόρης του, η οποία τον διαλύει ψυχικά. Συναντά και ερωτεύεται την Καμίλα Ουρβάλκοβα, που είναι και η πηγή έμπνευσής του για επόμενες συνθέσεις. Γνωρίζεται με τον Τσέχο ποιητή Πετρ Μπέζρουτς, με τον οποίο αργότερα συνεργάζεται και συνθέτει αρκετά χορωδιακά έργα βασισμένα στα ποιήματά του. Το 1916 αρχίζει η μακροχρόνια επαγγελματική και προσωπική σχέση με τον κριτικό θεάτρου, δραματουργό και μεταφραστή Μαξ Μπροντ. Τώρα είναι που το έργο αρχίζει να αποκτά κύρος και αναγνωρισιμότητα. Σχετίζεται με τη τραγουδίστρια Γκαμπριέλα Χορβάτοβα, με αποτέλεσμα η γυναίκα του να επιχειρήσει να αυτοκτονήσει και τελικά οι δύο τους να πάρουν ένα άτυπο διαζύγιο. Στη συνέχεια μια παντρεμένη γυναίκα η  Καμίλα Στόσλοβα, αρκετά χρόνια νεώτερή του, αποτελεί τη μουσική του έμνπνευση μέχρι το τέλος της ζωής του. Ενώ συνταξιοδοτείται από τη θέση του διευθυντή του Ωδείου του Μπρνο, εξακολουθεί με πάθος να διδάσκει. Λίγα χρόνια πριν τον θάνατό του, δημοσιεύεται η βιογραφία του από τον Μαξ Μπροντ και δίνει συνέντευξη στους New York Times.  Ενώ συνεχίζει να συνθέτει του απονέμεται το πρώτο τιμητικό διδακτορικό από το πανεπιστήμιο Μασαρίκ στο Μπρνο. Συνθέτει τη «Sinfonietta», ένα μνημειώδες ορχηστρικό έργο, το οποίο αναγνωρίζεται αμέσως από τους κριτικούς. Τον ίδιο χρόνο επισκέπτεται την Αγγλία. Κάποια από τα έργα του παρουσιάζονται στο Λονδίνο. Γίνεται μέλος της Πρωσικής Ακαδημίας Τεχνών στο Βερολίνο μαζί με τους Σένμπεργκ και Χίντεμιθ. Ο Γιάνατσεκ ήταν άθεος και επικριτικός στην οργανωμένη θρησκεία, αλλά τα θέματά του έχουν συχνά θρησκευτικό χαρακτήρα. Αρρωσταίνει από πνευμονία και πεθαίνει σε σανατόριο το 1928. Η κηδεία έγινε με δημόσια δαπάνη και θάφτηκε στο κεντρικό κοιμητήριο του Μπρνο.

Παραμένει σ’ όλη του τη ζωή προσκολλημένος ψυχικά με τη γενέτειρά του Μοραβία, ερευνά το φολκλόρ της, διατυπώνει θεωρίες σχετικές μ’ αυτό, γράφει μελέτες. Στα έργα του δημιούργησε ένα πρωτότυπο μοντέρνο μουσικό ύφος. Η συγκινησιακή γκάμα των λυρικών έργων του παρουσιάζει μεγάλη ποικιλία και αγγίζει διεισδυτικά: ζήλια, μίσος, αγάπη και ενοχή, φύση και αιώνια επανάληψη των εποχών, σάτιρα, ωμή πραγματικότητα και εξωπραγματικό. Κι όμως σ’ όλα αυτά, κυρίαρχο στοιχείο είναι η αδιαμφισβήτητη πίστη στην ανθρωπότητα και η καθυπόταξη της ζωής σ’ αυτή την πίστη. Αντίθετα από τον Σμέτανα ή τον Ντβόρζακ, ο Γιάνατσεκ αναδημιουργεί και δεν παραθέτει αυτούσια τα στοιχεία της παράδοσης. Συνθέτει πολλές όπερες σ’ ένα προσωπικό ύφος με πιο γνωστές την «Γιένουφα», την «Κάτια Καμπάνοβα» και τη «Μικρή πονηρή αλεπού», μουσική δωματίου, χορωδιακή και μια πολύ πρωτότυπη λειτουργία. Η επιτυχία της «Γιένουφα» που συχνά αποκαλείται ως «Η Εθνική όπερα της Μοραβίας», έδωσε στον Γιάνατσεκ πρόσβαση στις μεγάλες  όπερες και λυρικές σκηνές όλου του κόσμου. Τα  μεταγενέστερα έργα του είναι περισσότερο διάσημα. Ο Γιάνατσεκ επίσης θαύμαζε τον Ντβόρζακ, στον οποίο αφιέρωσε κάποια από τα έργα του. Στις αρχές του 20ού αιώνα, ο Γιάνατσεκ άρχισε να ενδιαφέρεται όλο και περισσότερο με τη μουσική άλλων Ευρωπαίων συνθετών. Η επιρροή του Τζάκομο Πουτσίνι είναι εμφανής στα ύστερα έργα του Γιάνατσεκ, όπως στην όπερα «Κάτια Καμπάνοβα». Αν και παρακολουθούσε προσεκτικά τις εξελίξεις στην ευρωπαϊκή μουσική, οι όπερές του είχαν τσεχικά και σλαβικά θέματα. Η αξία του αναγνωρίστηκε στο τέλος της ζωής του.

Ο τάφος του συνθέτη στο κοιμητήριο του Μπρνο

 

χαλβάς Γούναρης
roz-panthiras-adv1

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *