Γιάννης Ξενάκης (1921 – 2001) – 1ο μέρος Iannis Xenakis Γράφει η Νατασα Παπαστάθη Καθηγήτρια μουσικής

Γιάννης Ξενάκης (1921 – 2001) – 1ο μέρος

Iannis Xenakis                    

«…μια εννοιολογική συνείδηση, η αφαίρεση, και μια τεχνική υποδομή, η ηλεκτρονική, κινούν σήμερα τον ανθρώπινο πολιτισμό»

                                           Iannis Xenakis

Έλληνας συνθέτης και αρχιτέκτονας

 Ο Γιάννης Ξενάκης γεννιέται στη Βραϊλα της Ρουμανίας το 1921, σε μια εξέχουσα οικογένεια της ελληνικής κοινότητας της χώρας. Η μητέρα του, ερασιτέχνης πιανίστα, αν και έφυγε απ’ τη ζωή όταν ο γιος της ήταν πέντε ετών, κατάφερε να του εμφυσήσει την αγάπη για τη μουσική. Παρακολουθεί τις πρώτες τάξεις του Δημοτικού σε ρουμανικό σχολείο, καθώς και μαθήματα αρχαίων ελληνικών. Στα ένδεκα χρόνια του, η οικογένειά του εγκαθίσταται στην Ελλάδα και συνεχίζει τη μόρφωσή του μαζί με τ’ αδέρφια του στην Αναργύρειο και Κοργιαλένειο Σχολή Σπετσών, όπου παίρνει και τα πρώτα μαθήματα αρμονίας και πιάνου, στο πλαίσιο της γενικότερης μουσικής εκπαίδευσης. Προς το τέλος της εφηβείας του μετακομίζει στην Αθήνα όπου μετά από προετοιμασία εισάγεται στη Σχολή Πολιτικών Μηχανικών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, χωρίς να το επιθυμεί ιδιαίτερα. Ταυτόχρονα διδάσκεται αρμονία και αντίστιξη, κάνοντας τις πρώτες απόπειρες πάνω στη σύνθεση. Αυτή την εποχή βρίσκει ενδιαφέρον στη μελέτη των αρχαίων ελλήνων φιλοσόφων, ιδιαίτερα στον Πλάτωνα. Επιπλέον, μελετά τη σχέση μαθηματικών με τη μουσική. Συγκεκριμένα, προσπαθεί να ανακαλύψει τον τρόπο με τον οποίο μπορούν να εφαρμοστούν μαθηματικά μοντέλα επάνω στις φούγκες του Μπαχ, έτσι ώστε οι μουσικές δομές να απεικονιστούν με γραφήματα ως οπτικές αντιστοιχίες της μουσικής.

  Εντάσσεται και γίνεται μέλος, του παράνομου τότε, Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδος, γίνεται πολιτικός καθοδηγητής της ομάδας «Λόρδος Βύρων» στο σπουδαστικό τάγμα της ΕΠΟΝ, συμμετέχει στις ομάδες της ένοπλης αντίστασης στη διάρκεια της κατοχής, φυλακίζεται, ενώ αργότερα πολεμά στα Δεκεμβριανά και τραυματίζεται σοβαρά στο πρόσωπο. Ανησυχώντας για την επικείμενη σύλληψη, φεύγει κρυφά για την Ιταλία και στη συνέχεια για το Παρίσι. Καταδικασμένος ερήμην σε θάνατο με την κατηγορία της λιποταξίας, δεν έχει τη δυνατότητα να επιστρέψει στην Ελλάδα, μέχρι το νομοθετικό διάταγμα του 1974.

 Η παραμονή του στη γαλλική πρωτεύουσα του ανοίγει νέους δρόμους: συνεργάζεται με τον γνωστό ελβετό αρχιτέκτονα  Le Corbusier στο σχεδιασμό σημαντικών έργων, όπως του οικισμού Ναντ-Ρεζέ, της Μονής Τουρέτ, του Σταδίου της Βαγδάτης και άλλων γνωστών. Παράλληλα, συνεχίζει τις μουσικές του σπουδές στη σύνθεση, με δασκάλους σπουδαίους μουσικούς της «Ομάδας των Έξι», όπως Μιγιό, Χόνεγκερ, με τον οποίο μάλιστα έρχεται σε ρήξη, διότι δεν είναι διατεθιμένος να ασχοληθεί με τους κανόνες της κλασικής αρμονίας, αφού ήδη ετοιμάζει σπουδαίους μουσικούς νεωτερισμούς. Από τη δυσκολία τον βγάζει ο Μεσιάν, ο οποίος παρατηρώντας τις ιδιαιτερότητες του νεαρού συνθέτη, τον συμβουλεύει να συνδυάσει τα μαθηματικά με τη μουσική και του προτείνει να του διδάξει ανάλυση και αισθητική της μουσικής στο Ωδείο του Παρισιού.

  Στο Παρίσι γνωρίζεται με τη συγγραφέα, μεταφράστρια και κριτικό Φούλα Χατζιδάκη,όταν, εξόριστοι και οι δύο, έμεναν ένα διάστημα στο ίδιο ξενοδοχείο. Από τότε διατήρησαν μακρόχρονη αλληλογραφία. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός, ότι στο αρχείο εγγράφων της συγγραφέως, βρέθηκαν γράμματα του Ξενάκη, που μαρτυρούν την αλληλογραφία δεκαέξι χρόνων (1948-1964) και τα οποία αποτελούν ιστορικά τεκμήρια για τις αναζητήσεις, τις επιρροές, τις σκέψεις και το ιστορικό περιβάλλον αυτών των δύο ανθρώπων του πνεύματος.

 Από το 1960, σε ηλικία σαραντενός ετών, ο Ξενάκης αφιερώνεται αποκλειστικά στη σύνθεση, έχοντας ολοκληρώσει μια σειρά πρωτοποριακών αρχιτεκτονικών κατασκευών που του είχε αναθέσει ο Le Corbusier  με σημαντικότερο το Περίπτερο της Philips για τη διεθνή έκθεση των Βρυξελλών του 1958. Λίγο νωρίτερα, η παρουσίαση του έργου του «Μεταστάσεις» προκαλεί αίσθηση, αναιρώντας τις προηγούμενες θέσεις του για τη σύνθεση, σηματοδοτώντας την αρχή της «στοχαστικής μουσικής». Πνεύμα ανήσυχο, ο Ξενάκης δημοσιεύει τα πρώτα του κείμενα σε διάφορα περιοδικά, εκφράζοντας τη φιλοσοφία του για τη μουσική, δημιουργώντας νέα δεδομένα, ενώ ασκεί έντονη κριτική στη σειραϊκή μουσική με το κείμενό του «Η κρίση της σειραϊκής μουσικής», κάνοντας εχθρούς του τους σπουδαίους μουσουργούςΜπουλέζ και Στοκχάουζεν. Παρ’ όλες τιςδυσκολίες όμως και τις αντιξοότητες,  η φήμη του εξαπλώνεται ραγδαία σε όλο τον κόσμο. Από τη δεκαετία του 1970 και μέχρι τον θάνατό του μένει στο προσκήνιο της σύγχρονης ευρωπαϊκής μουσικής, εργαζόμενος πάντα στο πλαίσιο της σχέσης μαθηματικών, μουσικής και αρχαιοελληνικής φιλοσοφίας, με έναν προσωπικό, πρωτοποριακό αλλά και μοναχικό τρόπο, αφήνοντας ανεξίτηλη τη σφραγίδα του στη σύγχρονη μουσική του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα.

 Παντρεύεται τη γνωστή μυθιστοριογράφο Françoise Gargouil, με την οποία αποκτούν μια κόρη. Πεθαίνει τον Φεβρουάριο του 2001, μετά από μακρόχρονες περιπέτειες με την υγεία του. Σύμφωνα με επιθυμία του, η σορός του αποτεφρώθηκε στην υπόγεια κρύπτη του κοιμητηρίου Περ Λασαίζ στο Παρίσι χωρίς θρησκευτική τελετή.

«Είσαι σχεδόν 30 χρονών, έχεις την τύχη να είσαι Έλληνας, αρχιτέκτονας και με γνώσεις εφαρμοσμένων μαθηματικών. Εκμεταλλεύσου τα αυτά. Κάν’τα στη μουσική σου».

Oliver Messian

προς τον Ξενάκη

 

roz-panthiras-adv1
χαλβάς Γούναρης

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *