Ο ΣΥΝΘΕΤΗΣ ΤΗΣ ΕΒΔΟΜΑΔΑΣ Γράφει η Νατάσα Παπαστάθη, καθηγήτρια μουσικής

Aθανασία Παπαστάθη

Frederic Chopin (1810-1849)
(1o μέρος)

«Επειδή ο βήχας αυτός θα με πνίξει, γι’ αυτό σας εξορκίζω να ανοίξετε το σώμα μου για να μη με θάψουν ζωντανό…»
«Στη μνήμη μου να παίξετε Μότσαρτ»
«Ο Θεός κάνει μια σπάνια χάρη όταν αφήνει κάποιον να ξέρει πότε αρχίζει η επιθανάτια αγωνία του»
«Τώρα βρίσκομαι στην πηγή της Ευλογίας»
Frederic Chopin
λίγο πριν το τέλος της ζωής του από φυματίωση

Ο ποιητής του πιάνου
Πολωνός συνθέτης και πιανίστας
O Φρεντερίκ Φρανσουά Σοπέν γεννήθηκε σ’ ένα προάστιο της περιφέρειας του Σόχατσεφ, πενήντα περίπου χιλιόμετρα έξω από τη Βαρσοβία. Γονείς του ήταν ο Νικολά Σοπέν, Γάλλος από τη Λοραίνη που ήρθε στην Πολωνία το 1787, και η Πολωνή Γιουστίνα Τέκλα Κρτσιζανόφσκα, γκουβερνάντα της οικογένειας του κόμη Σκάρμπεκ. Ο πατέρας του είχε αποκτήσει μάλιστα την πολωνική υπηκοότητα και είχε πάρει μέρος στην εξέγερση του 1794. Στην Πολωνία παρέδιδε μαθήματα γαλλικής γλώσσας. Στις 23 Απριλίου βαπτίστηκε στην ενοριακή εκκλησία του Αγίου Ρόκκου στο Μπροτσόφ, κοντά στη Ζελαζόβα Βόλα. Η ληξιαρχική πράξη της γέννησής του αναφέρει ως ημερομηνία γέννησης την 22α Φεβρουαρίου, αλλά η οικογένεια συνήθιζε να γιορτάζει τα γενέθλιά του την 1η Μαρτίου.
Το φθινόπωρο του 1810 οι Σοπέν μετακόμισαν στη Βαρσοβία. Ο πατέρας του, έκτακτος καθηγητής γαλλικών στο λύκειο, έγινε μόνιμος το 1814 και απέκτησε το δικαίωμα να κατοικεί με την οικογένειά του στο Μέγαρο Σάσκι, όπου στεγαζόταν το σχολείο. Δύο χρόνια αργότερα η έδρα μεταφέρθηκε σε ένα πιο μεγάλο και ευρύχωρο κτήριο, στο Μέγαρο Καζιμιερόφσκι, όπου άνοιξε μια μεγάλη πανσιόν για τους μαθητές, που ήταν όλοι γόνοι των πιο ευκατάστατων οικογενειών της πόλης.
Το σπίτι των Σοπέν έγινε το αγαπημένο κέντρο αναφοράς, ένας φιλόξενος χώρος σπουδών με τις ώρες των γαλλικών του Νικολά και τα μαθήματα πιάνου της κυρίας Γιουστίνα. Ο Φεντερίκ μάθαινε τρόπους, χαρακτήρες και συνήθειες σε αυτό το εκλεπτυσμένο περιβάλλον. Το εκπληκτικό του ταλέντο εκδηλώθηκε πρόωρα. Άρχισε να μελετά πιάνο σε ηλικία 6 ετών, πρώτα με τη μεγαλύτερη αδελφή του Λουντβίκα και στη συνέχεια, το 1817 με το σπουδαίο δάσκαλο Βόιτσεκ Τσίβνι, για πέντε χρόνια. Όταν ήταν 7 ετών τυπώθηκε η πρώτη του σύνθεση, μια Πολωνέζα σε σολ ελάσσονα. Σε ηλικία 8 ετών εμφανίστηκε πρώτη φορά δημοσίως ως πιανίστας. Σύντομα απέκτησε σχεδόν τέλεια τεχνική, συνέχισε τις πρώτες του συνθέσεις και, κυρίως, άρχισε να συχνάζει στα αριστοκρατικά σαλόνια, όπου έγινε δεκτός με θαυμασμό για το μοναδικό ταλέντο του στους αυτοσχεδιασμούς. Η φήμη του γρήγορα έγινε μεγάλη, και στην Βαρσοβία τον θεωρούσαν δεύτερο Μότσαρτ.
Το 1822 ολοκλήρωσε τις σπουδές του με τον Τσίβνι και άρχισε μαθήματα σύνθεσης με τον Γιόζεφ Έλσνερ, στην αρχή ιδιαίτερα και στη συνέχεια, για τρία χρόνια, στο Ωδείο της Βαρσοβίας. Στο τέλος των μαθημάτων ο Έλσνερ δεν άφησε καμιά αμφιβολία για τις δυνατότητες του μαθητή του, μιλώντας για «εξαιρετικές ικανότητες και μουσική ιδιοφυΐα».
Την εποχή εκείνη ο Σοπέν είναι ήδη ένας πολλά υποσχόμενος καλλιτέχνης, αρκετά γνωστός και δημοφιλής στην πατρίδα του. Ωστόσο, τότε προετοιμαζόταν γεγονότα και περιστατικά που θα ανέτρεπαν τη ζωή του και τα καλλιτεχνικά του σχέδια. Το 1829 έδωσε τις πρώτες μεγάλες του συναυλίες στη Βιέννη, και εν τω μεταξύ είχε συνθέσει ήδη μερικά σημαντικά έργα, όπως το κοντσέρτο σε φα ελάσσονα (γνωστό ως 2ο κοντσέρτο), την πρώτη σονάτα για πιάνο (σε ντο ελάσσονα), και κάποιες από τις σπουδές για πιάνο. Στις 2 Νοεμβρίου 1830 έφυγε από την Πολωνία για να συνεχίσει τις εμφανίσεις του στη Βιέννη. Μετά την αναχώρησή του ξέσπασε στη χώρα επανάσταση κατά της τσαρικής εξουσίας η οποία συνετρίβη. Ο Σοπέν δεν το ξέρει ακόμη, αλλά είναι η τελευταία φορά που βλέπει την πατρίδα του. Κατόπιν μετακομίζει στο Σάλτσμουργκ, στο Μόναχο και στη Στουτγάρδη, όπου μαθαίνει τη δραματική είδηση της πολωνικής εξέγερσης από τους Ρώσους.
Σύμφωνα με την παράδοση, κυριευμένος από τη θλίψη, έγραψε μονομιάς την υπέροχη και μελαγχολική σπουδή σε ντο ελάσσονα έργο 10 αριθμός 12, που έγινε γνωστή ως «Η πτώση της Βαρσοβίας» ή «Επαναστατική». Τελικός προορισμός του ταξιδιού του, που αρχικά ήταν το Λονδίνο, έγινε το Παρίσι. Η πόλη, που θα ήταν μόνο ένας σταθμός της διαδρομής του, έγινε για πολλά χρόνια το κέντρο των δραστηριοτήτων του. Από το 1831 ζούσε στο Παρίσι, που τότε ήταν πραγματική εστία μουσικής δημιουργίας και επίκεντρο της πνευματικής και καλλιτεχνικής ζωής. Λίγους μήνες μετά θα περιγράψει την παραμονή του στην «πόλη του φωτός» σε γράμμα του: «Το να αναπνέεις είναι γλυκό εδώ- αλλά ίσως κανείς αναστενάζει εδώ πιο πολύ γιατί είναι πιο εύκολο. Το Παρίσι είναι ότι θα μπορούσε κανείς να ευχηθεί –μπορείς να διασκεδάσεις, να βαρεθείς, να γελάσεις, να κλάψεις, να κάνεις ό,τι σε ευχαριστεί και κανένας δεν σε κοιτάει, καθώς εδώ υπάρχουν χιλιάδες άτομα που κάνουν ακριβώς ό,τι και εσύ και ο καθένας με τον τρόπο του. Δεν ξέρω αν κάπου αλλού υπάρχουν περισσότεροι πιανίστες από ότι στο Παρίσι- δεν ξέρω αν κάπου αλλού υπάρχουν πιο πολλοί βλάκες και πιο πολλοί δεξιοτέχνες από ότι εδώ».
Εκεί λοιπόν, ζούσαν πολλοί σπουδαίοι συνθέτες, όπως οι Τζιοακίνο Ροσίνι, Φραντς Λιστ, Εκτόρ Μπερλιόζ. Εκεί είχε συγκεντρωθεί η γαλλική διανόηση και, κυρίως, ένας συμπαγής πυρήνας πολωνικών αριστοκρατικών οικογενειών που υιοθέτησαν τον Σοπέν ως «εθνικό» σημείο αναφοράς. Γρήγορα ο μουσικός βρέθηκε στο κέντρο έντονης καλλιτεχνικής ζωής, υπέγραψε προσοδοφόρα συμβόλαια με τους εκδότες, προσκλήθηκε να δώσει αναρίθμητες συναυλίες στα φιλόξενα αριστοκρατικά σαλόνια και σταδιακά η φήμη του εξαπλωνόταν. Σύντομα απέκτησε πολλούς μαθητές (κυρίως μαθήτριες) και τα ιδιαίτερα μαθήματα του προσέφεραν οικονομική άνεση και ασφάλεια καθώς έγιναν τα πιο περιζήτητα και ακριβοπληρωμένα. Στοίχιζαν σχεδόν 20 φράγκα, ενώ η τρέχουσα τιμή ήταν 5. Παρά τη μεγάλη φήμη του όμως απέφευγε τις εμφανίσεις σε μεγάλα ακροατήρια. (Ισχυριζόταν ότι φοβόταν πολύ το κοινό.) Έτσι, στα 18 χρόνια παραμονής στο Παρίσι, έδωσε μόνο 19 ρεσιτάλ.
Το 1834, στη διάρκεια του ταξιδιού στη Γερμανία, γνωρίστηκε και έγινε φίλος με τον Φέλιξ Μέντελσον, ο οποίος είχε χειροκροτήσει την πρώτη του συναυλία στο Παρίσι. Τον Αύγουστο του 1835, και πάλι σε γερμανικό έδαφος, είδε για τελευταία φορά τον πατέρα του Νικολά και τη μητέρα του Γιουστίν στο Κάρλσμπαντ. Ήταν μια πολύ έντονη στιγμή για τον Σοπέν, αφού με τους γονείς του τον συνέδεε αίσθημα αφοσίωσης και ευγνωμοσύνης. Πέρασε μαζί τους ένα μήνα και στα μέσα Σεπτεμβρίου τους συνόδευσε μέχρι τα πολωνικά σύνορα. Επιστρέφοντας στο Παρίσι, ο Σοπέν ξανάρχισε την έντονη καλλιτεχνική ζωή και σύντομα ερωτεύθηκε μία μαθήτρια πιάνου, την Μαρία Βοζίνσκα, με την οποία αρραβωνιάστηκαν, όμως η οικογένεια της κοπέλας διέλυσε τον αρραβώνα, πιθανότατα εξ αιτίας των προβλημάτων υγείας του συνθέτη που είχαν πρωτοεμφανιστεί.

Η μοναδική γνωστή φωτογραφία του Φρεντερίκ Σοπέν,
δημιουργία του Λουί-Ογκύσττ Μπισόν (1849)

Ο Σοπέν συνδεόταν με τον κύκλο του επίσης φημισμένου συνθέτη και πιανίστα Φραντς Λιστ. Το 1837, στο σπίτι του γνώρισε την επιτυχημένη συγγραφέα Γεωργία Σάνδη (ψευδώνυμο της Βαρώνης Ορόρ Ντιπέν-Ντιντεβάντ), 6 χρόνια μεγαλύτερή του και αρκετά φιλόδοξη γυναίκα. Η πρώτη γνωριμία με την τολμηρή και μάλλον εκκεντρική συγγραφέα (κάπνιζε και φορούσε αντρικά ρούχα) του είχε προκαλέσει αρνητική εντύπωση και είχε σχολιάσει επικριτικά τη συμπεριφορά και την εμφάνισή της. «Γνώρισα μια μεγάλη προσωπικότητα, την κ. Sand, αλλά το πρόσωπό της δεν είναι ελκυστικό, δεν μου αρέσει, υπάρχει κάτι αποκρουστικό σε αυτή» θα πει ο ίδιος. Παρά τους αντίθετους χαρακτήρες τους όμως, έγιναν πολύ καλοί φίλοι και σύντομα η φιλία μετατράπηκε σε έρωτα ο οποίος κράτησε 9 χρόνια.
Το φθινόπωρο του 1838 το ζευγάρι έφυγε για να περάσει το χειμώνα στην Πάλμα της Μαγιόρκα, στο ερημωμένο Μοναστήρι Βαλντεμόσα. Η Γεωργία Σάνδη πήγε εκεί γιατί το κλίμα θα βοηθούσε τον γιο της Μορίς να ξεπεράσει κάποια προβλήματα υγείας και ο συνθέτης την ακολούθησε πιστεύοντας ότι εκεί θα βελτιωνόταν και η δική του υγεία (έπασχε ήδη από φυματίωση). Το κλίμα της περιοχής όμως δεν τον βοήθησε καθώς έβρεχε και έκανε κρύο, και επιπλέον έπρεπε να αντιμετωπίσουν και την αρνητική στάση των ντόπιων απέναντι στο ανύπαντρο ζευγάρι. Έτσι σύντομα εγκατέλειψαν την Ισπανία και επέστρεψαν στη Γαλλία, όπου ζούσαν το χειμώνα στο Παρίσι και το καλοκαίρι στη Νόαν, στον πύργο της Γεωργίας Σάνδη. Ωστόσο, εκείνα τα χρόνια, η ήδη κακή κατάσταση της υγείας του Σοπέν επιδεινώθηκε, ίσως και εξαιτίας της οδύνης για το θάνατο του παλιού του δασκάλου Τσίβνι, του παιδικού φίλου Γιαν Ματουσζίνσκι, που ήταν μαζί του στο Παρίσι από το 1830, και το 1844 για το θάνατο του πατέρα του.
Η σχέση του με τη Σάνδη σταδιακά άρχισε να ψυχραίνεται και το ζευγάρι χώρισε το 1847. Ο λόγος του χωρισμού, όπως προκύπτει από επιστολή της Σάνδης προς τον Σοπέν η οποία ανακαλύφθηκε το 1950, είναι ότι ο συνθέτης υποστήριξε την κόρη της Γεωργίας Σάνδη, Σολάνζ, σε έντονη διαμάχη που είχε με τη μητέρα της επειδή είχε αρραβωνιαστεί κρυφά. Για τον Σοπέν ήταν θανατηφόρο χτύπημα: η υγεία του κατέρρευσε, η δημιουργικότητα του στέρεψε και από τη στιγμή εκείνη δεν κατάφερε να ξαναγράψει σχεδόν τίποτε. Άρχισε πάλι να παραδίδει ιδιαίτερα μαθήματα, ενώ οι φίλοι του οργάνωσαν τις τελευταίες συναυλίες. Από εκείνη τη χρονιά η υγεία του επιδεινώθηκε.
Όταν έληξαν τα σχέδια για γάμο, στη ζωή του εμφανίστηκε η κοντέσα Delfina Potocka, η οποία υπήρξε και μούσα του. Για εκείνη έγραψε το Βαλς σε Ρε ύφεση μείζονα, Opus 64 No. 1, γνωστό και ως Minute Waltz.
Από τον Απρίλιο του 1848 έζησε για μεγάλο διάστημα στην Αγγλία και τη Σκωτία δίνοντας ρεσιτάλ, κατόπιν πρόσκλησης της μαθήτριάς του Τζέιν Στέρλινγκ. Γνώρισε τον Καρλάιλ και τον Ντίκενς και σε ένα σουαρέ για τη δούκισσα του Σάδερλαντ, στο Στάφορντ, τον τίμησε με την παρουσία της η βασίλισσα Βικτωρία.
Η κατάσταση της υγείας του χειροτέρευε διαρκώς, αλλά όταν ο Λόρδος Ντάντλεϊ Στιούαρτ του ζήτησε να παίξει στις 16 Νοεμβρίου για τους άπορους Πολωνούς πρόσφυγες, δέχτηκε με προθυμία. Αυτή έμελλε να είναι η τελευταία συναυλία του. Μόλις ήρθε ο χειμώνας οι γιατροί τον συμβούλεψαν να εγκαταλείψει το υγρό κλίμα της Αγγλίας και έτσι επέστρεψε στο Παρίσι. Η υγεία του ήταν σε πολύ χειρότερη κατάσταση και τα οικονομικά του μέσα περιορισμένα. Σχεδόν άπορος πια, δεχόταν τη γενναιοδωρία φίλων και στα τέλη Μαΐου του 1949 εγκαταστάθηκε σε ένα σπίτι στο λόφο του Σαγιό. Τον Σεπτέμβριο μεταφέρθηκε στον αριθμό 12 της Πλας Βαντόμ.
Στις 16 Οκτωβρίου 1849 ήρθε να τον επισκεφθεί η αγαπημένη φίλη του, κόμισσα Ντελφίνα Ποτόκα, που του τραγούδησε λίγες γλυκές ιταλικές μελωδίες. Ήταν οι ήχοι που τον συνόδευσαν στις τελευταίες του ώρες. Έσβησε στις δύο τα ξημερώματα…
Όλα σχεδόν δείχνουν ότι έπασχε από φυματίωση, αλλά ίσως να πέθανε από καρδιακό νόσημα. Στις 30 Οκτωβρίου, στην εκκλησία της Μαντλέν, τελέστηκε με κάθε επισημότητα η κηδεία του. Αναπαύεται στο κοιμητήριο του Περ Λασέζ, ενώ, λόγω δικής του επιθυμίας, η καρδιά του μεταφέρθηκε στην Πολωνία, όπου φυλάσσεται μέχρι και σήμερα στη Βαρσοβία, στην εκκλησία του Αγίου Σταυρού.

Ο τάφος του Σοπέν στο κοιμητήριο Περ Λασέζ

(Συνεχίζεται)

χαλβάς Γούναρης
roz-panthiras-adv1

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.