“Ο Συνθέτης της Εβδομάδας” της Νατάσας Παπαστάθη.

Giacomo Puccini (1858-1924)

«Η βάση μιας όπερας είναι το θέμα και η αντιμετώπισή της»

Giacomo Puccini

Ιταλός συνθέτης όπερας, ο σημαντικότερος του Βερισμού.

  Γεννιέται στη Λούκα της  Ιταλίας το 1858  σε οικογένεια μουσικών με προγόνους που φτάνουν ως τις αρχές του 18ου αιώνα. Εξ αιτίας αυτής της κληρονομιάς αφιερώνεται στη μουσική για την οποία δείχνει από πολύ μικρός κλίση και ενδιαφέρον. Στα δέκα του χρόνια βρίσκεται στη χορωδία του Σαν Μαρτίνο. Μελετά εκκλησιαστικό όργανο και σύνθεση και γίνεταιοργανίστας σε πολλές εκκλησίες. Σπουδάζει στο Ωδείο του Μιλάνου, όπου οι κύριοι δάσκαλοί του ήταν ο Μπατσίνι, ένας διάσημος βιολιστής και συνθέτης μουσικής δωματίου  και ο Πονκιέλι, ο συνθέτης της όπερας «La gioconda». Παίρνει το δίπλωμά του και παρουσιάζει ως σύνθεση αποφοίτησης το«Capriccio sinfonico», ένα οργανικό έργο που προσέλκυσε την προσοχή σημαντικών μουσικών κύκλων στο Μιλάνο.  Επηρεασμένος από το αριστούργημα «Αΐντα» του Βέρντι αποφασίζει ν’ ασχοληθεί με την όπερα και να εκφράσει μέσα απ’ αυτή τον έρωτα και τον πόνο. «Ένιωσα ότι έχει ανοίξει μέσα μου ένα μουσικό παράθυρο», έγραψε σε φίλο του. Ο εκδότης μουσικήςΤζούλιο Ρικόρντι αναθέτει στον Πουτσίνι να γράψει μια όπερα για τη Σκάλα του Μιλάνου και του δίνει ένα μηνιαίο επίδομα: έτσι ξεκινάει η δια βίου συνεργασία του Πουτσίνι με τον Ρικόρντι, ο οποίος επρόκειτο να γίνει ένθερμος φίλος και σύμβουλός του. Μελετά συνθέτες όπως Ντεμπυσύ, Σταβίνσκι, Ρ. Στράους, Σένπμερνγκ.

 Μετά το θάνατο της μητέρας του, ο Πουτσίνι φεύγει από τη Λούκα με μια παντρεμένη γυναίκα, την Ελβίρα Τζεμινιάνι – σύζυγο συμμαθητή του. Βρίσκοντας στο πάθος τους το θάρρος να αψηφούν το πραγματικά τεράστιο σκάνδαλο που δημιουργήθηκε από την παράνομη ένωση τους, ζούν αρχικά στη Mόντσα, κοντά στο Μιλάνο, όπου γεννιέται ο γιος τους, ο Aντόνιο. Μετακομίζουν στο Μιλάνο και στη συνέχεια στο Τόρρε ντελ Λάγκο, ένα απομονωμένο ψαροχώρι στη λίμνη τηςΤοσκάνης. Αυτό το σπίτι επρόκειτο να γίνει το καταφύγιο του συνθέτη, που λάτρευε την απομόνωση, την ησυχία και το κυνήγι και παρέμεινε εκεί μέχρι τρία χρόνια πριν από το θάνατό του. Όμως η ζωή με την Ελβίρα αποδείχθηκε δύσκολη. Θυελλώδης και ζηλότυπη, δεν είναι η ιδανική σύντροφος. Διάβαζε όλη την αλληλογραφία του συνθέτη, κρυφάκουγε, έψαχνε στις τσέπες του για ενοχοποιητικά στοιχεία και τον ακολουθούσε όταν έβγαινε από το σπίτι.Οι δυο τους καταφέρνουν τελικά να παντρευτούν το 1904, μετά το θάνατο του συζύγου της Ελβίρα. Αρρωσταίνει από καρκίνο του λάρυγγα,υποφέρει πολύ και υποβάλλεται σε χειρουργική επέμβαση. Μη μπορώντας να μιλήσει το τελευταίο διάστημα επικοινωνούσε με γραπτά μηνύματα. Το τελευταίο του ήταν προς την σύζυγό του Ελβίρα: «Ελβίρα, καημένη γυναίκα, όλα τέλειωσαν». Πεθαίνει το 1924 στις Βρυξέλλες. Το σπίτι του στο Τόρρε ντελ Λάγκο έγινε μουσείο.

 Τα έργα του χαρακτηρίζονται από εξαιρετική ενορχήστρωση, άμεσο λυρισμό ενώ κυριαρχεί σε αυτά μια δραματική ατμόσφαιρα. Είναι από τα πιο δημοφιλή στο χώρο της όπερας. Στον Πουτσίνι βέβαια λείπει η «αρχοντιά» του Βέρντι. Ωστόσο λίγοι συνθέτες όπερας μπορούν να τον ανταγωνιστούν στη δραματική διαίσθηση και ικανότητα. Είναι συναισθηματικός αλλά η συναισθηματικότητά του μπορεί να κάνει εκατομμύρια ανθρώπους να ανταποκριθούν ευχαρίστως! Η ηθοπλαστική του αίσθηση ήταν πολύ ανεπτυγμένη και η ιδιοφυής ενορχήστρωσή του τον έκανε ικανό με ελάχιστες νότες να κρατά το ακροατήριο «στην παλάμη του».Θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους συνθέτες του οπερατικού ρεαλισμού, που ουσιαστικά τερμάτισε την ιστορία της ιταλικής όπερας.

  Το κύριο χαρακτηριστικό του μουσικοδραματικού στυλ του είναι η ικανότητά του να ταυτίζεται με το θέμα του. Κάθε όπερα έχει μια διακριτική ατμόσφαιρα. Με ένα ασταμάτητο ένστικτο για μια ισορροπημένη δραματική δομή, ο Πουτσίνι γνώριζε ότι μια όπερα δεν είναι όλη η δράση, η κίνηση και η σύγκρουση. Πρέπει επίσης να περιέχει στιγμές ηρεμίας, περισυλλογής και λυρισμού. Για τέτοιες στιγμές εφηύρε έναν πρωτότυπο τύπο μελωδίας, παθιασμένο και λαμπερό, αλλά χαρακτηρίζεται από μια υποκείμενη νοσηρότητα. Παραδείγματα είναι οι πάμπολλες άριες «αποχαιρετισμού» και «θανάτου» που αντικατοπτρίζουν επίσης την επίμονη μελαγχολία από την οποία υπέφερε στην προσωπική του ζωή. Η διαμόρφωση μιας ιστορίας σε ένα συγκινητικό δράμα για τη σκηνή κράτησε την προσοχή του στην πρώτη θέση, και αφιέρωσε σε αυτό το μέρος της δουλειάς του τόση εργασία όσο και η ίδια η μουσική σύνθεση.Η δράση των μελοδραμάτων του είναι απλή και αυτονόητη, έτσι ώστε οι θεατές, ακόμη και αν δεν καταλαβαίνουν τις λέξεις, να κατανοήσουν εύκολα τι συμβαίνει στη σκηνή.Η αντίληψη του Πουτσίνι για τη διατονική μελωδία βασίζεται στην παράδοση της ιταλικής όπερας του 19ου αιώνα, αλλά το αρμονικό και ορχηστρικό του ύφος δείχνει ότι γνώριζε επίσης τις σύγχρονες εξελίξεις, ιδίως το έργο των ιμπρεσιονιστών και του Stravinsky. Η παράλληλη κίνηση των συγχορδιών, η χρήση της 7ης σχεδόν παντού και οι πρωτότυπες αρμονικές συνδέσεις, είναι μερικά από τα χαρακτηριστικά της μουσικής του που κρατούν το έργο του πάντα επίκαιρο και γνωστό. Αν και επέτρεψε στην ορχήστρα έναν πιο ενεργό ρόλο, υποστήριξε το παραδοσιακό φωνητικό στιλ της ιταλικής όπερας, στην οποία οι τραγουδιστές φέρουν το βάρος της μουσικής. 

  Πασίγνωστες οι όπερες με τις ονειρικές μελωδίες «Μποέμ», «Τόσκα», «Μαντάμ Μπαντερφλάι», «Μανόν Λεσκό», «Το κορίτσι της Δύσης», «Τουραντό» την οποία άφησε ημιτελή και την συμπλήρωσε ο Φράνκο Αλφάνο. Δύο χρόνια μετά τον θάνατό του η όπερα ανέβηκε στην Σκάλα του Μιλάνου με μαέστρο τον φίλο του Αρτούρο Τοσκανίνι. Ο Τοσκανίνι αποφάσισε να διακόψει την παράσταση στο σημείο όπου την είχε σταματήσει ο Πουτσίνι. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, διέκοψε το έργο, γύρισε στο κοινό και είπε «Σε αυτό το σημείο τελειώνει το έργο αφού πεθαίνει ο συνθέτης. Δυστυχώς, ο θάνατος υπερβαίνει την τέχνη». Ο Πουτσίνι έγραψε επίσης μια λειτουργία, έργα μουσικής δωματίου κ.α.

χαλβάς Γούναρης
roz-panthiras-adv1

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *