Συνέντευξη του Τάκη Σπετσιώτη στον Χάρη Μαντέλλο.

Τάκης Σπετσιώτης – Σκηνοθέτης, Συγγραφέας: “Ευτελείς συνήθειες και μικροπρέπειες εμποδίζουν τους νέους κινηματογραφιστές”

Μέσα από τον κύκλο παρουσιάσεων και συνεντεύξεων σημαντικών Ελλήνων σκηνοθετών που εδώ και αρκετό καιρό έχουμε ανοίξει στο trikalaculture.gr είναι μεγάλη μας τιμή το να φιλοξενούμε σήμερα τον κ. Τάκη Σπετσιώτη, έναν από τους πιο αισθαντικούς δημιουργούς του σύγχρονου ελληνικού κινηματογράφου, Ο κ. Σπετσιώτης γεννήθηκε στον Πειραιά το 1954 και μεγάλωσε στην Ερμιόνη. Σπούδασε σκηνοθεσία κινηματογράφου και γύρισε τις ταινίες “Στην αναπαυτική μεριά” (1981), “Μετέωρο και Σκιά” (1985 – Α΄ Κρατικό Βραβείο Καλύτερης Ταινίας), “Εις το φως της ημέρας” (1986) και “Κοράκια” (1991). Σκηνοθέτησε επίσης για το θέατρο το έργο “Ψυχολογία Συριανού συζύγου” του Εμμ. Ροΐδη. Παράλληλα με τη σκηνοθεσία ασχολείται με τη μελέτη της νεοελληνικής λογοτεχνίας και τη δοκιμιογραφία, γράφοντας διάφορες κριτικές μελέτες, μερικές από οποίες συγκέντρωσε και κυκλοφόρησε σε δυο τόμους, “Στον Κώστα Ταχτσή, αντί στεφάνου” (“Λογοτεχνικό χρονικό”, 1996) και “Χαίρε Ναπολέων” (δοκίμιο για την τέχνη του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη). Συγγραφέας επίσης των: Γραμματικός σ’ ένα παιδί του δρόμου, Το άλλο κρεβάτι, Τριανδρίες και Σία, Ταχτσής – Δεν ντρέπομαι, Δελτίον ταυτότητος.

Συνέντευξη στον συνεργάτη μας Χάρη Μαντέλλο

Ερ: Κύριε Σπετσιώτη να ξεκινήσουμε την συνέντευξη με την πρώτη σας επαφή με τον κινηματογράφο, τις πρώτες συγκινήσεις και εικόνες που είχατε για να αποφασίσετε να γίνετε σκηνοθέτης.
Απ: Κοίταξε, στην Ερμιόνη της δεκαετίας του ’60, που μεγάλωσα εγώ, η λέξη σκηνοθέτης δεν υπήρχε. Βλέπαμε για διασκέδαση τις κωμωδίες, τα ελληνικά μελό και ξέραμε τους πρωταγωνιστές μόνο, το ‘’παιδί του λαού’’, τον Νίκο Ξανθόπουλο, δεν ξέραμε τον Τεγόπουλο ή τον Κωνσταντίνου που τα είχαν σκηνοθετήσει. Το αλησμόνητο ‘’Σινέ Παρί’’ έφερνε βέβαια και ξένες επιτυχίες πρώτης προβολής, θυμάμαι είχα δει τον ‘’Ρόκκο και τ’ αδέρφια του’’, αλλά αμφιβάλλω αν ήξερε κανείς ποιος ήταν ο Βισκόντι, βλέπαμε την ταινία μόνο για την υπόθεση, και για τον Αλαίν Ντελόν ή την Παξινού. Είχα δει, μες στα γουέστερν με τον Κλιντ ΄Ηστγουντ, και κάποιες ταινίες ‘’διαφορετικές ως γραφή’’ βέβαια. Τον τολμηρό ‘’Φόβο’’ του Κώστα Μανουσάκη που μιλούσε γι’ αυτή τη χαρακτηριστική σεξουαλική πείνα της επαρχιακής ζωής, όπως τη ζούσαμε τότε, ή τη μελαγχολική ‘’Εκδρομή’’ του Τάκη Κανελλόπουλου. Διάβαζα πολύ, έγραφα καλά, εκθέσεις στο σχολείο, βραβεία, δημοσιεύσεις κάποιων κειμένων μου σε διάφορα περιοδικάκια, όλοι λέγανε, αφού γράφει, δημοσιογράφος θα γίνει ετούτος. Ήμουν και άσχετος στα πρακτικά, φαντάσου ότι, παρότι μ’ άρεσε η ασπρόμαυρη, η καλλιτεχνική φωτογραφία, φωτογραφική μηχανή δεν είχα πιάσει στα χέρια μου.. Την ‘’απόφαση’’ ν’ ασχοληθώ με τον κινηματογράφο, αν μπορούμε να το πούμε έτσι, την πήρα το φθινόπωρο του ’73. Είχα δυο χρόνια που είχα έρθει στην Αθήνα, γύριζα χαμένος, απροσανατόλιστος, a lost boy, η στρατιωτική θητεία ήταν κοντά, και μια μέρα έπεσα σ’ ένα δημοσίευμα του περιοδικού “Επίκαιρα’’. Μια νέα κοπέλα, σκηνοθέτης, η Τώνια Μαρκετάκη, γύριζε μια τρίωρη ταινία, ‘’Ιωάννης ο βίαιος’’, με θέμα ένα έγκλημα που, κάποια χρόνια πριν, είχε συγκλονίσει το πανελλήνιο. Ένας κλεισμένος στον εαυτό του νέος, προβληματικός, είχε σκοτώσει τυχαία μία νέα γυναίκα προς επιβεβαίωσιν της δύναμής του. Την είδα την ταινία, κι ο καυστικός λόγος της μ’ ‘’έπιασε’’ αμέσως. Ο ήρωας διάβαζε πολλά απ’ τα βιβλία που αγαπούσα κι εγώ, έμενε με τη γιαγιά του, κάτι που επίσης βίωνα εκείνη την εποχή, μιας κι η μητέρα μου είχε στείλει απ’ την Ερμιόνη τη μάνα της στο Παγκράτι να με φροντίζει. Τα νεανικά δημοσιογραφικά κείμενά μου, μετά το σεναριακό λόγο αυτής της ταινίας, μου φάνηκαν επιφανειακά κι επίπεδα, και σκέφτηκα: θα μπορούσα άραγε να ‘γραφα κάποτε ένα σενάριο μ’ ένα τέτοιο λόγο κι εγώ;- γιατί ταινία ήταν ακόμη πολύ απλησίαστο όνειρο για ένα δεκαεννιάρη έφηβο να σκεφτεί ότι θα κάνει. Γράφτηκα λοιπόν στη σχολή κινηματογράφου. Έτσι άρχισαν όλα, κατά λάθος- εξεπίτηδες, κάπως τυχοδιωκτικά. Αξίζει ακόμη να σου πω ότι αυτά τα ‘’Επίκαιρα’’, παρόλο που μαζεύω περιοδικά, με τα χρόνια, τις μετακομίσεις τα είχα χάσει. Τα βρήκα τυχαία σ’ ένα παλαιοβιβλιοπωλείο πριν κάποια χρόνια και τα αγόρασα ξανά. Είδα ότι η ημερομηνία του τεύχους ήταν 1-7 Ιουνίου 1973. 4 Ιουνίου είναι η ημερομηνία γέννησής μου, και, μη γελάσεις, το θεώρησα …καρμικό όλο αυτό.

Ερ: Το 1977 γυρίζετε την πρώτη, μικρού μήκους, ταινία «Καλλονή» με πρωταγωνιστή, σε μια ασυνήθιστη εμφάνιση, τον κ. Νίκο Μουρατίδη. Μιλήστε μας για αυτή την συνεργασία και ποια θέση έχει στον ελληνικό κινηματογράφο το queer cinema αν θεωρήσουμε ότι αυτή η ταινία ήταν ένα από τα πρώτα εγχώρια δείγματα του είδους.
Απ: Το 1977 υπηρετούσα τη θητεία μου, ναύτης στον Σκαραμαγκά, όταν έπεσε στα χέρια μου το εικονογραφημένο βιβλίο ‘’A modest history of pin up’’ του Mark Gabor γεμάτο ρετρό ασπρόμαυρες φωτογραφίες με στάρλετς, γατούλες του σεξ που έφταναν και στις πρώτες έγχρωμες soft porn με πιν απ γκερλς των αρχών του ’60. Διασκεδαστικές να τις χαζεύεις, αλλά και ύπουλες, κρυβόταν ένας ολόκληρος κώδικας ερωτικής συμπεριφοράς από κάτω, χειραγωγούσαν όχι μόνο το γυναικείο φύλο, αλλά και το αντρικό: αυτή είναι η ποθητή γυναίκα. Συνέλαβα την ιδέα να κάνω μια ημίωρη μικρού μήκους ασπρόμαυρη ταινία, την ‘’Καλλονή’’, όπου ένας άντρας ντυμένος γυναίκα θα μιμείτο αυτές τις πόζες, σατιρίζοντας την υπερβολική και, σαν βγαλμένη από καλούπι, θηλυκότητά τους. Το ΄πα στον Νίκο Μουρατίδη, ήμασταν συμφοιτητές στη σχολή κινηματογράφου κι ήταν φοβερός μίμος, είχε παίξει κι ένα λαϊκό μπουζουξή βαρύμαγκα σε μια άλλη μικρού μήκους. Δέχτηκε. Επέμενα να μείνει η ταινία βωβή, όπως ήταν οι φωτογραφίες- πηγή έμπνευσής της-, κι ας έβλεπαν όσο ήθελαν οι θεατές, να μην βάλω καθόλου ήχο, όπως με προέτρεπαν, π.χ. ήχο κομπρεσέρ εκεί που η ‘’Καλλονή’’ χαϊδεύει με νάζι το στήθος της. Επίσης καθόλου λόγο. Υπήρχε βέβαια, με το μοντάζ, μια υποτυπώδης αφήγηση από κάτω. Η ‘’Καλλονή’’ ναρκισσεύεται, μιλάει στο τηλέφωνο, πιθανόν περιμένει κάποιον που δεν έρχεται, μένει μόνη, αυνανίζεται. Η ταινία μου γυρίστηκε σε μια νύχτα, κατά τη διάρκεια της εξόδου μου απ’ τον Σκαραμαγκά. Γινόταν τότε, 1977, ένα αντι-φεστιβάλ κινηματογράφου στη Θεσσαλονίκη, συμμετείχαν όλοι οι νέοι σκηνοθέτες, και την υπέβαλλα κι εγώ. Αλλά σόκαρε τους πάντες, θεωρήθηκε κι εγώ δεν ξέρω τι, παρακμιακή, άτεχνη, και κόπηκε απ’ την προκριματική επιτροπή. Την υπέβαλλα και στην επιτροπή λογοκρισίας του υπουργείου για τη νόμιμη άδεια προβολής, αλλά απαγορεύτηκε η προβολή της σ’ όλη την Ελλάδα, ως άσεμνη. Φίλοι μου που ζούσαν στο Παρίσι πήραν τότε την κόπια μαζί τους, κι η ‘’Καλλονή’’ παίχτηκε σε αρκετά ευρωπαϊκά φεστιβάλ όχι μόνο gay κινηματογράφου αλλά και πειραματικών ταινιών. Ολλανδία, Γαλλία, Αγγλία. Τους είχε φανεί ανήκουστο να δουν μια τέτοια ταινία από την Αθήνα, που δεν ήταν βέβαια Νέα Υόρκη, κι από ένα νεαρό άγνωστο σκηνοθέτη που δεν διέθετε την υπογραφή του Άντυ Γουώρχολ! Γράφτηκαν πολλά δημοσιεύματα σε μεγάλες εφημερίδες όπως η γερμανική ‘’Χάντελσμπλατ’’, το Art Press κλπ. Είναι μια παράσταση φύλου η ‘’Καλλονή’’, μια gender performance, όπως θα την αποκαλούσαμε σήμερα, σύμφωνα με τις queer θεωρίες. Αλλά αυτά τα πράματα δεν τα ξέραμε τότε. Πέρασε περισσότερο σαν μια camp κωμωδία. Ωστόσο η διαφορά της απ’ την ανώδυνη σάτιρα ή την εστετίστικη διάσταση των ταινιών του Γουώρχολ είναι εμφανής για τον οξυδερκή θεατή. Εδώ υπάρχει μια έντονη αισχρότητα του σώματος, και μια έμφυλη ρευστότητα που έχει περισσότερο σαν υπόβαθρο αυτό που εύστοχα είχε γράψει σ’ ένα μικρό ψυχαναλυτικό δοκίμιό του, την ‘’Πρώτη εικόνα’’, ο Ταχτσής: ‘’Αλλά όσο κι αν πρωτόδα τη ζωή και τους άντρες σα γυναίκα, δεν έπαψα βέβαια να ‘μαι κι άντρας΄΄. Το 2009, η ‘’Καλλονή’’ παίχτηκε μαζί με άλλες queer μικρού μήκους και την προηγούμενή μου την ‘’Λίζα και την άλλη’’ (1976) με πρωταγωνιστή τον Μουρατίδη επίσης, στο ‘’Νοσότρος’’ στα Εξάρχεια, σε μια προβολή για το Athens gay pride εκείνης της χρονιάς, κι έκανε αίσθηση, προκάλεσε δημοσιεύματα ξανά. Έγινε κι ένα πατιρντί στις αρχές του 2010, όταν ανέβασα στο you tube δυο τρέιλερς αυτών των μικρού μήκους, και τα χρησιμοποίησε ένα πολύ κίτρινο blog το Τρωκτικό για να σκανδαλολογήσει εις βάρος του Μουρατίδη, πολύ γνωστού τηλεπερσόνα εν τω μεταξύ, που βγήκε και τους απάντησε: ‘’΄Ημασταν ελεύθερα πνεύματα εκείνους τους καιρούς, κι όχι μίζεροι σαν εσάς..’’. Περιττό να σου πω ότι για τρεις μέρες τριάντα κανάλια ήταν έξω απ’ την πόρτα του σπιτιού μου. Είπα μόνο δυο τρεις κουβέντες σε μια συντάκτρια της Espresso. Μόλις η εφημερίδα κυκλοφόρησε την άλλη μέρα κι έγινε ανάρπαστη, μου τηλεφώνησε λέγοντάς μου: ‘’Κύριε Σπετσιώτη, ελπίζω ότι δεν το κιτρινίσαμε πολύ, έτσι;’’ Το 2018 στο επίσημο αφιέρωμα στον ελληνικό queer κινηματογράφο του Φεστιβάλ κινηματογράφου Θεσσαλονίκης παίχτηκε κι η ‘’Καλλονή μαζί μ’ άλλες τρεις ταινίες μου. Από τις πιο ενδιαφέρουσες εκδηλώσεις του φεστιβάλ ήταν αυτές οι queer προβολές κι οι παράλληλες συζητήσεις, φώτισαν μια αθέατη πλευρά της ελληνικής κοινωνίας μ’ αυτό το σημαντικό αφιέρωμα. Σήμερα χαίρομαι που η ‘’Καλλονή’’ παίζεται από δω κι από κει, και μου την αναφέρουν ακόμη παιδιά από τις νέες γενιές των σινεφίλ. Κι επίσης με χαρά είδα κάποια πλάνα της στο φετινό, ενδιαφέρον μικρού μήκους ντοκιμαντέρ ‘’Ο Χριστός γεννήθηκε στο Ροζικλαίρ΄΄ του Κώστα Δημολίτσα. Είναι μεγάλη, διεθνής σκηνή η queer κουλτούρα, και είναι σημαντικό ότι κάποιες ενδιαφέρουσες ταινίες Ελλήνων σκηνοθετών μπορούν να ενταχτούν σ’ αυτήν, εφάμιλλα με τις ξένες.

Ερ: Στην σκηνοθετική αλλά και στην λογοτεχνική σας διαδρομή ασχοληθήκατε εκτενώς με δύο σπουδαίους «καταραμένους» ανθρώπους των γραμμάτων. Μιλάμε για τον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη και την ταινία «Μετέωρο και σκιά» και τον Κώστα Ταχτσή σε δύο βιβλία σας. Τι σας οδήγησε να ερευνήσετε το έργο και την ζωή τους; Ειδικότερα με τον Ταχτσή είχατε ποτέ συναντηθεί; Αν ναι, πώς θα τον περιγράφατε ως άνθρωπο;
Απ: Για τον Λαπαθιώτη και τον νυχτόβιο παραβατικό του βίο είχα πρωτακούσει στη συντηρητική Ερμιόνη, ήταν έκπληξη η αντισυμβατική μορφή και η ιστορία του για έναν έφηβο όπως ήμουν εγώ τότε. Η περιφρόνηση των αστικών αξιών και της τάξης απ’ την οποία προερχόταν, η δηλωμένη ομοφυλοφιλία του, η ανοιχτή υπεράσπιση στην ιδεολογία του κομμουνισμού, τέλος, το τραγικό μπλέξιμό του με τα ναρκωτικά, και η αυτοκτονία του, από όταν κιόλας τα πρωτοδιάβαζα, έλεγα σίγουρα κάτι θα κάνω μ’ αυτό το σύγχρονου ενδιαφέροντος υλικό, ακόμα δεν ήξερα τι. ΄Ηταν ένας τέλειος καταραμένος κινηματογραφικός ήρωας, μ’ όλες αυτές τις χαρακτηρολογικές ιδιότητές του, τις οποίες αναπολούσαν, στις γραπτές αναμνήσεις τους, οι φίλοι και συνοδοιπόροι του, δεν χρειαζόταν να εφεύρω τίποτ’ άλλο προκειμένου να αναδείξω σε μια ταινία τη γοητευτική αλλά συνάμα τερατική μορφή του, και να μην εκτραπώ σε σκανδαλολογίες, όπως είναι εύκολο να ολισθήσει κανείς με μια τέτοια θεματολογία. ΄Ετσι έγινε το ‘’Μετέωρο και Σκιά’’, το πιο γνωστό μου έργο, που απεικονίζει και τον αθηναϊκό προπολεμικό κόσμο, μαζί με τον Ναπολέοντα.
Τον Ταχτσή τον γνώρισα είκοσι χρονώ στην Αθήνα. Ήταν must πεζογράφος εκείνα τα χρόνια, διαβαζόταν πολύ, ωστόσο δεν είχε τη σημερινή αναγνώριση. Ήταν αμφιλεγόμενος, και γι΄ αυτό ήταν για κάποιους νέους πιο ελκυστικός. Άσε που, από τα μέσα του ‘70, οι σκοτεινές φήμες για τις νυχτερινές καταβάσεις του στα πεζοδρόμια της τραβεστί πορνείας της Συγγρού και της Αθηνάς, είχαν αρχίσει να έρχονται στο φως. Εν ολίγοις, Λαπαθιώτης και Ταχτσής δύο ελληνικές gay icons θρυλικές, δύο queer symbols, κι ένας αιώνας ελληνικής queer history, από τη γέννηση του Λαπαθιώτη, το 1888, μέχρι το θάνατο του Ταχτσή το 1988. Κι άλλοι ομοφυλόφιλοι λογοτέχνες της γενιάς τους έγραφαν γι’ αυτά, αλλά, καθώς δεν είχαν εκτεθεί προσωπικά, δεν είχαν πληρώσει τιμήματα ζωής, δεν ανήκαν όπως οι δυο παραπάνω ανάμεσα στις ελάχιστες dramatis personae της λογοτεχνίας μας, τι δραματουργούς να εμπνεύσουν και τι καταραμένοι ήρωες ταινιών και θεατρικών έργων να γίνουν, όπως κάποιοι αντίστοιχοι ξένοι, ο Ουάιλντ ή ο Ζενέ; Του Ταχτσή ήθελα να κάνω το ’83 ένα μικρό διήγημα τηλεταινία, δεν τα βρήκαμε, και το σχέδιο δεν πραγματοποιήθηκε. Έπεσα σε άσχημη στιγμή. Είχε τσακωθεί με τους συνδικαλιστές gay, τον είχαν κυνηγήσει κι οι τραβεστί, δεν είχε καταφέρει να γίνει το ‘’Τρίτο στεφάνι’’ του ταινία απ’ τον Αγγελόπουλο, με την τηλεταινία ενός εικοσιεννιάρη θ’ ασχολιόταν; Μου είχε δώσει την εντύπωση ότι, επειδή διαβαζόταν κυρίως από γυναίκες για το mainstream ‘’Τρίτο στεφάνι’’ του, ήθελε να περάσει ως ο συγγραφέας του ελληνικού λαού, και η queer πλευρά του, που ερχόταν στο φως πιο άμεσα σε κάποια διηγήματά του, να μην πολυαπασχολεί το ευρύ κοινό. Σήμερα, με τη δημοσίευση πολλών ανέκδοτων γραπτών του, μετά θάνατον, ακόμη δεν έχει τολμήσει κάποιος ν’ αγγίξει την queer πλευρά του. Αρχές του 2000 εμπνεύστηκα λοιπόν ένα θεατρικό από ένα ημιτελές κείμενό του το ‘’΄Άλλο κρεβάτι’’, και η αδερφή του Ελπίδα Ταχτσή με βοήθησε λέγοντάς μου εγγράφως ότι ήθελε να πραγματοποιηθεί. Πήγα από δω, πήγα από κει, κλειστές πόρτες παντού, κανείς δεν το τόλμησε, κανείς δεν μου απάντησε καν. Το υπέβαλλα και στον κύριο Λούκο, διευθυντή τότε του Φεστιβάλ Αθηνών, ήταν ο μόνος που μου απάντησε, ακόμη έχω την επιστολή του:
‘’Ενδιαφέρον… μια άλλη φορά… θα δούμε κλπ’’. Το 2006 το είχα πάει και σ’ έναν μεγαλοσχήμονα του θεάτρου, ηθοποιό –σκηνοθέτη, του το ΄χα δώσει μάλιστα σε δακτυλόγραφο, μπας και το παίξει ή και το σκηνοθετήσει αν θέλει, μου ΄χε τηλεφωνήσει: ‘’Ενδιαφέρον… κράτησα σημειώσεις… αλλά δεν έχω δικό μου θέατρο.. τι να κάνω; Να πάω στο Θέατρο τέχνης ξανά; Βαρέθηκα να είμαι ο καμικάζι, μια ζωή…΄΄, ώσπου το 2009 το εξέδωσε η ‘’΄Αγρα’’. Και οκτώ χρόνια μετά, το 2017, ο μεγαλοσχήμονας θεατράνθρωπος είχε αντιγράψει το ‘’Άλλο κρεβάτι’’ σ’ ένα δικό του έργο για δύο πρωταγωνιστές, με ήρωα ένα παλιό ηθοποιό και σκηνοθέτη του θεάτρου κι ένα νεαρό εκτελεστή της διαθήκης του, ακριβώς τα δύο μου πρόσωπα- ο Ταχτσής κι ο νεότερος ψυχαναλυτής του-, καμία σχέση βέβαια με τα καταραμένα dramatis personae τα δικά μου ο νοικοκυρεμένος θεατράνθρωπος, φιλολογίες μόνο… Αλλά είχε πάει στο Θέατρο τέχνης για το δικό του έργο, είχε γίνει καμικάζι, και το ‘χε ανεβάσει ως πρωταγωνιστής, δραματουργός και σκηνοθέτης – άρχοντας!!!

Ερ: Το 1991 κάνετε την τελευταία σας κινηματογραφική ταινία «Τα κοράκια ή το παράπονο του νεκροθάφτου». Γιατί από τότε απέχετε από τον κινηματογράφο; Ποιες θα λέγατε ότι είναι οι βασικές δυσκολίες για έναν κινηματογραφιστή στη χώρα μας;

Απ: Την έκανα με χίλια βάσανα. Ενώ με είχε προπληρώσει το Κέντρο Κινηματογράφου για να γράψω το σενάριο για τα ‘’Κοράκια’’ , μετά, χωρίς κανένα σκεπτικό, δεν δέχτηκε να τη χρηματοδοτήσει. Με ενίσχυσε ο Αλέκος Παπαγεωργίου μ’ ένα ποσό, έχασα κι ένα σπίτι για να την πραγματοποιήσω, υποχρεώθηκα και σ’ όλους τους τεχνικούς που πληρώθηκαν με πιο λίγα χρήματα. Θεωρούσα τον Ροίδη την τρίτη βασική μορφή εναλλακτικής ελληνικής κουλτούρας, μαζί με τον Λαπαθιώτη και τον Ταχτσή, και το διήγημά του‘’Το παράπονο του νεκροθάπτου’’, στο οποίο βασίστηκαν τα ‘’Κοράκια’’, υψίστης σημασίας. Μαύρη γραφή, ιλαροτραγική σάτιρα της ηθογραφίας. Όλα τα ελληνικά προβλήματα μέσα, εσωτερική μετανάστευση, χρόνια εξάρτηση του Έλληνα απ’ τους πολιτικούς, χρηματιστηριακά κραχ, ανεργία, φτώχεια, εργασία που δεν ικανοποιεί, θάνατος κλπ. Ήθελα να καταπιαστώ μ’ ένα θέμα άμεσα κοινωνικοπολιτικό αυτή τη φορά, που δεν θα ήταν όμως ο ελληνικός Εμφύλιος, που ‘χε καταντήσει πια καραμέλα και κλισέ. Κι έτσι διάλεξα να μιλήσω για όλ’ αυτά από μια ειδική πλευρά, αυτό το μονόλογο του νεκροθάφτη. Έπρεπε να ισορροπήσω πολύ λεπτά ανάμεσα στο δράμα –θάνατοι επτά παιδιών κι όλου του κόσμου οι συμφορές σε μια οικογένεια-, και στις πινελιές της πικρόχολης σάτιρας που σε καμιά περίπτωση δεν θα ‘ταν μονόπλευρη κωμωδία, αφού όπως λέει ο Κάρελ Κόσικ στην ’’Κρίση της νεωτερικότητας’’ «Η πολιτική δεν είναι ούτε επιστήμη ούτε τέχνη, αλλά περισσότερο ένα παιχνίδι για την εξουσία και ένα παιχνίδι από θέση ισχύος. Το παιχνίδι αυτό δεν είναι διασκεδαστικό, αλλά κάτι θανάσιμα σοβαρό και για το λόγο τούτο εμπεριέχει συχνότερα θάνατο, φανατισμό και υπολογισμό παρά χιούμορ και γέλιο». Το κοινό χειροκρότησε θερμά, αλλά οι κριτικοί δεν έπιασαν βέβαια τίποτα στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του ’91, ήθελαν κωμωδία, θεώρησαν ότι είχα κάνει ένα μελό της σειράς μέσα από τις μινιμαλίστικες σκηνοθετικές επιλογές μου, κάποιοι έφτασαν κι ως τις λοιδωρίες: «Aπό ταλαντούχος σκηνοθέτης, κατάντησε νεκροθάφτης κι ο Σπετσιώτης..» Μερικοί τρόμαξαν κιόλας απ’ την ταινία. Φαντάσου ότι πλησίαζαν τα Χριστούγεννα του ίδιου χρόνου, το Κέντρο Κινηματογράφου είχε δώσει κάποια χρήματα ως εκ των υστέρων συμπαραγωγός στην ταινία- ήταν νόμος-, και πήγα στα γραφεία τους κάτι να υπογράψω. Μια υπεύθυνη για να φτιάξει τις ευχετήριες χριστουγεννιάτικες κάρτες του Κέντρου μου εκμυστηρεύτηκε ότι είχε προτείνει να διάλεγαν μια ωραία εικόνα απ’ τα ‘’Κοράκια’’ με τέσσερα παιδιά, πίσω απ’ το τζάμι σ’ ένα παράθυρο να βλέπουν το χιόνι, κι είχαν πέσει να την φάνε: ‘’Από τέτοια ταινία θα βάλουμε εικόνα σε χριστουγεννιάτικη κάρτα;’’ Η ταινία βγήκε παραμονές του Πάσχα για μια βδομάδα στην ‘’Αλκυονίδα’’ κι έκοψε 500 εισιτήρια. Και με ρωτάς γιατί από τότε απέχω απ’ τον κινηματογράφο; Παρόλα αυτά είχα ακόμη κάποια αποθέματα δυνάμεων, κι έκανα πρόταση στο Ευρωπαϊκό ταμείο σεναρίου να μου χρηματοδοτήσει ένα σενάριο, εγκρίθηκε μετά πολλών επαίνων, κι ενώ ετοιμαζόμουνα να βρω απ’ την Ευρώπη κάποιες ενισχύσεις συμπαραγωγής, το ‘κοψαν εδώ για το …ομοφυλοφιλικό περιεχόμενό του! Φαντάσου ότι το 2018 έκανα έναρξη στο αφιέρωμα του επίσημου φεστιβάλ Θεσσαλονίκης στον queer ελληνικό κινηματογράφο με το ‘’Μετέωρο και Σκιά’’, ενώ το 1995 είχα απορριφθεί για σενάριο ..ομοφυλοφιλικού θέματος! Τέλος πάντων, το κλίμα στο σινάφι ήταν ιδιαιτέρως τοξικό, εκείνα τα χρόνια, δεν είχα συνομιλητές, ήμουν εξοντωμένος, αποκλεισμένος, είπα λοιπόν στον εαυτό μου, πάει τελείωσε, ο κύκλος έκλεισε, και δεν ξανάγραψα πια τίποτα για τον κινηματογράφο. O υπέρμετρος ανταγωνισμός και ο φθόνος, ιδίως σε μια μικρή και περιφερειακή κινηματογραφική κοινωνία, είναι οι κυριότερες δυσκολίες για ένα νέο κινηματογραφιστή σήμερα. Α, και το ότι σπάνια το προϊόν του, όσο αξιόλογο κι αν είναι, καταφέρνει, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, να σπάσει τα τείχη της απομόνωσης και να βγει έξω απ’ τα δικά μας περιορισμένα σύνορα, συναντώντας τον ευρύτερο κινηματογραφικό κόσμο. Το εμποδίζουν ‘’ευτελείς συνήθειες και μικροπρέπειες’’ εντός συνόρων, ‘’και αδιαφορίες’’ εκτός. Με λίγα λόγια, βράζουμε στο ζουμί μας.

Ερ: Ένας σκηνοθέτης πρέπει γυρίζοντας μια ταινία να είναι σταθερός στο προσωπικό του όραμα χωρίς να υπολογίζει το πόσα εισιτήρια θα κόψει ή πρέπει να λαμβάνει υπόψη και αυτό που θα αρέσει στο κοινό;
Απ: Δεν θα μιλήσω εγώ αφ’ υψηλού για το ποιες επιλογές πρέπει να κάνει ένας σκηνοθέτης. Ποικίλουν οι περιπτώσεις. Η μεγάλη δυσκολία του κινηματογράφου είναι τα κεφάλαια που χρειάζονται για την πραγμάτωση μιας ταινίας, και η απόσβεσή τους που ζητάει μαζί με κάποιο κέρδος ο παραγωγός που τα ρισκάρει. Δυσκολίες που, σήμερα μάλιστα, που πέφτει ο κινηματογράφος και όσον αφορά τη διανομή του- φαίνεται να τελειώνουν η αίθουσα και το dvd-, γίνονται ακόμη μεγαλύτερες. Εμπορική και καλλιτεχνική επιτυχία μιας ταινίας ήταν ανέκαθεν έννοιες ρευστές στον διεθνή χώρο του σινεμά. Υπήρξαν ταινίες που, με το που βγήκαν, έσπασαν ταμεία, κάτι προφανώς υπολογίσιμο, κι όταν σίγησαν οι υποστηρικτές τους κι έμεινε μόνο ο αδέκαστος Χρόνος ξεχάστηκαν. Υπήρξαν επίσης άλλες που, στον καιρό τους, δεν έκαναν εμπορικά τίποτα, παρέμειναν στη σκιά μιας ‘’νεφελώδους ποιότητας’’ και λίγα ή και περισσότερα ή και πολλά χρόνια μετά επανεκτιμώνται και γίνονται το … κέντρο του ενδιαφέροντος. Ο συνδυασμός ποιότητας και εμπορικότητας είναι δύσκολη υπόθεση, αν και επιτυγχάνεται κάποιες φορές κι αυτός. Τι να πω… Είναι τζόγος…

Ερ: Έχετε κάποια μελλοντικά σχέδια που θέλετε να υλοποιήσετε;
Απ: Απ’ το 1991 και μετά, πέρασε πολύς καιρός από τότε, απέχω απ’ τον κινηματογράφο. Το παράλληλο ενδιαφέρον μου για το γράψιμο μ’ έστρεψε στην έκδοση κάποιων βιβλίων. Ό,τι έχω κάνει ωστόσο- μπορεί ο προσεκτικός θεατής και αναγνώστης να το διαπιστώσει-, αποτελεί μια ενότητα προσπαθειών. Ταινίες, όταν είχα τη δυνατότητα απ’ το χώρο παλιότερα, και βιβλία μετά, δένουν μεταξύ τους θεματολογικά, θα τολμούσα να πω, παρόλο που πρόκειται για διαφορετικά είδη έκφρασης, και υφολογικά. Δεν αρνήθηκα όλ’ αυτά τα χρόνια και κάποιες σκηνοθεσίες, για το θέατρο και την τηλεόραση, που μου ζητήθηκαν, ευτυχώς κι αυτές σχετικές με τα αντικείμενα που είχα ψάξει. Νίκησα, και μ’ αυτές, το μαράζι της σιωπής. Έχουν μαζευτεί πράματα μέσα μου όλ’ αυτά τα χρόνια που θα μπορούσαν ν’ αποτελέσουν υλικό για μια ταινία. Αλλά έχω βολευτεί λίγο, μες στην ψωροπερηφάνεια μου. Δε μου αρέσει να ζητάω χρήματα δεξιά κι αριστερά, να κάνω προτάσεις όπως έκανα υποσχόμενος νεαρός, κι η ηλικία μου, κι η φυσική μου κατάσταση εύκολα πια δεν το επιτρέπουν, ντρέπομαι και να υποχρεώνομαι… Κάποιοι με μαλώνουν συνεχώς για τη στάση μου : ‘’Το χρωστάς στον εαυτό σου…Να αυτοκλωτσηθείς μάστερ..’’ κλπ. Αν η πίεση της καθημερινότητάς μου φτάσει στο ζενίθ κι αναζητήσει ως αντίδραση μια αναγκαία έξοδο μες απ’ τη δημιουργία μιας ταινίας, σαν ανάγκη για περισσότερη ζωή, ίσως μια νέα μικρή έξοδο να την αποτολμήσω… Αν ετοιμάζω κάτι… Ξέρω ‘γω; Και ναι, και όχι…

χαλβάς Γούναρης
roz-panthiras-adv1

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *