Κασσιανή (9ος αιώνας) Γράφει η Νατάσα Παπαστάθη Καθηγήτρια μουσικής

ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΣΥΝΘΕΤΡΙΕΣ

Γράφει η Νατάσα Παπαστάθη, καθηγήτρια μουσικής

Κασσιανή (9ος αιώνας)

  «Η Κασσιανή ήταν μια εξαίρετη μορφή και το έργο της διακρίνει ισχυρά πρωτοβουλία, βαθειά μόρφωση, αυτοπεποίθηση και παρρησία.

Πολύ συναίσθημα και βαθειά θεοσέβεια»

                                                                  Karl Krumbacher

                                                                  Βυζαντινολόγος

Η μεγάλη ποιήτρια του Βυζαντίου

Ποιήτρια, συνθέτρια και υμνογράφος

Η Κασσιανή γεννιέται στην Κωνσταντινούπολη ανάμεσα στα 805-810 και είναι γόνος φεουδαρχικής οικογένειας. Ο πατέρας της, επιφανές μέλος της περιοχής, είναι τιτλούχος της Αυλής της Βασιλεύουσας (Κανδιδάτος). Οι γονείς της φροντίζουν να της παρέχουν λαμπρές σπουδές. Η υψηλή της μόρφωση, η σπάνια ομορφιά της, τα σωματικά και ψυχικά της χαρίσματα, την αναδεικνύουν ως μια από τις πλέον χαρισματικές κοπέλες του Βυζαντίου. Οι λίγες πληροφορίες που υπάρχουν για τη ζωή της οφείλονται στον βυζαντινό χρονογράφο Συμεών τον Μάγιστρο, στον βυζαντινό λόγιο Λέοντα τον Γραμματικό και στον βυζαντινό θεολόγο και νομικό Ιωάννη Ζωναρά. Το έργο της και στοιχεία της ζωής της γενικά, καλύπτονται από μια ασάφεια, ξεκινώντας από το όνομά της, το οποίο συναντάται με τις εξής τέσσερις παραλλαγές: Κασσιανή, προέκυψε επειδή ίσως το πραγματικό της όνομά της δεν ήταν συνηθισμένο και της δόθηκε όνομα καλογερικό, δηλαδή η θηλυκή μορφή του γνωστού καλογερικού ονόματος Κασσιανός, Κασ(σ)ία, χρησιμοποιείται από την ίδια στην ακροστιχίδα του μοναδικού σωζόμενου κανόνα της, Εικασία και Ικασία, προέκυψαν από το λάθος ενός αντιγραφέα που προσέθεσε το γράμμα «Ι».

 Μια προφορική μαρτυρία αναφέρεται στον θρύλο της ωραιότητας της ευσεβούς παρθένας κόρης, αριστοκρατικής καταγωγής, που προσκλήθηκε στα ανάκτορα για να παρουσιαστεί ως υποψήφια μέλλουσα σύζυγος του αυτοκράτορα Θεόφιλου. Θαμπωμένος από την ομορφιά της είπε: «Ὡς ἂρα διά γυναικός ἐρρύη τὰ φαῦλαΑπό τη γυναίκα ήρθαν στον κόσμο τα κακά πράγματα», αναφερόμενος στην αμαρτία και τις συμφορές που προέκυψαν από την Εύα. Η Κασσιανή, ετοιμόλογη, του απάντησε: «Ἀλλά καὶ διά γυναικός πηγάζει τά κρείττωΑλλά και από τη γυναίκα ήρθαν στον κόσμο τα καλά», αναφερόμενη στην ελπίδα της σωτηρίας από την ενσάρκωση του Χριστού μέσω της Παναγίας. Αυτός ο μικρός διάλογος έφερε εγωισμό στον αυτοκράτορα, στέρησε από την Κασσιανή το θρόνο και την ώθησε να περάσει το υπόλοιπο του βίου της σε μοναστήρι, το οποίο έκτισε η ίδια, του έδωσε το όνομά τηςκι έγινε ηγουμένη. Στο μοναστήρι εκδηλώθηκε το έμφυτο καλλλιτεχνικό της ταλέντο και το βαθύ θρησκευτικό της συναίσθημα συνθέτοντας εκκλησιαστικούς ύμνους, τροπάρια, ιδιόμελα.Εκεί στην ήσυχη ατμόσφαιρα του μοναστηριού συνέθεσε και το περίφημο Ιδιόμελο «Τροπάριο της Κασσιανής» από το όνομά της, που αργότερα η Ορθόδοξη Εκκλησία το καθιέρωσε ως Δοξαστικό των Αποστίχων του Όρθρου της Μεγάλης Τετάρτης.  Πρόκειται για μια σπάνια μεγαλοφυή ποιητική σύνθεση, ένα αληθινό αριστούργημα λόγου, υψηλής θεολογίας και σοφίας, το οποίο εντάσσεται στα σπουδαιότερα ποιήματα όλων των εποχών. 

 Με βάση την παράδοση πάντα, ο αυτοκράτορας Θεόφιλος, συνεχίζοντας να είναι ερωτευμένος μαζί της, επιθυμούσε να την δει για μία τελευταία φορά πριν πεθάνει κι έτσι πήγε στο μοναστήρι όπου βρισκόταν. Η Κασσιανή ήταν μόνη στο κελί της γράφοντας το τροπάριό της όταν αντιλήφθηκε την άφιξη της αυτοκρατορικής ακολουθίας. Τον αγαπούσε ακόμη αλλά πλέον είχε αφιερώσει τη ζωή της στο Θεό γι’ αυτό και κρύφτηκε, μη επιθυμώντας να αφήσει το παλιό της πάθος να ξεπεράσει το μοναστικό της ζήλο. Άφησε όμως τον μισοτελειωμένο ύμνο πάνω στο τραπέζι. Ο Θεόφιλος ανακάλυψε το κελί της και μπήκε σε αυτό ολομόναχος. Την αναζήτησε αλλά μάταια. Εκείνη τον παρακολουθούσε μέσα από μία ντουλάπα στην οποία είχε κρυφτεί. Ο Θεόφιλος στενοχωρήθηκε, έκλαψε και μετάνιωσε που για μία στιγμή υπερηφάνειας και εγωισμού έχασε μία τόσο όμορφη και έξυπνη γυναίκα. Βλέποντας τα χειρόγραφα της Κασσιανής επάνω στο τραπέζι, τα διάβασε. Μόλις ολοκλήρωσε την ανάγνωση κάθισε και πρόσθεσε ένα στίχο στον ύμνο. Ο στίχος αυτός ήταν «ὧν ἐν τῷ παραδείσῳ Εὔα τὸ δειλινόν, κρότον τοῖς ὠσὶν ἠχηθεῖσα, τῷ φόβῳ ἐκρύβη». Φεύγοντας εντόπισε την Κασσιανή που κρυβόταν στην ντουλάπα αλλά δεν της μίλησε, σεβόμενος την επιθυμία της. Η Κασσιανή βγήκε από την κρυψώνα της μετά την αναχώρηση του αυτοκράτορα, διάβασε την προσθήκη του και στη συνέχεια ολοκλήρωσε τον ύμνο.

  Η Κασσιανή είναι μία από τους πρώτους μεσαιωνικούς συνθέτες τα έργα των οποίων σώζονται αλλά και μπορούν να ερμηνευτούν από σύγχρονους ειδικούς και μουσικούς. Περίπου πενήντα από τους ύμνους της έχουν διασωθεί, ενώ εικοσιτρείς από αυτούς περιλαμβάνονται στα λειτουργικά βιβλία της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Ο ακριβής αριθμός τους είναι εξαιρετικά δύσκολο να προσδιοριστεί καθώς διαφορετικά χειρόγραφα πολλές φορές αποδίδουν τον ίδιο ύμνο σε διαφορετικά πρόσωπα, ενώ συχνά δεν διασώζεται το όνομα του υμνογράφου.

  Στην Κασσιανή αποδίδονται οι ειρμοί των πέντε πρώτων ωδών του Κανόνα του Μεγάλου Σαββάτου «Κύματα Θαλάσσης», το στιχηρό σε ήχο β δοξαστικο του εσπερινού της Γεννήσεως του Χριστού «Αυγούστου μοναρχήσαντος», το δοξαστικό των αποστίχων για τη Γέννηση του Προδρόμου, το στιχηρό για τους μάρτυρες Σαμωνά και Άβυδον σε ήχο β, δύο στιχηρά για τους αγίους Ευστράτιο και Αυξέντιο.

  Εκτός από τα λειτουργικά ποιήματα η Κασσιανή συνέταξε μια σειρά από πνευματώδη ημιθρησκευτικά επιγράμματα, που τους έχει αποδοθεί ο χαρακτηρισμός «Γνώμαι». Έχουν γραφεί σε ρυθμό βυζαντινό 12σύλλαβο, ο οποίος ρυθμίζεται σύμφωνα με τον τονισμό της λέξης και σπάνια υπερβαίνουν τις δύο σειρές σε έκταση. Σ΄αυτές περιγράφονται ανθρώπινες ιδιότητες και χαρακτήρες.

 Η Κασσιανή ταξίδεψε στην Ιταλία κατά τη διάρκεια της εικονομαχίας και αργότερα εγκαταστάθηκε μέχρι το τέλος της ζωής της στην Κάσο όπου και πέθανε μεταξύ του 867 και του 890. Η Εκκλησία μας εκτιμώντας την αγία ζωή της και την ανεκτίμητη προσφορά της στην υμνογραφία της, την κατέταξε στους αγίους και όρισε να εορτάζεται η μνήμη της στις 7 Σεπτεμβρίου.

 Θεωρείται ως μια από τις μεγαλύτερες ποιητικές και υμνογραφικές φυσιογνωμίες της Εκκλησίας και της παγκοσμίου λογοτεχνίας.

Το τροπάριο της Κασσιανής

Κριε, ν πολλας μαρταιςπεριπεσοσα γυν,

Κύριε, η γυναίκα που έπεσε σε πολλές αμαρτίες

τν σν ασθομνη θετητα, μυροφρου ναλαβοσα τξιν,

σαν ένοιωσε τη θεότητά σου, γίνηκε μυροφόρα

δυρομνη, μρα σοι, πρ τονταφιασμο κομζει.

και σε άλειψε με μυρουδικά πριν από τον ενταφιασμό σου

Ομοι! λγουσα, τι νξ μοιπρχει, οστρος κολασας,

κι έλεγε οδυρόμενη: Αλλοίμονο σε μένα, γιατί μέσα μου είναι νύχτα κατασκότεινη

ζοφδης τε κα σληνος ρωςτς μαρτας.

και δίχως φεγγάρι, η μανία της ασωτείας κι ο έρωτας της αμαρτίας.

Δξαι μου τς πηγς τνδακρων,

Δέξου από μένα τις πηγές των δακρύων,

νεφλαις διεξγων τςθαλσσης τ δωρ·

εσύ που μεταλλάζεις με τα σύννεφα το νερό της θάλασσας.

κμφθητ μοι πρς τοςστεναγμος τς καρδας,

Λύγισε στ’ αναστενάγματα της καρδιάς μου,

κλνας τος ορανος τ φτσου κενσει.

εσύ που έγειρες τον ουρανό και κατέβηκες στη γης.

Καταφιλσω τος χρντους σουπδας,

Θα καταφιλήσω τα άχραντα ποδάρια σου,

ποσμξω τοτους δ πλιν τοςτς κεφαλς μου βοστρχοις·

και θα τα σφουγγίσω πάλι με τα πλοκάμια της κεφαλής μου·

ν ν τ παραδεσ Εα τδειλινν,

αυτά τα ποδάρια, που σαν η Εύα κατά το δειλινό,

κρτον τος σν χηθεσα, τφβ κρβη.

τ’ άκουσε να περπατάνε, από το φόβο της κρύφτηκε.

μαρτιν μου τ πλθη κακριμτων σου βσσους

Των αμαρτιών μου τα πλήθη και των κριμάτων σου την άβυσσο,

τς ξιχνισει, ψυχοσστα Σωτρμου;

ποιος μπορεί να τα εξιχνιάση, ψυχοσώστη Σωτήρα μου;

Μ με τν σν δολην παρδς, μτρητον χων τ λεος.

Μην καταφρονέσης τη δούλη σου, εσύ που έχεις τ’ αμέτρητο έλεος

(Μεταγραφή: Φώτης Κόντογλου)

 

https://www.facebook.com/vasw.tsiagkou
roz-panthiras-adv1
χαλβάς Γούναρης

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *