Το καλοκαίρι πέρασε…
Οι γειτονιές άδειασαν ξανά.
Οι αυλές σώπασαν.
Οι φωνές των παιδιών χάθηκαν στους δρόμους και τα αυτοκίνητα πήραν μαζί τους εκείνους που, για λίγες ημέρες, ξανάδωσαν ζωή στον τόπο.
Η πλατεία που πριν λίγες μέρες έσφυζε από κόσμο, σήμερα μοιάζει να κρατά την ανάσα της.
Τα παγκάκια άδεια.
Τα καφενεία ήσυχα.
Τα σπίτια κλειστά.
Και τότε έρχεται το ερώτημα:
Ποιος έμεινε πίσω;
Ποιος θα ποτίσει τα λουλούδια στα κλειστά σπίτια;
Ποιος θα ανοίξει το πρωί τα παράθυρα για να μπει λίγο φως;
Ποιος θα καθίσει το απόγευμα στο παγκάκι της πλατείας;
Ποιος θα κάνει μια προσευχή στα στασίδια των προγόνων μας;
Η απάντηση είναι απλή και συνάμα συγκλονιστική.
Έμειναν οι φύλακες.
Οι τελευταίοι άγρυπνοι φρουροί των χωριών μας.
Οι παππούδες και οι γιαγιάδες μας.
Εκείνοι που δεν έφυγαν ποτέ.
Εκείνοι που έμαθαν να αγαπούν τον ίδιο δρόμο μια ολόκληρη ζωή.
Εκείνοι που ξέρουν ποιο σπίτι έκλεισε, ποιος έφυγε, ποιος γεννήθηκε και ποιος δεν γύρισε ποτέ.
Σε μια γειτονιά με δεκαπέντε σπίτια, μόλις πέντε μένουν ανοιχτά. Κι αυτά σκόρπια εδώ κι εκεί, σαν μικρές φωτεινές κουκκίδες μέσα στη σιωπή.
Και θα μείνουν ανοιχτά όσο κρατήσει ο καιρός.
Μέχρι να πιάσουν τα πρώτα κρύα.
Και ύστερα… κι αυτά θα κλείσουν.
Και τότε η γειτονιά θα μείνει μόνη.
Κι όμως, όλα αυτά συμβαίνουν σε ένα χωριό που απέχει μόλις δέκα χιλιόμετρα από την πόλη των Τρικάλων.
Αναρωτιέμαι, λοιπόν, τι γίνεται στα χωριά του ορεινού όγκου του νομού μας.
Τι γίνεται εκεί όπου οι αποστάσεις μεγαλώνουν, οι δρόμοι δυσκολεύουν και οι άνθρωποι λιγοστεύουν χρόνο με τον χρόνο.
Ακούμε συχνά πως πρέπει να δώσουμε ζωή στην ελληνική επαρχία.
Πως πρέπει να επιστρέψουν οι νέοι στα χωριά.
Όμορφα λόγια.
Όμως τα χωριά δεν θα ξαναζωντανέψουν με ευχές.
Θα ξαναζωντανέψουν αν στηρίξουμε αυτούς που ήδη επέλεξαν να μείνουν.
Τους νέους ανθρώπους που μεγαλώνουν σήμερα τα παιδιά τους εκεί.
Που εργάζονται, δημιουργούν και ονειρεύονται στον τόπο τους.
Που, αντί να πάρουν τον δρόμο για την πόλη, αποφάσισαν να κρατήσουν ανοιχτό ένα ακόμη σπίτι, μια ακόμη αυλή, μια ακόμη γειτονιά.
Και ίσως το σημαντικότερο απ’ όλα είναι να αλλάξουμε εμείς οι ίδιοι.
Να φύγει από το μυαλό και από το στόμα μας εκείνη η φράση που τόσες γενιές άκουσαν:
«Φύγε, παιδί μου, απ’ το χωριό, να προκόψεις…»
Γιατί κάποτε αυτό θεωρούσαμε προκοπή να φύγει το παιδί.
Σήμερα, όμως, πρέπει να θεωρούμε προκοπή το αντίθετο:
Να μπορεί ένα παιδί να μείνει.
Να μπορεί να ζήσει στον τόπο του.
Να μπορεί να μεγαλώσει τα δικά του παιδιά εκεί όπου μεγάλωσαν οι παππούδες του.
Γιατί ένα χωριό δεν πεθαίνει όταν κλείνει ένα σπίτι.
Πεθαίνει όταν κλείνει και η τελευταία ελπίδα ότι κάποιος θα το ξανανοίξει.
Γι’ αυτό ας κρατήσουμε στην καρδιά μας το καλοκαίρι που μόλις έφυγε.
Τις φωνές των παιδιών στις πλατείες.
Τα γέλια στις αυλές.
Τα φώτα στα σπίτια.
Τα τραπέζια στους δρόμους.
Τις συναντήσεις ανθρώπων που είχαν μήνες ή και χρόνια να ανταμώσουν.
Κι ας ευχηθούμε στους γεροντότερους του χωριού μας κάτι πολύ απλό και πολύτιμο:
Να τους έχει ο Θεός καλά.
Να τους χαρίζει υγεία και πολλά χρόνια ακόμη.
Γιατί όσο υπάρχουν εκείνοι, υπάρχει ακόμη κάποιος να ανοίγει το πρωί την πόρτα.
Κάποιος να ανάβει το φως.
Κάποιος να ποτίζει τα λουλούδια.
Κάποιος να χαιρετά τον περαστικό.
Κάποιος να περιμένει.
Κι ίσως τελικά αυτοί να είναι οι πραγματικοί φύλακες του χωριού μας.
Οι τελευταίοι άγρυπνοι φρουροί ενός τόπου που αρνείται να πεθάνει.
Και χάρη σ’ αυτούς, κάθε καλοκαίρι, έστω και για δέκα ημέρες, τα χωριά μας ξαναγίνονται αυτό που ήταν κάποτε: ζωντανά.
ΠΖ

