Το περιστατικό σε Γυμνάσιο της Αθήνας το οποίο και οδήγησε σε τραυματισμό μαθητή αλλά και του Διευθυντή του σχολείου ηχεί με τρόπο πρωτόγνωρο και εκκωφαντικό. Διαμορφώνεται αναπόδραστη η ανάγκη να σχεδιαστούν και να γίνουν πράξη οι δημόσιες πολιτικές που θα οδηγήσουν στην αποτελεσματική αντιμετώπιση του φαινομένου της νεανικής παραβατικότητας αλλά και της βίας ή του εκφοβισμού που διαχέεται στο πεδίο της εκπαιδευτικής πραγματικότητας.
Το 8μηνο κλείσιμο των σχολείων κατά την πανδημία, λόγω της άρνησης της κυβέρνησης να λάβει ουσιαστικά μέτρα για την ασφαλή λειτουργία των σχολείων, που επέφερε την αποκοινωνικοποίηση των παιδιών,
η μη αντιμετώπιση των ψυχοκοινωνικών συνεπειών της καραντίνας και των μαθησιακών κενών, η αντιπαιδαγωγική εκπαιδευτική πολιτική που έχει μετατρέψει τα σχολεία σε εξεταστική ανταγωνιστική αρένα διαλύοντας το συνεργατικό παιδαγωγικό κλίμα, αλλά και η γενικότερη κυβερνητική πολιτική που αύξησε τη φτώχεια και την ανεργία και διέλυσε την κοινωνική συνοχή και την εμπιστοσύνη στους θεσμούς είναι οι βασικές αιτίες της τρομακτικής αύξησης της βίας.
Η ΟΛΜΕ είχε εγκαίρως προβλέψει και προειδοποιήσει το υπουργείο Παιδείας για την έξαρση βίας, είχε καταθέσει υπόμνημα με συγκεκριμένες προτάσεις και είχε ζητήσει επανειλημμένως συναντήσεις με την πολιτική ηγεσία του ΥΠΑΙΘΑ εδώ και τέσσερα χρόνια. Ούτε η κα Κεραμέως, ούτε ο κ. Πιερρακάκης δέχτηκαν να συναντήσουν την ΟΛΜΕ και να συζητήσουν τις προτάσεις μας.
Η κατάσταση πια στα σχολεία είναι οριακή και οι συναδέλφισσεςκαι οι συνάδελφοι νιώθουν ουσιαστικά απροστάτευτοι/ες και αβοήθητοι/ες και βρίσκονται αντιμέτωποι/ες με ένα ευρύ πλέγμα συμπεριφορών που λειτουργούν υπονομευτικά για την ασφάλεια και την ηρεμία της σχολικής κοινότητας. Είναι αυτή η αίσθηση εγκατάλειψης και αδιαφορίας που συνοδεύεται από τη βεβαιότητα ότι για κάθε τι που θα συμβεί υπεύθυνος/η θα θεωρηθεί ο/η εκπαιδευτικός
Η λήψη μέτρων αποτελεί μια ανάγκη επείγουσα και άμεση. Και πρέπει να συμπληρώσει μια προσπάθεια διαλόγου που οφείλουμε να ξεκινήσουμε άμεσα με τη συμμετοχή όλων των παραγόντων της εκπαιδευτικής κοινότητας ώστε η κατάθεση προτάσεων να οδηγήσει στην εκπόνηση πολιτικών που θα απαντήσουν με επάρκεια.
Η εξάλειψη της βίας όμως κυρίως προϋποθέτει τη λήψη σοβαρών, σταθερών και μακροπρόθεσμων μέτρων και όχι τακτικές επικοινωνιακής πολιτικής. Απαιτείται άμεσα:
Η Πολιτεία οφείλει να στηρίξει τους/τις εκπαιδευτικούς και να καλύψει τα ελλείμματα με τρόπο αποφασιστικό. Ο σχεδιασμός δεν μπορεί να περιορίζεται σε μια θεώρηση ότι η λύση των προβλημάτων θα προκύψει κυρίαρχα από την καταγραφή περιστατικών σε μια ηλεκτρονική πλατφόρμα. Είναι ο άνθρωπος που θα δώσει την απάντηση και η χάραξη ενός οδικού χάρτη που θα ξανακάνει το σχολείο ανθρώπινο η αναγκαία προϋπόθεση.
Για αυτό το λόγο η απάντηση είναι ένα σχολείο που δεν θα λειτουργεί βασισμένο σε ένα άξονα άκαμπτης γραφειοκρατίας, αυστηρού διοικητισμού, μηχανιστικής γνώσης και προσήλωσης σε μια συνεχή διαδικασία εξετάσεων.
Χρειαζόμαστε ένα σχολείο που θα διαπαιδαγωγεί και θα λειτουργεί ως όχημα κοινωνικοποίησης. Και για να έχουμε αυτό το σχολείο πρέπει να ιεραρχήσουμε από την αρχή αξίες και προτεραιότητες και αυτό να αποτυπωθεί στα αναλυτικά προγράμματα σπουδών, στην καθημερινή λειτουργία του σχολείου, στην ουσιαστική υποστήριξη μαθητριών και μαθητών, εκπαιδευτικών και οικογενειών.
Τα ζητήματα της βίας και του εκφοβισμού που απαντώνται στο πεδίο της εκπαίδευσης δεν είναι αποκομμένα από την κοινωνική πραγματικότητα. Διαχέονται στο σχολείο και επιδρούν καταλυτικά στη λειτουργία του.
Είναι όμως απόλυτη ανάγκη να δώσουμε τη μάχη για ένα άλλο σχολείο με κέντρο τον άνθρωπο γιατί έτσι θα κερδίσουμε τη μάχη για μια άλλη κοινωνία όπου η βία δεν θα αποτελεί επιλογή και ο άνθρωπος θα είναι η απάντηση όποιο και εάν είναι το ερώτημα.
