8/9/2026
ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ
«Άλλος εξαγγέλλει, άλλος πληρώνει – οι μικρές επιχειρήσεις ξανά στο ταμείο»
Το Σωματείο Μηχανοσιδηρουργών και Αλουμινοκατασκευαστών Νομού Τρικάλων εκφράζει την έντονη απογοήτευση και διαμαρτυρία του για τις εξαγγελίες του Πρωθυπουργού κ. Κυριάκου Μητσοτάκη στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης.
Ακούσαμε για παροχές, αυξήσεις, φορολογικές ελαφρύνσεις και μέτρα στήριξης πολλών κοινωνικών ομάδων.
Για τη μικρή όμως επιχείρηση, για το μικρό εργαστήριο, για τον βιοτέχνη και τον επαγγελματία που απασχολεί 2, 5 ή 10 εργαζόμενους, ακούσαμε για ακόμη μία φορά ελάχιστα.
Και όμως, οι πολύ μικρές επιχειρήσεις αποτελούν περίπου το 95% των επιχειρήσεων της χώρας.
Δεν είμαστε λοιπόν μια μικρή μειοψηφία που ζητά ειδική μεταχείριση.
Είμαστε η βάση της ελληνικής οικονομίας.
Για ακόμη μία χρονιά, η κυβέρνηση εξαγγέλλει αυξήσεις στον κατώτατο μισθό.
Εμείς δεν είμαστε αντίθετοι στις αυξήσεις των μισθών. Θέλουμε οι εργαζόμενοί μας να αμείβονται καλύτερα, γιατί γνωρίζουμε πολύ καλά πόσο έχει αυξηθεί το κόστος ζωής.
Αλλά ας σταματήσει επιτέλους να παρουσιάζεται ως κυβερνητική παροχή κάτι που πληρώνει κάποιος άλλος.
Την αύξηση του μισθού δεν την πληρώνει το κράτος.
Την πληρώνει η επιχείρηση.
Την πληρώνει με αυξημένο μισθολογικό κόστος.
Την πληρώνει με ασφαλιστικές εισφορές.
Την πληρώνει με τριετίες, επιδόματα και συνολικές εργοδοτικές επιβαρύνσεις.
Και όλα αυτά συμβαίνουν όταν η ίδια επιχείρηση πληρώνει ταυτόχρονα:
• πετρέλαιο κίνησης γύρω ή και πάνω από τα 2 ευρώ το λίτρο,
• πανάκριβη ηλεκτρική ενέργεια,
• αυξημένες πρώτες ύλες,
• αυξημένες μεταφορές,
• τραπεζικές χρεώσεις,
• λογιστικά και ψηφιακά κόστη,
• φόρους και ασφαλιστικές υποχρεώσεις.
Και μπροστά μας έχουμε έναν ακόμη χειμώνα με μεγάλη αβεβαιότητα στις τιμές του ηλεκτρικού ρεύματος, του φυσικού αερίου και της θέρμανσης.
Πόσο ακόμη πιστεύει η Πολιτεία ότι μπορεί να αντέξει μια μικρή επιχείρηση;
Ακούσαμε επίσης για την κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος.
Ας είμαστε σοβαροί.
Το τέλος επιτηδεύματος επιβλήθηκε ως έκτακτο μέτρο μέσα στα χρόνια των μνημονίων.
Η κατάργησή του δεκαπέντε χρόνια αργότερα δεν μπορεί να παρουσιάζεται ως μεγάλη παροχή προς τον επιχειρηματικό κόσμο.
Το να σταματάς επιτέλους μια άδικη επιβάρυνση δεν είναι δώρο. Είναι το αυτονόητο.
Ακούσαμε για μειώσεις στην προκαταβολή φόρου.
Όμως και εκεί οι μειώσεις είναι περιορισμένες ή μετατίθενται σε βάθος χρόνου, την ώρα που οι επιχειρήσεις χρειάζονται ρευστότητα σήμερα.
Ακούσαμε επίσης στο παρελθόν κυβερνητικές εξαγγελίες για μείωση του ΦΠΑ, οι οποίες τελικά δεν υλοποιήθηκαν ούτε καν ως ουσιαστική συζήτηση. Την ίδια ώρα, πληρώνουμε έναν από τους υψηλότερους συντελεστές ΦΠΑ στην Ευρώπη, γεγονός που επιβαρύνει άμεσα την κατανάλωση, τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά.
Ακούσαμε για χρηματοδοτικά εργαλεία και Αναπτυξιακή Τράπεζα.
Οι μικρές επιχειρήσεις όμως γνωρίζουν πολύ καλά τι συμβαίνει κάθε φορά που ακούν τη λέξη «χρηματοδότηση»:
στη θεωρία υπάρχουν διαθέσιμα δισεκατομμύρια.
Στην πράξη, όταν η μικρή επιχείρηση χτυπήσει την πόρτα της τράπεζας, πολύ συχνά μαθαίνει ότι δεν είναι αρκετά «τραπεζικά επιλέξιμη» για να χρηματοδοτηθεί.
Δεν ζητάμε άλλη θεωρητική στήριξη.
Ζητάμε στήριξη που να φτάνει στο ταμείο της επιχείρησης.
Το ίδιο πρέπει επιτέλους να συμβεί και με τις οφειλές προς το Δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία.
Χιλιάδες μικρές επιχειρήσεις κουβαλούν χρέη που δημιουργήθηκαν μέσα σε διαδοχικές κρίσεις και τα οποία, με τόκους και προσαυξήσεις, διογκώνονται αντί να γίνονται πραγματικά διαχειρίσιμα.
Δεν μπορεί η μόνη επιλογή να είναι είτε μια ρύθμιση με δόση που η επιχείρηση αδυνατεί να εξυπηρετήσει είτε η απώλεια της ρύθμισης και η επιστροφή σε ένα χρέος που συνεχώς μεγαλώνει.
Χρειάζεται μόνιμη δυνατότητα ρύθμισης 120 έως 240 δόσεων προς το Δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία, με ρεαλιστικά κριτήρια και δόσεις προσαρμοσμένες στην πραγματική οικονομική δυνατότητα κάθε επιχείρησης.
Παράλληλα, απαιτείται ουσιαστική επαναξιολόγηση του εξωδικαστικού μηχανισμού.
Δεν μπορεί μια διαδικασία που υποτίθεται ότι δημιουργήθηκε για να δώσει δεύτερη ευκαιρία σε επιχειρήσεις και επαγγελματίες να καταλήγει, σε περιπτώσεις μακροχρόνιων ρυθμίσεων, σε σημαντική επιβάρυνση ενός χρέους στο οποίο έχουν ήδη ενσωματωθεί τόκοι και προσαυξήσεις.
Όταν πάνω σε μια οφειλή που έχει ήδη επιβαρυνθεί επί χρόνια προστίθεται νέο χρηματοοικονομικό κόστος για άλλα 15 ή 20 χρόνια, πρέπει να εξετάσουμε σοβαρά αν μιλάμε για πραγματική «ρύθμιση» ή απλώς για μεταφορά και διόγκωση του προβλήματος στο μέλλον.
Η δεύτερη ευκαιρία πρέπει να είναι πραγματικά δεύτερη ευκαιρία και όχι ισόβια οικονομική ομηρία.
Οι μεγάλες επιχειρήσεις έχουν πρόσβαση σε φθηνότερο δανεισμό, οικονομίες κλίμακας, μεγαλύτερη διαπραγματευτική δύναμη, οργανωμένα οικονομικά τμήματα και περισσότερες δυνατότητες αξιοποίησης αναπτυξιακών εργαλείων.
Η μικρή επιχείρηση έχει τον ιδιοκτήτη της.
Τον ίδιο άνθρωπο που το πρωί βρίσκεται στο εργαστήριο, το μεσημέρι κάνει προσφορές, το απόγευμα πληρώνει προμηθευτές και το βράδυ προσπαθεί να καταλάβει πώς θα βγει η μισθοδοσία του επόμενου μήνα.
Αυτός ο άνθρωπος δεν αντέχει άλλο να θεωρείται δεδομένος.
Δεν αντέχει κάθε νέα κυβερνητική εξαγγελία να καταλήγει τελικά σε έναν ακόμη λογαριασμό στο δικό του γραφείο.
Δεν αντέχει να ακούει συνεχώς ότι «η οικονομία πηγαίνει καλά», όταν ο ίδιος βλέπει τη ρευστότητα της επιχείρησής του να μειώνεται.
Δεν αντέχει να του ζητούν συνεχώς να είναι συνεπής προς το κράτος, όταν το ίδιο το κράτος δεν του προσφέρει ένα σταθερό και προβλέψιμο περιβάλλον για να λειτουργήσει.
Καλούμε τους εκπροσώπους του Νομού Τρικάλων –τον Υπουργό κ. Δημήτρη Παπαστεργίου και τους Βουλευτές κ. Κώστα Σκρέκα, κ. Θανάση Λιούτα, κα Κατερίνα Παπακώστα-Παλιούρα και κα Μαρίνα Κοντοτόλη – να μεταφέρουν στην κυβέρνηση τη φωνή των πραγματικών μικρών επιχειρήσεων της Περιφέρειας.
Ζητάμε:
Ουσιαστική μείωση του μη μισθολογικού κόστους.
Μόνιμα μέτρα για το ενεργειακό κόστος των βιοτεχνικών και παραγωγικών επιχειρήσεων.
Πραγματική μείωση της προκαταβολής φόρου και άμεση ενίσχυση της ρευστότητας.
Θέσπιση μόνιμης ρύθμισης 120 έως 240 δόσεων για οφειλές προς το Δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία, με βιώσιμες δόσεις και όρους που να ανταποκρίνονται στην πραγματική δυνατότητα αποπληρωμής των μικρών επιχειρήσεων.
Άμεση επαναξιολόγηση του εξωδικαστικού μηχανισμού, ιδιαίτερα ως προς τον τρόπο υπολογισμού των τόκων και των μακροχρόνιων επιβαρύνσεων, ώστε η ρύθμιση να μην οδηγεί σε νέα υπέρογκη επιβάρυνση χρεών που έχουν ήδη επιβαρυνθεί με τόκους και προσαυξήσεις.
Πραγματική προστασία της πρώτης κατοικίας του μικρού επαγγελματία και επιχειρηματία, με σαφή κοινωνικά και οικονομικά κριτήρια.
Προστασία της επαγγελματικής στέγης και της βασικής παραγωγικής περιουσίας της επιχείρησης, όταν αυτή αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για να συνεχίσει να λειτουργεί, να παράγει και να διατηρεί θέσεις εργασίας.
Πρόσβαση των πολύ μικρών επιχειρήσεων στη χρηματοδότηση χωρίς όρους που στην πράξη τις αποκλείουν.
Μείωση της φορολογικής, ασφαλιστικής και διοικητικής επιβάρυνσης.
Συγκεκριμένη εθνική πολιτική στήριξης της βιοτεχνίας, της ελληνικής παραγωγής και των τεχνικών επαγγελμάτων.
Θέσπιση ακατάσχετου επαγγελματικού λογαριασμού έως ένα εύλογο ποσό, ώστε να διασφαλίζεται η στοιχειώδης λειτουργία της επιχείρησης χωρίς δημοσιονομικό κόστος για το κράτος.
Δίκαιη κατανομή των βαρών, φορολόγηση των υπερκερδών των διυλιστηρίων και των τραπεζών.
Δεν ζητάμε επιδόματα.
Δεν ζητάμε να χαριστούν χρέη.
Δεν ζητάμε προνομιακή μεταχείριση.
Ζητάμε να υπάρχει πραγματική δυνατότητα να πληρώσουμε όσα οφείλουμε χωρίς, στην προσπάθειά μας να σώσουμε την επιχείρησή μας, να κινδυνεύουμε να χάσουμε και το σπίτι μας και τον χώρο από τον οποίο βγάζουμε το ψωμί μας.
Ζητάμε να μπορούμε να δουλέψουμε.
Να μπορούμε να κρατήσουμε τους εργαζομένους μας.
Να μπορούμε να τους πληρώνουμε καλύτερα χωρίς να κινδυνεύουμε να κλείσουμε.
Να μπορούμε να επενδύουμε.
Να μπορούμε να σχεδιάζουμε την επόμενη ημέρα χωρίς να περιμένουμε κάθε Σεπτέμβριο να μάθουμε ποιο καινούργιο κόστος θα κληθούμε να αναλάβουμε.
Η μικρή επιχείρηση άντεξε την οικονομική κρίση, τα μνημόνια, την πανδημία, την ενεργειακή κρίση και τον πληθωρισμό.
Μην εκλαμβάνετε την αντοχή μας ως ανεξάντλητη.
Και κυρίως:
μην παρουσιάζετε ως παροχή της Πολιτείας έναν λογαριασμό που στο τέλος πληρώνουμε εμείς.
Για το Διοικητικό Συμβούλιο
Σωματείο Μηχανοσιδηρουργών και Αλουμινοκατασκευαστών Νομού Τρικάλων

