Gabriel Faure (1845-1924) Γράφει η Νατασα Παπαστάθη

Gabriel Faure (1845-1924)

«Οι κριτικοί γράφουν για τη μουσική μου ότι είναι κάπως ψυχρή και “καλοθρεμμένη”! Δεν υπάρχει αμφιβολία, οι Γάλλοι με τους Γερμανούς δεν έχουν ουδεμία σχέση»

Gabriel Faure

Ο Ροβεσπιέρος

Γάλλος συνθέτης της υστερορομαντικής εποχής, οργανίστας,

πιανίστας και δάσκαλος.

Ο Γκάμπριελ Φωρέ γεννιέται το 1845 στην Αριέγη, περιοχή στα Πυρηναία Όρη, σε μια πολύτεκνη οικογένεια ιδιαίτερα καλλιεργημένη. Από νωρίς δείχνει το χάρισμά του στη μουσική. Με σύσταση του βουλευτή Σωμπιάκ, ο οποίος εντυπωσιάζεται από την ερμηνεία του εννιάχρονου Φωρέ στο εκκλησιαστικό όργανο, του χορηγείται υποτροφία για σπουδές στη Σχολή Μουσικής του Ελβετού Νιντερμάγιερ. Εκεί διδάσκεται αρμονία, αντίστιξη, φούγκα, σύνθεση, εκκλησιαστικό όργανο από σπουδαίους δασκάλους και πιάνο από τον Σεν Σανς, με τον οποίο απέκτησαν και μια σχέση βαθειάς φιλίας που διήρκησε 60 χρόνια. Η εικόνα του εξαιρετικού σπουδαστή, επισφραγίζεται από τις συνεχείς πρωτιές του σε σχολικούς διαγωνισμούς. Αρχίζει να συνθέτει. Διορίζεται ως οργανίστας στην εκκλησία του Αγίου Σώστη στη Ρεν, της Νότρ Νταμ, του Αγίου Ονωρίου του Ελώ, ως διευθυντής χορωδίας και παραδίδει αμέτρητα ιδιαίτερα μαθήματα. Γίνεται ιδρυτικό μέλος στη νεοσύστατη Εθνική Λέσχη Μουσικής, που στόχο έχει τη διάδοση του έργου νέων Γάλλων συνθετών. Στα μέλη της συμπεριλαμβάνονται οι Μπιζέ, Μασνέ, Φρανκ. Σε συναυλίες της Λέσχης παρουσιάζει έργα του. Επισκέπεται τη Βαϊμάρη με τον Σεν Σανς και γνωρίζεται με τον Λιστ. Τα επόμενα χρόνια μεταβαίνει στο Μόναχο για να παρακολουθήσει παραστάσεις έργων του Βάγκνερ, όμως η αισθητική του και το στυλ του δεν επηρεάζεται από τη γερμανική μουσική.

  Από το γάμο του με τη Μαρί Φρεμιέ αποκτά δύο γιους. Διορίζεται καθηγητής σύνθεσης στο Ωδείο του Παρισού, παρά τις έντονες αντιδράσεις των διδασκόντων καθηγητών. Τον θεωρούν «επικίνδυνα μοντέρνο». Όσον αφορά στο πρόγραμμα σπουδών, οι αλλαγές είναι τόσο σαρωτικές, που οι παλαιότεροι της σχολής του απέδωσαν το παρατσούκλι «Ροβεσπιέρος», καθώς το εύρος της διδασκόμενης ύλης εκμοντερνίστηκε και διευρύνθηκε, ώστε να καλύπτει και τα πιο πρόσφατα έργα. Από την τάξη του στη σύνθεση περνούν σπουδαίοι κατοπινοί συνθέτες όπως, Ραβέλ, Ωμπέρ, Ενέσκου Μπουλανζέ, Σμιτ.

   Στην αλλαγή του αιώνα, ο Φωρέ γράφει μουσική για το θεατρικό του Μωρίς Μέτερλινκ, «Πελλέας και Μελισάνθη», καθώς και τον «Προμηθέα», μια λυρική τραγωδία.Διορίζεται στο Γαλλικό Ινστιτούτο. Δημιουργείται  μια νέα Λέσχη, η Ανεξάρτητη Μουσική Λέσχη της οποίας ηγείται ο Φωρέ και ο ρόλος της είναι η προώθηση νέων έργων. Το 1920, στην ηλικία των 75 πλέον ετών, ο Φωρέ συνταξιοδοτείται από το Ωδείο, κυρίως λόγω της κώφωσης και της φθίνουσας υγείας του. Σαν δείγμα εκτίμησης, του απονέμεται ο ΜέγαςΣταυρός της Λεγεώνας της Τιμής, μεγάλη και σπάνια διάκριση για μουσικό. Δύο χρόνια αργότερα δίδεται μια συναυλία προς τιμήν του, «μια υπέροχη γιορτή στη Σορβόννη, όπου συμμετέχουν οι πλέον ταλαντούχοι Γάλλοι καλλιτέχνες, που του δίνει μεγάλη χαρά. Το οξύμωρο του θεάματος είναι ότι ενώ παρευρίσκονταν, δεν μπόρεσε να ακούσει ούτε μια νότα, και απλώς παρακολουθούσε σκεπτικόςκαι εντούτοις ευπρεπής και χαμογελαστός».

   Στα τελευταία του χρόνια ο Φωρέ υποφέρειλόγω κατάθλιψης, αλλά κυρίως λόγω του ότι υπήρξε βαρύτατος καπνιστής. Ωστόσο, είναιπάντα διαθέσιμος στους νέους συνθέτες, συμπεριλαμβανομένων των μελών της «Ομάδας των 6 Γάλλων» που του έχουν μεγάλη αδυναμία.

  Ο Φωρέ πεθαίνει από πνευμονία στο Παρίσι το 1924. Κηδεύεται με δημόσια δαπάνη από την Εκκλησία της Μαντλέν και θάβεται στο Κοιμητήριο του Πασσύ. Μετά τον θάνατό του, το Ωδείο επέστρεψε στον πρότερο συντηρητισμό του, όπου οι κανόνες της αρμονίας έθεταν το όριο του μοντερνισμού. Στη συνέχεια όμως,η γενιά των σπουδαστών του μεσοπολέμου απέρριψαν αυτή την αναχρονιστική πρακτική και στράφηκαν στη σύγχρονη μουσική του Μπάρτοκ, της Δεύτερης Σχολής της Βιέννης και στα τελευταία έργα του Στραβίνσκι.

  Ο Φωρέ είναι μια σπουδαιότατη μορφή της γαλλικής αλλά και της παγκόσμιας μουσικής. Το έργο του επηρέασε σημαντικά πολλούς συνθέτες του 20ου αιώνα. Θεωρείται ειδήμων της τέχνης του Γαλλικού Τραγουδιού και δεξιοτέχνης στη δημιουργία «κύκλου τραγουδιών», «ποιητής» του πιάνου, συνθέτης με μεγάλη εμβάθυνση στη μουσική δωματίου. Το λεπτό και κομψό, αλλά με κανένα τρόπο μη τολμηρό αρμονικά ύφος του, διαθέτει κρυμμένη δύναμη και συγκινησιακή έλξη. Στα έργα για πιάνο ο Φωρέ απορρίπτει το δεξιοτεχνικό ύφος εξ αιτίας των φωτεινών και καθαρών μελωδικών γραμμών -τυπικό χαρακτηριστικό της γαλλικής μουσικής. Οι όπερές του δε μπόρεσαν ποτέ να βρουν τη θέση τους στο ρεπερτόριο του λυρικού θεάτρου. Η ενορχήστρωση δεν ενδιέφερε ιδιαίτερα τον Φωρέ, πράγμα που συχνά ανέθετε στους μαθητές του, όπως τον Ζαν Ροζέ-Ντυκάς και τον Σαρλ Κεκλέν. Η αισθητική του ορίζεται γενικά από έναν μάλλον μελαγχολικό και ήρεμο τόνο, ενώ απουσιάζουν οι έντονες ηχητικές αντιθέσεις. Για τον Φωρέ, η μουσική δεν μπορούσε να τοποθετηθεί σε εθνικά πρότυπα, καθώς η τέχνη του “μιλάει μια γλώσσα πέρα και πάνω από τις άλλες, που καταρρέει όταν τη χρησιμοποιούν για την έκφραση συναισθημάτων και φρονημάτων που ανήκουν σε ένα συγκεκριμένο έθνος”. Από το 1903 ως το 1921 έγραψε μουσικές κριτικές στην εφημερίδα Le Figaro, ρόλος που όμως δεν του ταίριαζε. Έχει γράψει πολυάριθμα και σημαντικά τραγούδια όπως «Après un rêve», «Clair de lune», ωραιότατες σελίδες μουσικής δωματίου, μεταξύ των οποίων και το αριστουργηματικό κουαρτέτο εγχόρδων, ορχηστρική και σκηνική μουσική, έργα για πιάνο όπως τα γνωστά νυχτερινά.

«Διόρθωνε την κάθε εργασία, επικαλούμενος τους κανόνες της φόρμας… και ανατρέχοντας πάντα σε κάποιο παράδειγμα από τους μεγάλους συνθέτες»

Jean RogerDucasse

Μαθητής του Φωρέ

«Αυτό που ο Φωρέ ανέπτυξε στους μαθητές του ήταν το αισθητικό κριτήριο, την αρμονική ευαισθησία, την αγάπη για τις καθαρές γραμμές, τις απρόσμενες και χρωματιστές μετατροπίες. Ποτέ όμως δεν τους ώθησε να γράφουν στο δικό του ύφος και γι’ αυτόν τον λόγο κατάφεραν όλοι τους να βρουν το δικό τους προσωπικό μονοπάτι, συχνά σε αντιδιαμετρικές κατευθύνσεις»

Ανρί Πρυνιέρ

Μουσικολόγος

«Πιο βαθυστόχαστος από τον Σαιν-Σανς, πιο ποικίλος από τον Λαλό, πιο πηγαίος από τον ντ’ Εντύ, πιο κλασικός από τον Ντεμπυσσύ, ο Γκαμπριέλ Φωρέ είναι ο πλέον έξοχος «μαΐστωρ» της γαλλικής μουσικής, ένας τέλειος καθρέπτης της μουσικής διανόησης»

Λέσλι Όρρεϋ

Μουσικολόγος  

στο περιοδικό The Musical Times

«Η φυσική του καλοσύνη και το ανοιχτό του μυαλό αν μη τι άλλο του έδιναν το έναυσμα να εστιάζει στα θετικά στοιχεία ενός έργου»

«Στα γεράματα τον διακατείχε μια γαλήνη, χωρίς να χάνει την αξιοσημείωτη ζωντάνια του πνεύματός του, αλλά μάλλον απομακρυσμένος πια από τον αισθησιασμό και το πάθος που βλέπουμε στα έργα της περιόδου 1875-1895»

«H ιδέα της χροιάς δεν ήταν καθοριστικό στοιχείο της μουσικής του σύλληψης»

Ζαν-Μισέλ Νεκτού

Βιογράφος του Φωρέ

                             

«Τα τραγούδια του είναι τόσο όμορφα και τέλεια που κατάφεραν

να «περάσουν» ακόμη και στην Αμερική»

Aaron Copland

 

 

 

 

 

 

χαλβάς Γούναρης
roz-panthiras-adv1

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *