ΝΕΑ ΑΡΙΣΤΕΡΑ «ΟΜΑΔΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΓΙΑ ΤΗ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ» 10+1 ΘΕΣΕΙΣ για το MASTER PLAN & τις Στρατηγικές επιλογές της Κυβέρνησης της Ν.Δ.

1. Οι πλημμύρες στη Θεσσαλία επιβεβαιώνουν ότι η χώρα έχει εισέλθει σε μια νέα κανονικότητα με κύριο γνώρισμα την εντονότερη και συχνότερη εκδήλωση ακραίων καιρικών φαινομένων, τα οποία έχουν ως αποτέλεσμα την απώλεια ανθρώπινων ζωών και τεράστιες οικονομικές, κοινωνικές και περιβαλλοντικές συνέπειες που υπονομεύουν τις τρέχουσες και μελλοντικές συνθήκες διαβίωσης στην περιοχή της Θεσσαλίας, και όχι μόνο. Ξεχωρίζουν ειδικότερα οι καταστροφές στη φυτική παραγωγή, οι απώλειες χιλιάδων ζώων, το πλήγμα στη βιοποικιλότητα, η υποβάθμιση των εδαφών και οι ζημιές σε ιδιωτικές και συλλογικές υποδομές όπως οδικά δίκτυα, αρδευτικά συστήματα, μηχανολογικός εξοπλισμός και παραγωγικές εγκαταστάσεις. Αν παλαιότερα διαχωρίζαμε τις κρίσεις και τις περιορίζαμε θεματικά προσπαθώντας να τις αντιμετωπίσουμε κατά περίπτωση, σήμερα είναι εμφανές ότι οι πλανητικές προκλήσεις που βιώνουμε – κλιματική κρίση, η τεχνητή νοημοσύνη, οι πόλεμοι και οι γεωπολιτικές ανακατατάξεις, οι χωρικές και κοινωνικές ανισότητες, οι υγειονομικές πανδημίες – επιβάλλουν να αντιμετωπίσουμε τις προκλήσεις ενιαία ως πολυκρίση που δεν είναι τίποτε άλλο παρά η προβολή της κλιματικής κρίσης στο σύνολο της οικονομικής και κοινωνικής ζωής, η με άλλα λόγια η αρνητική επίπτωση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής στη φύση και στον άνθρωπο. Οι πλημμύρες στη Θεσσαλία, δεν είναι κάποιες πιο έντονες πλημμύρες από αυτές που έζησε ο Θεσσαλικός κάμπος στο παρελθόν, αλλά είναι η πρώτη μεγάλης κλίμακας χωρική έκφραση της κλιματικής κρίσης, που οι επιπτώσεις στην οικονομία και την κοινωνία αναδεικνύει τον χαρακτήρα της πολυκρίσης. Αν σκεφτούμε ότι σημαντικό μέρος της αγροτικής παραγωγής της χώρας παράγεται από καλλιέργειες του Θεσσαλικού κάμπου μπορούμε να κατανοήσουμε τις επιπτώσεις στην χώρα από την ακαταλληλότητα των εδαφών και από την οικονομική αδυναμία των γεωργών και των κτηνοτρόφων να επανεκκινήσουν την παραγωγική τους διαδικασία. Τέλος το γεγονός ότι οι πληγέντες κατά κανόνα είναι τα ασθενέστερα οικονομικά και κοινωνικά στρώματα, αναδεικνύει εμφατικά και την ταξική πτυχή των συνεπειών της κλιματικής κρίσης αλλά και της πολυκρίσης εν γένει.
2. Μπορούσε η καταστροφή από τις πλημμύρες να είχε αποφευχθεί; H απάντηση σε αυτό το ερώτημα ανάγεται στα χαρακτηριστικά του Ελληνικού κράτους της δημόσιας διοίκησης και της αυτοδιοίκησης αλλά και των προβλημάτων της ελληνικής κοινωνίας που εξελίσσονται για δεκαετίες και έχουν δημιουργήσει συνειδήσεις, στερεότυπα, αντιδράσεις και προσδοκίες που πρέπει να αλλάξουν. Τούτων δοθέντων θα μπορούσαν οι επιπτώσεις από τις πλημμύρες να μετριαστούν αν η διοίκηση και η αυτοδιοίκηση έθεταν σε πρώτη προτεραιότητα την διάγνωση της ευαλωτότητας των περιοχών τους και την ενίσχυση της ανθεκτικότητας απέναντι σε φυσικές καταστροφές. Όμως μια τέτοια αντίληψη ξεφεύγει από τα έργα βιτρίνας,  το πελατειακό κράτος, την διαπλοκή και την αυτορρύθμιση της αγοράς και απαιτεί επιστημονική διάγνωση της ευαλωτότητας, σχεδιασμό συνδυασμένων υποδομών ανθεκτικότητας των περιοχών και επαναπροσδιορισμό του παραγωγικού και καταναλωτικού υποδείγματος, δηλαδή σχέδιο μακρόπνοο, που για να εφαρμοστεί πρέπει να συζητηθεί επαρκώς με τους κοινωνικούς και παραγωγικούς φορείς και τους πολίτες της Θεσσαλίας.  
3. Η τραγική ειρωνεία της αποτυχίας των πελατειακών πολιτικών στη Θεσσαλία φαίνεται στην ταυτόχρονη υποχώρηση του υδροφόρου ορίζοντα – και σε ορισμένες περιπτώσεις του πόσιμου νερού – και στις επιπτώσεις από την κλιμάκωση των πλημμυρών. Για δεκαετίες ένα λόμπυ λαϊκιστών πολιτικών και οικονομικών συμφερόντων υπονόμευσε τις απαραίτητες επενδύσεις σε ορεινή υδρονομία, ταμιευτήρες, φράγματα, αντιπλημμυρικά έργα, αρδευτικά δίκτυα κλπ. Με πρόσχημα φαραωνικές λύσεις (Αχελώος) που δεν μπορούσαν να υλοποιηθούν, έκαψαν πολύτιμο χρόνο σε βάρος της Θεσσαλικής κοινωνίας και κοινωνίας.  

4.Το Master Plan της Εταιρίας HandelsverenigingAmsterdamHVA για λογαριασμό της Ελληνικής Κυβέρνησης, πέρα από το να επαναδιατυπώνει προτάσεις που έχουν διατυπωθεί τα τελευταία 30 τουλάχιστον χρόνια τόσο για τη διαχείριση υδάτων και την αντιπλημμυρική προστασία όσο και για τις αναδιαρθρώσεις καλλιεργειών από επιστημονικούς φορείς και ιδίως από το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, τις διαστρεβλώνει κιόλας με απώτερο σκοπό να υποστηρίξει τις τρείς βασικές επιλογές της Κυβέρνησης που αποτελούν και τις αιχμές της κριτικής μας. Παράλληλα, η θεσμική πλαισίωση του Master Planείναι ανύπαρκτη, τόσο σε σχέση με τη σχετική νομοθεσία της Ε.Ε.(Οδηγία 2007/60/ΕΚ για τη διαχείριση του κινδύνου πλημμυρών, οδηγία 2000/60/ΕΕ “Πλαίσιο κοινοτικής δράσης στον τομέα της πολιτικής των υδάτων”), οδηγία 2001/42/ΕΚ «στρατηγική εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων»), όσο και σε σχέση με την εθνική νομοθεσία για τη διαχείριση των υδάτων αλλά και χωρίς καμία αναφορά στην Κοινή Αγροτική Πολιτική – ΚΑΠ. Επισημαίνεται δε η παντελής αγνόηση της νομοθεσίας για τις αναθέσεις μελετών τόσο σε σχέση με τις προδιαγραφές όσο και με τις διαδικασίες ανάθεσης. Η έλλειψη σαφούς μεθοδολογίας και ή ανεπαρκής επιστημονική τεκμηρίωση με δεδομένα και βιβλιογραφικές αναφορές, δυσκολεύει την κατανόηση του κειμένου, καθιστώντας την έκθεση δυσνόητη και αναποτελεσματική για τον αναγνώστη. Τούτων δοθέντων μια συνολική τοποθέτηση για το Master Plan καθίσταται προβληματική και εκ των πραγμάτων θα περιοριστεί στα κομβικά ζητήματα που αναδεικνύονται. Τέλος το Master Plan αποτελεί συρραφή παλαιότερων μελετών χωρίς να προτείνει κάτι ριζικά διαφορετικό εκτός βέβαια δύο – τριών ζητημάτων – αιχμών… τα οποία «είχε εντολή να αναδείξει».  

5.Πρώτο Ζήτημα «Η ιδιωτικοποίηση των νερών».Το Master Plan προτείνει την δημιουργία ιδιωτικού φορέα διαχείρισης των υδάτων της Θεσσαλίας (1) για την εφαρμογή των αναγκαίων σχεδίων και τον συντονισμό των απαραίτητων ενεργειών υπό τη μορφή ΑΕ, που να λειτουργεί με τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας όχι για να καλύψει το σημερινό καταμερισμό της διοίκησης και της αυτοδιοίκησης και με αυτό τον τρόπο να υλοποιηθούν τα έργα και οι δράσεις με πιο συντονισμένο και αποτελεσματικό τρόπο, όπως ισχυρίζεται, αλλά για να μεταφέρει σε αυτήν δημόσιες εξουσίες σχετικές με τη διαχείριση του νερού άρδευσης, της κατασκευής και διαχείρισης υποδομών της αγροτικής ανάπτυξης και ενδεχομένως της ενεργειακής μετάβασης (φράγματα- υδροηλεκτρικά)και εν τέλει – μακροπρόθεσμα της ίδιας της αγροτικής ανάπτυξης. (θυμίζουμε σε αυτή τη στρατηγική την ιδιωτικοποίηση της Αγροτικής Τράπεζας). Το επιχείρημα ότι όλο το πακέτο των μετοχών θα ανήκει στα συναρμόδια Υπουργεία, καλύπτει το τυπικό μέρος του δημόσιου ελέγχου, η εμπειρία όμως των τελευταίων χρόνων αποδεικνύει ότι αυτή η διαδικασία είναι μια συνήθης διαδικασία ιδιωτικοποίησης με την εύκολη μεταβίβαση των μετοχών σε ιδιωτικά συμφέροντα. (π.χ. Ενέργεια, Τηλεπικοινωνίες,). Η διαδικασία είναι εξαιρετικά προβληματική και εντάσσεται σε μια προσπάθεια “ιδιωτικοποίησης” της αναγκαίας κρατικής παρέμβασης σε μια περιοχή που πλήττεται οικονομικά και κοινωνικά από τις συνέπειες της κλιματικής κρίσης.(2) Το κυριότερο όμως από όλα είναι ότι με βάση την Θεσσαλία προτείνεται η δημιουργία Οργανισμών Διαχείρισης Υδάτων σε κάθε λεκάνη απορροής της χώρας, (3) οι οποίοι θα λειτουργούν με όρους ιδιωτικής οικονομίας. Ο φόβος για την ιδιωτικοποίηση των υδάτων άρδευσης μετά την επιχειρούμενη «ιδιωτικοποίηση» των υδάτων ύδρευσης σε όλη τη χώρα είναι δικαιολογημένος. Οι συνέπειες από μια τέτοια επιλογή θα είναι απρόβλεπτες τόσο στο κόστος όσο στο είδος και την ποσότητα της παραγωγής. (4)

6.  Δεύτερο Ζήτημα «Η αντιπλημμυρική προστασία». Το Master Plan προτείνει μια σειρά αντιπλημμυρικών έργων (5) – ανάγκες που είναι γνωστές και διατυπωμένες εδώ και χρόνια – που βρίσκονται στη σωστή κατεύθυνση χωρίς όμως από την πρόταση να προκύπτει η έννοια της ολιστικής προσέγγισης του ζητήματος απ’ όπου θα προκύψει η ασφαλής διόδευση μελλοντικών πλημμυρών. Επίσης το Master Planκαταγράφει (πρόχειρα) την περιβαλλοντική ζημιά λόγω του υδατικού ελλείμματος (πτώση υδροφόρου ανατολικά, υφαλμύρινση, ρύπανση) ακολουθώντας τόσο τη 2η Αναθεώρηση των ΣΔΛΑΠ όσο και τις μελέτες του ΤΕΕ (κ.Τσιτσιφλή) που διογκώνουν την υπάρχουσα ζήτηση νερού και συρρικνώνουν τη δυνατότητα τοπικής προσφοράς νερού, ώστε να προκύψει το έλλειμμα που χρειάζεται για να αιτιολογήσουν και να στηρίξουν την επιλογή του Αχελώου (300 εκ. κ.μ) αλλά και την αλλαγή του βαμβακιού (με ρίγανη;). Έτσι λοιπόν το Master Planεπαναφέρει την εκτροπή του Αχελώου τη στιγμή που αφενός η ελληνική και η ευρωπαϊκή δικαιοσύνη από το 2012 το έχουν επί της ουσίας απορρίψει και αφετέρου δεν προκύπτει η σκοπιμότητα και η αποτελεσματικότητα αυτής της επιλογής ενώ η σχετική επιστημονική και πολιτική συζήτηση έχει εξαντληθεί εδώ και χρόνια. Αξίζει να αναρωτηθεί κανείς τι θα συνέβαινε, αν η εκτροπή του Αχελώου είχε ολοκληρωθεί και ο Πηνειός ήταν γεμάτος νερό την περίοδο των πρόσφατων πλημμυρών. Η αντίληψη του Αχελώου και των μεγάλων φραγμάτων λειτούργησε για δεκαετίες σαν άλλοθι για να μην προωθούνται: α) τα δίκτυα μικρών λιμενοδεξαμενών στην ορεινή ζώνη και στην πεδιάδα, β) η εξοικονόμηση των χρησιμοποιημένων υδατικών πόρων με μέτρα και τεχνικές διαχείρισης της ζήτησης του νερού, γ) η αλλαγή των συστημάτων άρδευσης και ο περιορισμόςτων απωλειών στα δίκτυα δ) η επανάχρηση του νερού που καταναλώθηκε στην ύδρευση και τη βιομηχανία, ε) η συνολική μεταστροφή των υδροληψιών από τα υπόγεια στα επιφανειακά νερά, στ) η προστασία και η αποκατάσταση των υδροφορέων με μεθόδους τεχνητού εμπλουτισμού, ζ) η αναδιάρθρωση των καλλιεργειώνκαι ο σχεδιασμός νέων μιγμάτων που να ταιριάζουν περισσότερο με το περιβάλλον και να αποφέρουν ικανές εμπορικές ωφέλειες, με την επιβολή καθολικής εφαρμογής της γεωργίας ακριβείας και πέραν της αποδοτικότητας και της παραγωγικότητας.

 

7.Τρίτο Ζήτημα. «Η αναδιάρθρωση των καλλιεργειών». To Master Plan προτείνει την αναδιάρθρωση των καλλιεργειών με βασικό κριτήριο την «σχετική παραγωγικότητα του νερού» δηλαδή το οικονομικό αποτέλεσμα που παράγεται από την κατανάλωση κάθε κυβικού μέτρου νερού (ευρώ/κ.μ.), των καλλιεργειών της Θεσσαλίας και την έκταση που καταλαμβάνουν, αδιαφορώντας για τους άλλους συντελεστές όπως το κλίμα, το έδαφος, τις ασθένειες, την εργασία, το γεωργικό εισόδημα, τις επιδοτήσεις κ.λπ. ακολουθώντας μία μόνο-παραγοντική προσέγγιση σε ένα πολύ-παραγοντικό ζήτημα. Παράλληλα ενώ με βάση τα δεδομένα της ΕΛΣΤΑΤ το νερό άρδευσης κατανέμεται σε ποσοστό 10% στο σκληρό σιτάρι, 12% στο καλαμπόκι, 33% στο βαμβάκι, 3% στα λαχανικά, 4% στα φρούτα και 37% στις ζωοτροφές, η σχετική παραγωγικότητα του νερού άρδευσης που υπολογίστηκε, ήταν σε φθίνουσα σειρά η ακόλουθη: κηπευτικές καλλιέργειες (57.9 ευρώ/κ.μ.), δενδρώδεις καλλιέργειες (31.3 ευρώ/κ.μ.), βαμβάκι 3.4 (ευρώ/κ.μ.), καλαμπόκι (2.5 ευρώ/κ.μ.), σκληρό σιτάρι (1.6 ευρώ/κ.μ.) και ζωοτροφές (1.1 ευρώ/κ.μ.). Με βάση αυτό το κριτήριο το Master Plan καταλήγει στο συμπέρασμα ότι πρέπει να γίνει ριζική αλλαγή στις καλλιέργειες που πρέπει να επιλεγούν στη Θεσσαλία, αντικαθιστώντας σταδιακά και σε μία περίοδο 6 ετών το βαμβάκι με οπωροκηπευτικά (φρούτα, λαχανικά, πατάτες), τις ζωοτροφές (καλαμπόκι, μηδική) με ζαχαροκάλαμο και μίσχανθο και το σιτάρι με σουσάμι. Η προχειρότητα και η μηχανιστική προσέγγιση του Master Planαποδεικνύονται τόσο στο σύνολό του όσο και στις αντιφάσεις των κεφαλαίων όπως π.χ. ανάπτυξη της κτηνοτροφίας και παράλληλη μείωση των καλλιεργειών σε ζωοτροφές. «Μήπως τελικά τα σχέδια της Κυβέρνησης και της Ολλανδικής Εταιρίας συμπίπτουν μιας και αυτή έχει μεγάλη εμπειρία στη διαχείριση μεγάλων γεωργικών εκτάσεων στις πρώην Ολλανδικές αποικίες και δεν απαιτούνται ζωοτροφές παραγόμενες στη Θεσσαλία αλλά πρέπει να εισάγονται από τις πρώην Ολλανδικές αποικίας»

Οι προτεινόμενες αλλαγές, για παράδειγμα του βαμβακιού με κηπευτικά, λαχανικά και φρούτα είναι τελείως ατυχείς. Στις μεγαλύτερες πεδινές εκτάσεις της Θεσσαλίας δεν είναι δυνατή η καλλιέργεια δενδρωδών καλλιεργειών λόγω κλίματος. Το ίδιο ισχύει για τα κηπευτικά και λαχανικά και ιδιαίτερα τα βολβώδη (πατάτες), τα οποία απαιτούν ελαφρά και καλώς στραγγιζόμενα εδάφη, τα οποία σε πολλές περιοχές της Θεσσαλίας που καλλιεργούνται με βαμβάκι δεν υπάρχουν. Επομένως η όποια προσπάθεια επιλογής καλλιεργειών πρέπει να ξεκινά από διαχωρισμό της Θεσσαλίας σε αγρό-οικολογικές ζώνες (περιοχές με κατάλληλα εδαφοκλιματικά χαρακτηριστικά για την ανάπτυξη καλλιεργειών), κάτι που δεν προτείνει η μελέτη.

Υπάρχει σοβαρό λάθος ως προς την καλλιέργεια δενδρωδών καλλιεργειών στα πεδία πλημμυρών, που ως γνωστό διατρέχουν μεγάλο κίνδυνο απώλειας φυτικού κεφαλαίου και πολύ μεγαλύτερης καταστροφής σε περιπτώσεις πλημμύρας. Παράδειγμα αποτελούν οι δενδρώδεις καλλιέργειες (φιστικιές, αμυγδαλιές, κλπ.) στα παρακάρλια που έχουν καταστραφεί τελείως από την πλημμύρα του Daniel και Elias με τεράστιο κόστος αποζημιώσεων συγκριτικά με την καταστροφή ετήσιων καλλιεργειών.

Η πρόταση νέων καλλιεργειών που ευδοκιμούν σε άλλα τελείως διαφορετικά εδαφοκλιματικά περιβάλλοντα πρέπει να προβλέπει μια στοιχειώδη μελέτη προσαρμοστικότητας, που επίσης δεν προβλέπεται από τη μελέτη. Εάν δε οι νέες προτεινόμενες καλλιέργειες, είναι δενδρώδεις η αποτυχία στην επιλογή τους μπορεί να συνεπάγεται ανεπανόρθωτη οικονομική καταστροφήγια όποιον την επιχειρήσει. Το σουσάμι δεν μπορεί να καλλιεργηθεί στην Ελλάδα τον χειμώνα (όπως προτείνεται) λόγω χαμηλών θερμοκρασιών.

8.Μια προσπάθεια αναδιάρθρωσης των καλλιεργειών στον Θεσσαλικό κάμπο οφείλει να λαμβάνει σοβαρά υπόψη της, τα εδαφολογικά χαρακτηριστικά, τις κλιματικές μεταβολές, το παραγόμενο προϊόν και το γεωργικό εισόδημα, τη δυνατότητα διάθεσης σε αγορές του παραγόμενου προϊόντος, τη δυνατότητα εύρεσης εργατικών χεριών για καλλιέργειες εντάσεως εργασίας όπως ορισμένες εκ των προτεινόμενων, τις ασθένειες – ιδιαίτερα σε εποχές κλιματικής κρίσης -, την Κοινή Αγροτική Πολιτική, τις πολιτικές του ίδιου του Υπουργείου (Εθνική Στρατηγική για το βαμβάκι, 2022 (6) ) το επενδυμένο κεφάλαιο σε γεωργικά μηχανήματα, την αποκτηθείσα τεχνογνωσία από τους γεωργούς, την αξιολόγηση της προσαρμοστικότητας των νέων καλλιεργειών αλλά και την αναγκαία συνεχή εκπαίδευση και κατάρτιση των γεωργών και τέλος τους μηχανισμούς τεχνικής υποστήριξης των γεωργών για την επιτυχία μιας τέτοιας γεωργικής μεταρρύθμισης. Έτσι λοιπόν ούτε η κατάργηση βαμβακιού με τον τρόπο που προτείνει το Master Plan,με την προχειρότητα, την επιφανειακή προσέγγιση και την παντελή αναφορά στην ΚΑΠ, ούτε όμως επιστροφή – πολύ περισσότερο με ενίσχυση – του μοντέλου που μας έφερε ως εδώ (βαμβάκι 2,8 εκ.στρ, ενώ το 2019 ήταν 861 χιλστρ, και το 2023 750 χιλ.στρ), Αχελώος κ.λπ) αντιμετωπίζει το Θεσσαλικό ζήτημα μετά τις πλημμύρες. Απαιτούνται, σοβαρή προσπάθεια και αναλυτική μελέτη, (7), γνώση της γεωργικής πραγματικότητας (8) στρατηγικές επιλογές,  εμπλοκή του επιστημονικού δυναμικού της χώρας και ιδιαίτερα του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας και τέλος απαιτείται μεγάλη συζήτηση και διαβούλευση με το σύνολο των γεωργών και των κατοίκων της Θεσσαλίας, ώστε να γίνουν αποδεκτές από τουςγεωργούς και να υιοθετηθούν στο εφαρμοζόμενο καλλιεργητικό σύστημα τους….Η ΝΕΑ ΑΡΙΣΤΕΡΑ εργάζεται πάνω σε αυτή την προοπτική.

9. Τέλος αξίζει συνοπτικά να αναφέρουμε ότι η Θεσσαλία είναι το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα έλλειψης υδατικής πολιτικής στη χώρα μας, με εντονότατα τα σημάδια της λειψυδρίας λόγω των επί σειρά ετών ελλειμματικών υδατικών ισοζυγίων. Ο θεσσαλικός κάμπος υφίσταται σήμερα τις συνέπειες της μακροχρόνιας επιθετικής πολιτικής, που ακολουθήθηκε μέχρι σήμερα στον τομέα της γεωργίας, όπου τα συνεχόμενα αρνητικά υδατικά ισοζύγια έχουν οδηγήσει στην εξάντληση, εκτός των ανανεώσιμων, και μεγάλου μέρους των μόνιμων υδατικών αποθεμάτων. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα: α) τη μειωμένη απορροή του Πηνειού και την πτώση της κάτω από το οικολογικό όριο πλέον ετησίως με την αντίστοιχη ποιοτική υποβάθμιση των νερών του που εντείνεται με την νιτρορύπανση, β) τη σημαντική πτώση της στάθμης των υδροφόρων οριζόντων, ιδιαίτερα στον ανατολικό υδροφορέα (Κάρλας) λόγω της υπεράντλησης που οδηγούν –πέραν των άλλων – και σε καθιζήσεις και σε εδαφικές ρωγμές, γ) την υφαλμύρινση που προχωράει σε εκτεταμένο μέτωπο στην Ανατολική Θεσσαλία, από Ριζόμυλο προς Λάρισα και στις πεδιάδες του Αλμυρού και του Βόλου. Επομένως, η περιβαλλοντική υποβάθμιση της περιοχής και ειδικότερα η κάκιστη εικόνα των δύο υδροφορέων (Ανατολικού-Δυτικού, με έμφαση στον Ανατολικό, της λεκάνης της Κάρλας) με τις τεράστιες πτώσεις στάθμης, είναι γνωστή εδώ και πολλά χρόνια. Η διαχείριση των υδατικών πόρων στη Θεσσαλία απαιτεί τον συνυπολογισμό πολλών παραγόντων και συνιστωσών, και πρέπει να συμπεριλάβει τεχνικές, περιβαλλοντικές, οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές παραμέτρους, εντός του ενιαίου πλαισίου μελέτης, πολλές εκ των οποίων απουσιάζουν από το συγκεκριμένο Master Plan.(9)

Είναι όμως σίγουρο ότι το Master Plan λειτουργεί ως λαγός και άλλοθι Κυβερνητικών αποφάσεων που έχουν ήδη ληφθεί και η εντολή της Κυβέρνησης στην Ολλανδική Εταιρία δεν ήταν να γίνει ένα ουσιαστικό Master Plan αλλά να επιχειρηματολογηθούν και να υποστηριχτούν οι τρείς στρατηγικές αποφάσεις – ζητήματα αιχμής- της Κυβέρνησης. Είναι αξιοσημείωτο ότι κανένας επιστήμονας δεν υπογράφει το Master Planκαι καμία Ομάδα μελέτης δεν αναγράφεται.!!! Μόνο έτσι δικαιολογείται η απόφαση ανάθεσης του MasterPlan στην Ολλανδική Εταιρία και όχι σε Έλληνες επιστήμονες ή στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας και στα άλλα σχετικά Πανεπιστήμια που έχουν ήδη δημοσιεύσει προτάσεις και μελέτες σχετικές με τη Θεσσαλία.

10. Τι να κάνουμε; Προαπαιτούμενο για τη συζήτηση του «τι να κάνουμε» για την Θεσσαλία (10), είναι η συζήτηση περί μεθόδου και η αλλαγή προσέγγισης στον σχεδιασμό πολιτικών. Η αντίληψη της νεοφιλελεύθερης Δεξιάς δεν αναγνωρίζει την πολυκρίση ως τέτοια – δηλαδή ως συνολική αποτυχία του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής σε συνθήκες παγκοσμιοποίησης και κυριαρχίας του χρηματιστηριακού κεφαλαίου, να προστατεύσει τη φύση και τον άνθρωπο – παρά μόνο ως συγκυριακές και κατά περίπτωση αναγκαίες αρνητικές επιπτώσεις της «τεχνολογικής προόδου» που οφείλει να αντιμετωπίσει με πολιτικές αναπαραγωγής του ισχύοντος καθεστώτος ρύθμισης και όχι στρατηγικής επίλυσης των προβλημάτων. Ο μεθοδολογικός κατακερματισμός των προβλημάτων ως δήθεν ασύνδετων παραμέτρων οδηγεί αφενός μεν στην εξατομικευμένη αντιμετώπιση και αφετέρου – δυστυχώς – στην απόλυτη κυριαρχία της Δεξιάς παγκοσμίως αλλά και στη χώρα μας. Επί παραδείγματι, στη Θεσσαλία η αντιμετώπιση των φυσικών καταστροφών ως κάτι συγκυριακό οδηγεί στην μερική εξατομικευμένη αποζημίωση των πληγέντων χωρίς καμία μέριμνα είτε στο επίπεδο του σχεδιασμού πολύ περισσότερο στο επίπεδο της υλοποίησης, υποδομών ανθεκτικότητας και μείωσης της ευαλωτότητας των τοπικών οικοσυστημάτων. Η Νέα Αριστερά δεν εισέρχεται στη συζήτηση με όρους αξιολογησης του ύψους των αποζημιώσεων ή καθυστερήσεων των πληρωμών, αξιολόγησης μεμονωμένων έργων κλπ, ενώ απουσιάζει ένα συνολικό σχέδιο. Όχι διότι δεν τα θεωρούμε σημαντικά, το αντίθετο, αλλά επειδή αποσπασματικά μέτρα δεν μπορούν να δώσουν λύση σε ένα σύνθετο ζήτημα, όπως αυτό. Η Νέα Αριστερά, με δεδομένο ότι οι επιπτώσεις των έντονα καιρικά φαινομένων πλήττουν ιδιαιτέρως τις οικονομικά ασθενέστερες τάξεις της κοινωνίας μας, τάξεις που θέλει να εκπροσωπήσει, οφείλει αφενός να αλλάξει τον παραδοσιακό τρόπο αντίληψης της πολιτικής και να προσεγγίσει, όχι μεμονωμένα την κλιματική κρίση αλλά την πολυκρίση ως ενιαίο σύστημα αιτιών και επιπτώσεων και να απαντήσει με ολιστικά και στρατηγικά σχέδια πολιτικών που να επικεντρώνονται τόσο σε άμεσα μέτρα πολιτικής όσο μακροπρόθεσμα αλλά κυρίως σε στρατηγικά πλαίσια πολιτικών.  

Στα άμεσα μέτρα πολιτικής συγκαταλέγονται ασφαλώς οι αποζημιώσεις και οι ενισχύσεις για να μπορέσουν οι πληγέντες πληθυσμοί να ξαναμπούν σε μια κανονικότητα και οι αγροτικές δραστηριότητες να επανέλθουν. Στα μεσοπρόθεσμα μέτρα πολιτικής συγκαταλέγονται η διερεύνηση της ευαλωτότητας και η θωράκιση με υποδομές για να καταστούν ανθεκτικά τα τοπικά οικοσυστήματα παράλληλα με τον σχεδιασμό και την σταδιακή δρομολόγηση του νέου παραγωγικού και καταναλωτικού υποδείγματος ανά περιοχή με τρόπο συμμετοχικό και δημοκρατικό..

Στα στρατηγικά πλαίσια πολιτικής συγκαταλέγονται η παραγωγική ανασυγκρότηση των περιοχών, η δημιουργία νέων θεσμών έγκαιρης διάγνωσης, παρακολούθησης και προστασίας των τοπικών οικοσυστημάτων σε σχέση με την βιωσιμότητά, την ευαλωτότητα και την ανθεκτικότητα στις φυσικές καταστροφές σε συνδυασμό με τα ακαδημαϊκά και ερευνητικά μας ινστιτούτα, η διαχείριση της ζήτησης του νερού και η βέλτιστη διαχείριση μέσω αξιοποίησης των βέλτιστων διαθέσιμων τεχνικών, η μείωση του ενεργειακού κόστους μέσω των ΑΠΕ (π.χ. ενεργειακός συμψηφισμός) και η καταπολέμηση της ενεργειακής φτώχειας,, η κοινωνική προστασία και η επένδυση στην παιδεία και την υγεία η αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης και των νέων τεχνολογιών και εργαλείων, η επένδυση στον άνθρωπο με διευκόλυνση της συμμετοχής των πολιτών, διαβούλευση και ανάδραση. Ταυτόχρονα, απαιτείται η ενίσχυση των ικανοτήτων του δημοσίου (υποδομές, προσωπικό, τεχνολογία), στον αντίποδα της υφιστάμενης κατάστασης. Ένας δημόσιος τομέας ικανός να σχεδιάζει και να διαβουλεύεται, να τηρεί αρχεία και να λειτουργεί με όρους διαφάνειας, σύμμαχος και όχι εχθρός του πολίτη, αλλά και η μετατροπή της τεχνικής νοημοσύνης σε συλλογική νοημοσύνη, κάτι που επιτυγχάνεται μέσα από την συνεχή διαβούλευση, τη συμμετοχή των πολιτών στον δημοκρατικό σχεδιασμό.

Απέναντι σε μια φιλελεύθερη Δεξιά και μια ανερχόμενη ακροδεξιά που θρέφονται και αναπαράγουν την πολυκρίση όπως π.χ. η διαχείριση των μαζικών προσφυγικών μετακινήσεων με ιδεολογικούς όρους, με στόχο την παραγωγή του φόβου και τον έμφυλο και φυλετικό διαχωρισμό των σωμάτων και της εργατικής δύναμης την οποία φέρουν και όχι ως ένα κοινωνικό ζήτημα αποτέλεσμα της πολυκρίσης, η Αριστερά οφείλει, με βάση το αξιακό της πλαίσιο, να διευρύνει τους ορίζοντες και να αναλύσει με νέες προσεγγίσεις τα χαρακτηριστικά της πολυκρίσης με στόχο η χάραξη νέας Στρατηγικής αντιμετώπισης και υπέρβασης να καθοδηγεί την πολιτικής της παρέμβαση.

Η αντιμετώπιση των προβλημάτων της πολυκρίσης προϋποθέτει νέες προσεγγίσεις, νέα εργαλεία νέες στρατηγικές και νέες πολιτικές. Το κύριο ζήτημα για τη χώρα μας είναι το ίδιο το αναπτυξιακό υπόδειγμα που θα πρέπει να ανασχεδιαστεί στο πλαίσιο αυτών των νέων δεδομένων της πολυκρίσης. Η σοβαρότητα της κρίσης του ελληνικού καπιταλιστικού καθεστώτος, σε συνδυασμό με τις διεθνείς οικονομικές εξελίξεις, και την ένταξη πλέον στην εποχή της πολυκρίσης, απαιτούν το συνδυασμό της λήψης ορθολογικών αποφάσεων, με την υποστήριξη επιστημονικών αναλύσεων, σε πολλαπλά επίπεδα ταυτοχρόνως, αλλά και της άμεσης εμπλοκής των ενδιαφερομένων, των εργαζομένων, των επιχειρηματιών και των κατοίκων στην επεξεργασία και υλοποίηση αυτών των αποφάσεων.

+1.Σε αυτό το πλαίσιο η ΝΕΑ ΑΡΙΣΤΕΡΑ συγκρότησε την ΟΜΑΔΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ για την ΘΕΣΣΑΛΙΑ και σύντομα θα παρουσιάσει τοΠΟΛΙΤΙΚΟ ΣΧΕΔΙΟ ανασυγκρότησης της  ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ μετά τις πλημμύρες

1. Ο κ. Μητσοτάκης λίγες μόνο μέρες μετά τις καταστροφές από τη ΔΕΘ δήλωνε: Με απόφασή μου συγκροτείται άμεσαοργανισμός διαχείρισης υδάτων Θεσσαλίας υπαγόμενος στα υπουργεία υποδομών και Περιβάλλοντος. Σκοπός τους θα είναι ο κεντρικός σχεδιασμός σημαντικών αντιπλημμυρικών έργων καθώς και μόνιμες λύσεις στον τομέα της άρδευσης

2. Αξίζει να σημειωθεί ότι τα εξαγγελθέντα έργα ΣΔΙΤ είχαν ως αποτέλεσμα την εγκληματική καθυστέρηση δημοπράτησης των Εγγειοβελτιωτικών ΠΑΑ ύψους 460 εκ. περίπου με αποκλειστική κοινοτική χρηματοδότηση. Αρκετά δεν έχουν ακόμα δημοπρατηθεί 5 χρόνια μετά.

3.Ο κ.Αυγενάκης δήλωσε πρόσφατα (11.4.24) ότι θα οι φορείς διαχείρισης υδάτων σε όλες τις λεκάνες απορροής θα λειτουργήσουν μέσα στον επόμενο ενάμιση χρόνο και οι επενδύσεις τους θα συνδεθούν με τις επενδύσεις στο Εθνικό Αρδευτικό Δίκτυο μέσω ΣΔΙΤ (

https://www.minagric.gr/xrisimewplirofories-2/978-ydor2-0-210823)

4.Οι περιβαλλοντικές οργανώσεις θεωρούν ότι υπάρχουν σοβαρότατες διαστάσεις αντισυνταγματικότητας, ίσως μάλιστα και εναντίωσης προς το δίκαιο της ΕΕ, καθώς προτείνεται ο νέος οργανισμός να είναι αρμόδιος για την εφαρμογή των οδηγιών για τα ύδατα και για τις πλημμύρες

5. Αξίζει να αναφερθεί ότι το Master Plan προτείνει, τα έργα να ξεκινήσουν το 2028, αφήνοντας ανοχύρωτη έως τότε τη Θεσσαλία: προβλέπει έργα 280 εκ. ευρώ που ξεκινάνε το 2028 έως το 2034. Από το 2034 προβλέπουν έργα 1,6 δις μέχρι το 2039 και μέχρι το 2043 έργα 1 δις ευρώ (από τη διαβούλευση). 

6. https://rb.gy/1dfgec

7.Αναλυτικά βλ. άρθρο Χρ. Τσαντήλα και παρέμβαση 15 Πανεπιστημιακών της Γεωπονικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας

8. Σημειώνεται ότι: α) Το βαμβάκι έχει ειδικό καθεστώς στην ΚΑΠ με ετήσια ενίσχυση 185 εκ/έτος για την χώρα και η Θεσσαλία καλύπτει το 35% περίπου των καλλιεργούμενων εκτάσεων, β) Σε 6 χρόνια, με βάση όσα αναφέρονται, δεν είναι εφικτή η αναδιάρθρωση, ακόμα και αν συμφωνούσε κανείς επί της αρχής

9. Η παραπομπή της Ελλάδας : Μόλις πριν μερικές μέρες (15 Μαρτίου 2024), η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποφάσισε, μετά από επανειλημμένες σχετικές προειδοποιήσεις, να παραπέμψει τη χώρα μας για παραβίαση των δυο οδηγιών που σχετίζονται άμεσα με την υπό σχολιασμό μελέτη της εταιρείας HVA: την οδηγία 2007/60/ΕΚ για τη διαχείριση του κινδύνου πλημμυρών και την οδηγία 2000/60/ΕΕ “Πλαίσιο κοινοτικής δράσης στον τομέα της πολιτικής των υδάτων”.

10. Για μία πρόταση στρατηγικού χαρακτήρα δες τε: https://www.epohi.gr/article/48006/haralampos-kasimhs-krisimes-h-ektash-h-tahythta-kai-h-poiothta-ths- sthrixhs?fbclid=IwAR1fMMfsSzL7L_DWx2yJ7YbN065QV4kZc3da8CJmzQBJviqV1vaf6aoapd0

+ 1. Τέλος, για να απατηθεί ο ισχυρισμός ότι πριν τις πλημύρες και το Master Plan, δεν υπήρχαν σχετικές μελέτες και προτάσεις, αξίζει να αναφέρουμε τη μεγάλη κινητοποίηση για δύο χρόνια (2005-2007) του συνόλου της αυτοδιοίκησης της Θεσσαλίας και του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας στην επεξεργασία και διεκδίκηση με εμπεριστατωμένες μελέτες – δωρεάν και εθελοντικά από τους συμμετέχοντες επιστήμονες , αρκετοί από αυτούς και αυτές είναι μέλη της παρούσας Ομάδας Εργασίας – με τίτλο «ΠΗΝΕΙΟΣ – ΟΙΚΟΣΥΣΤΗΜΑ ΚΑΙΝΟΤΟΜΙΑΣ». Η περίληψη θα σας σταλεί για την Βιβλιοθήκη σας.

roz-panthiras-adv1
χαλβάς Γούναρης

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *