ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΣΥΝΘΕΤΡΙΕΣ
Γράφει η Νατάσα Παπαστάθη, καθηγήτρια μουσικής
Florence Ashton Thomas Marshall (1843–1922)
Αγγλίδα συνθέτρια, μαέστρος και συγγραφέας.
Η Florence Ashton Thomas γεννήθηκε την άνοιξη του 1843 στη Ρώμη από πατέρα ιερέα. Λίγο μετά από τη γέννησή της, η οικογένεια μετακόμισε στην Αγγλία και εγκαταστάθηκε στο Λονδίνο. Οι εκκλησιαστικοί δεσμοί της οικογένειας προερχόμενοι από την ιεροσύνη του πατέρα και την ευλαβική συμπεριφορά της μητέρας, ανέπτυξαν ένα πλούσια πολιτιστικό περιβάλλον, που συνδύαζε θρησκευτικές παραδόσεις και καλλιτεχνικές ανησυχίες. Έτσι λοιπόν, οι γονείς ενθάρρυναν τα παιδιά της οικογένειας προς τη λογοτεχνία και τη μουσική. Η νεαρή Florence άρχισε μαθήματα πιάνου, τραγουδιού, θεωρητικών και σύνθεσης, τα οποία την οδήγησαν σταδιακά στην εγγραφή της στη Βασιλική Ακαδημία της Μουσικής του Λονδίνου, από όπου και αποφοίτησε με χάλκινο μετάλλιο. Συνέχισε τις σπουδές της στο Trinity College, αποφοιτώντας με δίπλωμα Associate in Music. Κατά τη διάρκεια των σπουδών της συνθέσε τα πρώτα της έργα που ήταν κυρίως τραγούδια. Συνεχίζοντας με ενθουσιασμό τη δημιουργία μουσικής, είχε τη χαρά και την τιμή να δει τα έργα της να ερμηνεύονται, αποσπώντας τις καλύτερες κριτικές. Μάλιστα το περιοδικό «The Musical times» την επαίνεσε για το μουσικό της συναίσθημα, την αποτελεσματική ενορχήστρωση και την πρωτότυπη σκέψη, χαρακτηρίζοντάς τη ως μια πολλά υποσχόμενη γυναίκα συνθέτρια. Επίσης, ως μεσόφωνος τραγουδίστρια οργάνωσε μουσικές εκδηλώσεις στο Λονδίνο, έχοντας σε σύμπραξη καταξιωμένους αλλά και ανερχόμενους καλλιτέχνες.
Στα εικοσιένα της χρόνια παντρεύτηκε τον επιχειρηματία, ερασιτέχνη μουσικό, συγγραφέα και συλλέκτη μουσικής Julian Marshall, με τον οποίο απέκτησε τρεις κόρες. Ο Julian ήταν γνωστός για την τεράστια προσωπική του βιβλιοθήκη, πλούσια σε χειρόγραφα μουσικής. Πέρα λοιπόν, από την επίσημη εκπαίδευσή της, η Florence άντλησε έμπνευση από τη ζωντανή μουσική σκηνή του Λονδίνου του 19ου αιώνα, όπου η πρόσβαση στην εκτεταμένη συλλογή παρτιτούρων και χειρογράφων του συζύγου της, με ιδιαίτερη αναφορά στον Haendel, αλλά και σε άλλους σπουδαίους δασκάλους, παρείχε ανεκτίμητες πηγές για μελέτη και έμπνευση. Αυτό το περιβάλλον, σε συνδυασμό με τους ορχηστρικούς ομίλους, τις μουσικές παραστάσεις δωματίου και τα εκδοτικά δίκτυα της πόλης, την βύθισε στο γερμανικό ρομαντικό ρεπερτόριο και τις ερασιτεχνικές-επαγγελματικές συνεργασίες, επηρεάζοντας τη δια βίου δέσμευσή της στην ανύψωση της μουσικής των συνόλων. Η συμμετοχή της σε εκπαιδευτικές πρωτοβουλίες, συνέδεσε περαιτέρω την εκπαίδευσή της με ευρύτερες πολιτιστικές προσπάθειες στη μουσική παιδεία.
Το καλλιτεχνικό αυτό ζευγάρι ίδρυσε τον Μουσικό Σύλλογο, που αργότερα ονομάστηκε «Βασιλικός Μουσικός Σύλλογος», ο οποίος δημιουργήθηκε για την προώθηση της μουσικής ακαδημαϊκής κατάρτισης και της επαγγελματικής ερμηνείας. Το σαλόνι του σπιτιού του χρησίμευε ως κόμβος για τις μουσικές τους δραστηριότητες. Ο κοινωνικός τους κύκλος περιλάμβανε εξέχουσες προσωπικότητες των τεχνών, όπως συνθέτες και ακαδημαϊκούς που συνδέονταν μέσω του Μουσικού Συλλόγου. Οι δυο τους επίσης, συνέβαλαν με άρθρα τους στην πρώτη έκδοση του Λεξικού Μουσικής του Grove, όπου η Florence έγραψε για θέματα όπως η φωνητική παιδαγωγική, δημοσιεύοντας μια σειρά από εβδομήντα ασκήσεις Σολφέζ.
Διετέλεσε διευθύντρια της τάξης φωνητικής μουσικής στο Dulwich College, ενώ βοήθησε στην ίδρυση του Hampstead Conservatoire. Εξελέγη μέλος της Φιλαρμονικής Εταιρείας και διηύθυηνε την Ορχήστρα του South Hampstead για περισσότερο από τριάντα χρόνια, μια ιδιαίτερα αξιόλογη ορχήστρα, αφού ερμήνευε έργα Brahms, Saint-Saens και άλλων σπουδαίων μουσουργών. Ως μαέστρος έδωσε έμφαση στις σχολαστικές πρόβες και τη μουσική ερμηνεία, δημιουργώντας συνεργασίες με διάσημους σολίστες, όπως οι βιολονίστες Fritz Kreisler, Mischa Elman και Isolde Menges, καθώς και ο τσελίστας Pablo Cacals.
Ο θάνατος του συζύγου της, στα τέλη του 1903, την αποδυνάμωσε αρχικά, αλλά λόγω της μητρότητας και των επαγγελματικών υποχρεώσεων, συνέχισε δυναμικά.
Η Florence προώθησε τη συμμετοχή των γυναικών στη μουσική μέσω των εκπαιδευτικών πρωτοβουλιών και του ακαδημαϊκού της έργου. Ως γυναίκα διευθύντρια ορχήστρας αντιμετώπισε σημαντικά κοινωνικά εμπόδια στη βικτωριανή και εδουαρδιανή Βρετανία, όπου τέτοιοι ρόλοι θεωρούνταν αντισυμβατικοί και συχνά αντιμετωπίζονταν με σκεπτικισμό. Ωστόσο απέφυγε τη στοχευμένη δημοσιότητα με βάση το φύλο, επιμένοντας στην αξιολόγηση μόνο με βάση τη μουσική αξία. Μέσω της διαρκούς ηγεσίας της και των μουσικών προγραμμάτων υψηλού επιπέδου, η Florence υποστήριξε έμμεσα τη συμμετοχή των γυναικών στη μουσική επιδεικνύοντας αριστεία, εμπνέοντας μεγαλύτερη αποδοχή των γυναικών μαέστρων και συμβάλλοντας στη σταδιακή διεύρυνση των ευκαιριών στην ηγεσία ορχήστρας.
Συνέθεσε οπερέτες, φωνητικά και χορωδιακά έργα, ορχηστρικά και οργανικά κομμάτια. Έγραψε επίσης επιδραστικά δοκίμια για τη μουσική εκπαίδευση και το ιστορικό της πλαίσιο σε εξέχοντα περιοδικά. Πολλά από τα έργα της εκδόθηκαν από τις εκδόσεις Novello, Ewer & Co. Στο βιβλίο της «Music and the People», που δημοσιεύτηκε στο «The Nineteenth Century» ανέλυσε τις προσπάθειές της να φέρει τη μουσική στο κοινό της εργατικής τάξης στο East End του Λονδίνου ως ζωτικής σημασίας για τον πολιτιστικό εμπλουτισμό και την κοινωνική μεταρρύθμιση. Επέκτεινε αυτά τα θέματα στο «Music for the Masses», σημειώνοντας την πρόοδο στην πρόσβαση των κατώτερων τάξεων σε συναυλίες και υποστηρίζοντας τον ρόλο της μουσικής στην ηθική, κοινοτική και κοινωνική άνοδο. Αυτά τα γραπτά υπογράμμισαν την άποψή της για τη μουσικολογία ως αλληλένδετη με την κοινωνική πρόοδο, αντλώντας στοιχεία από προηγούμενα ιστορικά για να υποστηρίξει μια ευρύτερη εκπαιδευτική εμβέλεια.
Με το ψευδώνυμο Ms.Julian Marshall συνέβαλλε σημαντικά στη βιογραφική λογοτεχνία του τέλους του 19ου αιώνα, συνδυάζοντας τα ενδιαφέροντά της για τη μουσική και την ιστορία, ώστε να δημιουργήσει έργα που αναφέρονταν σε μορφωμένους αναγνώστες. Πριν από τις κύριες βιογραφίες της, μετέφρασε τη «Σχολή Βιολιού» του Louis Sport, παρουσάζοντας την επιδραστική γερμανική πραγματεία για την τεχνική του βιολιού στο αγγλικό κοινό και υπογραμμίζοντας την εμπειρία της στη μουσική παιδαγωγική. Δημοσίευσε μια βιογραφία του Haendel στη σειρά «Μεγάλοι Μουσικοί» του Hoofer και επιμελήθηκε το έργο «Η ζωή και οι επιστολές της Mary Wollstonecraft Shelley», αντανακλώντας το πνευματικό της εύρος. Έγραψε άρθρα για βικτωριανά περιοδικά, όπως το «The Magazine of Art» και το «The Musical Times», όπου ανέλυε τις σχέσεις μεταξύ μουσικής, λογοτεχνίας και εικαστικών τεχνών, όπως καταγράφονται στο «The Wellesley Index to Victorian Periodicals». Αυτά τα έργα αντανακλούσαν την πολυμάθειά της και την ευρύτητα της γνώσης της στην πολιτιστική ιστορία και επαινέθηκαν για το κομψό ενημερωτικό τους στυλ. Η κριτική υποδοχή των βιογραφιών της, συμπεριλαμβανομένων των κριτικών στο «The Athenaeum» και στο «The Spectator», επαίνεσε την προσιτή πεζογραφία της Florence για τη διεύρυνση της δημόσιας εκτίμησης των θεμάτων της, αν και ορισμένοι σημείωσαν μια τάση προς ρομαντικοποίηση στις απεικονίσεις της. Έτσι, τα γραπτά της γεφύρωσαν το επιστημονικό βάθος με τη λογοτεχνική απήχηση, επηρεάζοντας τις μεταγενέστερες βιογραφικές προσεγγίσεις μουσικών και ρομαντικών συγγραφέων.
Κάτι ακόμη που πρέπει να αναφερθεί είναι ότι η αδερφή της, Bertha Thomas ήταν μυθιστοριογράφος και η συγγαρφέας του βιβλίου «Τhe violin player», η οποία έγραψε και το λιμπρέτο στην πιο επιτυχημένη σύνθεσή της, την οπερέτα «Prince Sprite», ενώ η μικρή αδερφή της Frances Thomas ήταν κλαρινετίστα.
Η Florence Marshall έφυγε από τη ζωή την άνοιξη του 1922 στο Λονδίνο. Η νεκρολογία των «Times» την χαρακτήρισε ως «μια πολύ γνωστή προσωπικότητα στη μουσική ζωή του Λονδίνου», επαινώντας τις ορχηστρικές ερμηνείες της και την ιδιότητά της ως «γνήσιας μουσικού»!
Η σύγχρονη ακαδημαϊκή κοινότητα αναγνωρίζει τη συμβολή της Florence Marshall στη βικτωριανή μουσική κουλτούρα, με προφίλ στο «The Norton/Grove Dictionary of Women Composers» – (1994), που επιμελήθηκαν οι Julie Anne Sadie και Rhian Samuel, δίνοντας έμφαση στους ρόλους της ως συνθέτριας, μαέστρου και μουσικολόγου.
«Ορχήστρα του Νότιου Χάμπστεντ. – Η εξαιρετική μπάντα υπό τη διεύθυνση της κας Florence Marshall έδωσε την ετήσια συναυλία της στο St. James’s-hall την Τρίτη, όπου το κύριο έργο που παίχτηκε ήταν η μεγαλοπρεπής Συμφωνία σε Φα, αρ. 3 του Brahms, οι τρομερές δυσκολίες της οποίας ξεπεράστηκαν με απόλυτη επιτυχία από μουσικούς, οι περισσότεροι από τους οποίους είναι ερασιτέχνες […] Δεν υπάρχει λόγος να επεκταθούμε στην αξιοσημείωτη ικανότητα της κας Marshall ως μαέστρου, η οποία είναι αρκετά γνωστή στους καλλιεργημένους μουσικούς. Όχι μόνο δημιουργεί μαγική σχέση με την ορχήστρα της, χωρίς την οποία ο πιο έξυπνος μουσικός πρέπει να αποτύχει, αλλά έχει και το λεπτό γούστο και τη μουσικότητα που λείπουν από τόσους πολλούς δεξιοτέχνες μαέστρους»
«The Times», 15 Ιουνίου 1899, σελ. 13
Πηγές:
https://en.wikipedia.org/wiki/Florence_Ashton_Marshall
https://grokipedia.com/page/florence_ashton_marshall
https://mugi.hfmt-hamburg.de/receive/mugi_person_00000525?lang=en

