Eric Satie (1866-1925) Γράφει η Νατασα Παπαστάθη

Eric Satie (1866-1925)

«Πριν συνθέσω ένα κομμάτι κάνω κύκλους γύρω από τον εαυτό μου»

Eric Satie

Γάλλος συνθέτης και πιανίστας.

   Ο Ερίκ Σατί γεννιέται το 1866 στην Ονφλέρ της Νορμανδίας. Χάνει τη μητέρα του πολύ νωρίς και όταν ο πατέρας του ξαναπαντρεύεται μετακομίζουν με τον αδερφό του στο Παρίσι. Οι επιδόσεις του στο σχολείο δεν είναι πολύ καλές. Στα δεκατρία του χρόνια αρχίζει τις μουσικές του σπουδές στο Ωδείο του Παρισού, αλλά κι εκεί δεν δείχνει ιδιαίτερη επιμέλεια. Μετά από δυόμισυ μόλις χρόνια αποχωρεί απ’ το Ωδείο αποφασίζοντας να καταταγεί εθελοντικά στο πεζικό. Αρχίζει να συνθέτει τα πρώτα του μικρά σε έκταση έργα, όπως τις δημοφιλείς «Γυμνοπαιδιές». Υιοθετεί τον μποέμικο τρόπο ζωής, συγχνάζει σε καμπαρέ, όπου εργάζεται περιστασιακά ως πιανίστας και γνωρίζεται με τον Ντεμπυσί με τον οποίο διατηρούν μια μακρόχρονη και παράξενη φιλία. Αρχίζει σιγά-σιγά να γίνεται γνωστός στο κοινό. Γίνεται μέλος μιας μυστικής θρησκευτικής οργάνωσης κι έχει τάσης απομόνωσης.

  Στις αρχές του 1893 γνωρίζεται και συνδέεται ερωτικά με τη ζωγράφο Σουζάν Βαλαντόν, την οποία ζητά σε γάμο αλλά χωρίς ανταπόκριση. Κυριευμένος από το έντονο πάθος του για τη ζωγράφο, γράφει και της αφιερώνει τους «Γοτθικούς χορούς», ενώ εκείνη επιμελείται το πορτραίτο του. Μετά από πέντε μήνες η σχέση τελειώνει και ο Σατί τσακίζεται κυριολεκτικά.Το μουσικό αποτέλεσμα του χωρισμού είναι το έργο «Vexation».

 

Το πορτραίτο του Σατί από την Βαλαντόν

   Το 1898 μετακομίζει στο προάστιο Αρκέιγ,όπου και θα παραμείνει μέχρι το θάνατό του. Πηγαινοέρχεται στο Παρίσι με τα πόδια, πίνει και συνθέτει σε διάφορα καφέ στο δρόμο, επισκέπτεται συχνά τον Ντεμπυσί, γράφει τραγούδια για καμπαρέ και θεατρικά έργα. Στα σαράντα του χρόνια αποφασίζει να εγγραφεί στη Schola Cantorum όπου παρακολουθεί μαθήματα αντίστιξης, ανάλυσης, φόρμας, ενορχήστρωσης, σύνθεσης. Ολοκληρώνει τις σπουδές του σε τρία χρόνια με Άριστα.

  Το 1911 ο Ραβέλ και άλλοι Νέοι Μουσικοί παρουσιάζουν έργα του στο κοινό της «Ανεξάρτητης Μουσικής Εταιρίας» κι έτσι αποκτά και οπαδούς, τους «Σατιστές». Ανήσυχο πνεύμα, μπαίνει στο σοσιαλιστικό κόμμα και αργότερα στο κουμμουνιστικό, γνωρίζεται με τον ταλαντούχο Ζαν Κοκτώ, ο οποίος του ζητά να συνεργαστούν. Καρπός αυτής της συνεργασία είναι το μπαλέτο «Παρέλαση», σε λιμπρέτο τουΚοκτώ, σκηνικά-κοστούμια του Πικάσο, χορογραφία του Μασίν, ερμηνευμένο από τα ρωσικά μπαλέτα του Ντιαγίλεφ.

   Λιγό μετά από αυτή την επιτυχημένη συνεργασία, συσπυρώνει έξι νέους μουσικούς σε μια ομάδα γνωστή με το όνομα «Η Ομάδα των 6 Γάλλων και ο Σατί». Τους έξι αυτούς Γάλλους (Πουλένκ, Ωρίκ, Μαγιό, Ταγιεφέρ, Ντυρέ, Χόνεγκερ) ενώνει η φιλία και κοινό γούστο. Τους αρέσει το μιούζικ-χολ, η τζαζ, το χιούμορ, η αντίδραση στον λυρισμό, στον βαγκνερισμό και στον ιμπρεσιονισμό. Το 1920 παρουσιάζουν το μοναδικό ομαδικό τους έργο, το μπαλέτο «Οι παντρεμένοι του Πύργου του Άιφελ» και ο Σατί σχολιάζει: «…οι Έξι με την αισθητική τους ανήκουν στο Νέο Πνεύμα, δηλαδή στην επιστροφή στην κλασική φόρμα αλλά με σύγχρονη ευαισθησία».

 Τα τελευταία πέντε χρόνια της ζωής του είναι ιδιαίτερα δραστήρια και παραγωγικά. Υποφέρει όμως από χρόνια κίρρωση ύπατος, λόγω της μεγάλης κατανάλωσης αλκοόλ, που πλέον επιδεινώνεται ραγδαία. Πεθαίνει το 1925 στο νοσοκομείο μόνος και θάβεται στο κοιμητήριο του Αρκέιγ. Μετά το θάνατό του, φίλοι του μπήκαν για πρώτη φορά στο σπίτι του και ανακάλυψαν μια χαωτική κατάσταση: παρτιτούρες, έργα ημιτελή, ανέκδοτα και χαμένα υπήρχαν σε κάθε σημείο του σπιτιού. Κάποια από αυτά θα δημοσιευθούν αργότερα ως συμπλήρωμα στο έργο του συνθέτη.

  Παρόλο που ο Σατί απορρίπτεται από διάφορους μουσικούς της εποχής του, λόγω του μη συμβατικού ύφους του, αντιπροσωπεύει το ρήγμα με το γαλλικό ρομαντισμό του 19ουαιώνα. Διαμορφώνει προσωπικό στιλ με χιούμορ και απέχθεια προς το σχολαστικισμό. Το έργο του είναι ένας πρόδρομος για μετέπειτακαλλιτεχνικά κινήματα όπως μινιμαλισμός, σουρεαλισμός, επαναλαμβανόμενη μουσικήκ.α . Η πρώτη περίοδος του έργου του κυριαρχείται από μυστικισμό, η δεύτερη από μια μελωδική απλότητα και η τρίτη είναι η εποχή των πιο ωραίων έργων. Η αντιρομαντική προσέγγιση και το απέριττο συνθετικό ύφος τουάσκησαν επιρροή τόσο στους σύγχρονούς του Ραβέλ και Πουλένκ, όσο και σε μεταγενέστερους συνθέτες ανοίγοντας έναν εναλλακτικό δρόμο στην τεράστια επίδραση που είχε στους συνθέτες της περιόδου η βαγκνερική γραφή. Θεωρείται ο πρόδρομος του Ντεμπυσί, ιδίως μέσω της τάσης του προς την ακραία απλότητα.

Αναμνηστική πινακίδα, έξω από το σπίτι του Σατί

 

 

χαλβάς Γούναρης
roz-panthiras-adv1

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.