ΠΟΣΟ ΚΑΛΑ, ΓΝΩΡΙΖΟΥΜΕ ΤΗ ΖΩΗ ΤΩΝ ΓΟΝΙΩΝ ΜΑΣ;

Παρουσίαση του βιβλίου του Αγαθοκλή Αζέλη

‘‘ΣΤΙΣ ΜΥΛΟΠΕΤΡΕΣ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ’’

Τρίτη 29 Νοεμβρίου 2022 στο Κέντρο Έρευνας – Μουσείο Τσιτσάνη

Αλέξανδρος Χονδρός

 

ΠΟΣΟ ΚΑΛΑ, ΓΝΩΡΙΖΟΥΜΕ ΤΗ ΖΩΗ ΤΩΝ ΓΟΝΙΩΝ ΜΑΣ;

   Πριν από την ηλικία, κατά την οποία η Δεξαμενή της μνήμης αρχίζει και συγκρατεί την συνειδητή ιστορία της ζωής μας, υπάρχει ένα μεγάλο διάστημα στη ζωή των γονιών που παραμένει άγνωστο, διότι απλά, δεν το ζήσαμε μαζί τους.

   Αλλά και η πρώτη περίοδος της οικογενειακής ζωήςείναι φωτισμένη με το φως της παιδικότητάς μας, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την πραγματική εικόνα της.

   Κατά καιρούς, η άγνωστη αυτή περίοδος φωτίζεται με εικόνες και πληροφορίες που προέρχονται από αφηγήσειςτον γονιών αλλά και από τον κοινωνικό περίγυρο τόσοτον συγγενικό όσο και τον ευρύτερο, μέσα στον οποίοκινήθηκε ορατά η ζωή τους.

   Σε κάποιες περιπτώσεις οι ίδιοι οι γονείς αφήνουνγραπτά κειμήλια, περασμένα μέσα από το πολύ προσωπικό φίλτρο της ζωής.

   Είναι στοιχεία αποθηκευμένα στην δεξαμενή της ΑΔΗΛΗΣ ΜΝΗΜΗΣ, στην κιβωτό της ατομικότηταςκαι φυλαγμένα κυρίως στον Ιππόκαμπο, στην εκπληκτικήκαι μυστηριακή αυτή περιοχή του εγκέφαλου μας.

   Ένα τέτοιο, γραπτό κειμήλιο, αξιοθαύμαστο σε κάθε περίπτωση, προσφέρει ο Αγαθοκλής.

   Η έκδηλη ανησυχία του συγγραφέα να μπορεί να θυμάται και να μπορεί να γυρίζει στις ρίζες του, στην παιδικότητά του, την πορεία της ζωής του και της κοινότητας με την οποία την μοιράστηκε, συναντιέται με την ΩΡΙΜΗ πλέον ανάγκη να νοιάζεται και πώς θέλει να τον θυμούνται οι άλλοι.

   Και πάρα το ηλικιακό του πρόωρο, αυτή η ανάγκη δείχνει να παίρνει την μορφή υπαρξιακής αγωνίας.

   Με το πρόσφατο έργο στις μυλόπετρες του Χρόνου ο Αγαθοκλής Αζέλης,

(ο φιλόλογος του Πανεπιστήμιου της Αθήνας,

ο φιλόλογος και διδάκτορας του Πανεπιστήμιου της Βιέννης,

ο εκπαιδευτικός στη Β’ βάθμια εκπαίδευση Τρίκαλων

και νυν διευθυντής σχολικής μονάδας,

ο ιστορικός ερευνητής και συγγραφέας ιστορικώνβοηθημάτων,

ο γνωστός στο Πανελλήνιο ποιητής και τώραπεζογράφος),

δοκιμάζει το ταλέντο και τις ευαισθησίες του, για πρώτηφορά σε, σε ένα ιδιαίτερο λογοτεχνικό είδος με όχηματην ΜΥΘΟΠΛΑΣΙΑ.

   Πρόκειται για μια πεζογραφική φόρμα, στην οποία με σχετικά περιορισμένο αριθμό λέξεων αποδίδεται μια ολοκληρωμένη πλοκή.

   Θα μπορούσε κάνεις να πει μια Αισώπεια πεζογραφικήφόρμα.

   Ή, αν θέλουμε να καταφύγουμε σε μια αναλογικότηταμπορούμε να δανειστούμε, για να την περιγράψουμε, έναν επίσης αρχαίο, ξενικό, φυτοκομικό όρο, τον όρο‘‘ΜΠΟΝΣΑΙ’’.

   Δηλαδή, την Τέχνη να δημιουργείς ένα πλήρες και λειτουργικό δένδρο σε διαστάσεις μινιατούρας.

   Στην δική μας περίσταση, την Τέχνη να πλάθεις την μικρή ιστορία με τόσο εκρηκτικό περιεχόμενο.

   Πόσο ταλέντο, άραγε και πόσο σωρευμένη ψυχική ανάγκη χρειάζεται για να σκαρώσεις 32 λογοτεχνικά μπονσάι;

   32 μικρές ιστορίες απλωμένες στον χρόνο, σε χρόνο παρελθόντα, σε χρόνο 3 γενεών πίσω, 3 γενεών ορεισίβιων ανθρώπων με καταγωγή το μαρτυρικό ορεινό βλαχοχώρι της Μηλιάς.

   Τα 32 αυτά λογοτεχνικά διαμάντια τα αφιερώνει στην οικογένειά του.

   Στην σύζυγο του Ελένη Σπάχου για την μοιρασμένημνήμη και στις κόρες του Μαρία και ΜιχαέλαΕυαγγελία για να γνωρίζουν ό,τι δεν γίνεται να θυμούνται.

   Και όπως ο ίδιος το διατυπώνει:

‘‘με την ελπίδα ότι κάτι θα είχαν να αφηγηθούν στα παιδιά του όταν εκείνος θα έχει βουβαθεί οριστικά, μερικά θραύσματα, έστω, της ιστορικής αναγκαιότηταςπου ξερίζωσε τους προγόνους από το ορεινό τοπίο στο άγριο οικοσύστημα της Αθήνας στην οποία γεννήθηκανκαι μεγάλωσαν’’.

   Στα μάτια των παιδιών αυτής της 4ης γενιάς κατά σειρά, οι ταλαιπωρημένες ζωές και οι περιπέτειες των ορεινών, που κάποια στιγμή στον περασμένο αιώνα των συγκλονιστικών αλλαγών ξεσπιτώθηκαν, μοιάζουν σαν μέσα από παραμύθι.

   Διότι αυτά τα παιδιά είναι καθαροί αστοί, γεννήθηκανστα μαιευτήρια των πόλεων, έχουν στη μεγάλη τους πλειοψηφία εξαιρετικές σπουδές στην 3οβάθμιαεκπαίδευση, μεταπτυχιακές και ενίοτε διδακτορικέςδιατριβές, κατέχουν γνώσεις ξένων γλωσσών, ενώ πιθανόν να ολιγοκαταλαβαίνουν την πατρογονικήβλάχικη διάλεκτο χωρίς ενδεχομένως να την ομιλούν, και επίσης, πολύ πιθανόν, η ορεινή κοινότητα να μην κατέχειστην συνείδηση τους τη θέση της πατρίδας.

   Παρά το γεγονός ότι μπορεί να την επισκέπτονται και ως ταχτικοί παραθεριστές.

   Γιατί πατρίδα δεν είναι απλά και μόνον ένα αγαπημένογεωφυσικό. Είναι κυρίως και καθοριστικά η προβολή της ψυχής, της μνήμης, και του μυαλού πάνω στο συγκεκριμένο γεωφυσικό που το κάνει πατρίδα.

   Με όχημα την μυθοπλασία ο Αγαθοκλής καταφέρνεικαι έρχεται κοντά στο αναγνωστικό ενδιαφέρον αυτήςτης γενιάς. Συνάμα κινείται ελευθέρα και διευρύνει τα όρια του αναγνωστικού ενδιαφέροντος πέρα από τους περιορισμούς ενός καθαρά αυτοβιωματικού έργου.

   Και ποιον δε γοητεύει ο μύθος;

   Είναι όμως και η δυνατή γραφή του Αζέλη που συναρπάζει και καθηλώνει από την πρώτη στιγμή, τα πλούσια εκφραστικά μέσα που διαθέτει, ο τρόπος που διαλέγει και τοποθετεί στο κείμενο τις λέξεις που παρασύρουν τον αναγνώστη σε ένα υπέροχο ταξίδι.

   Και καθώς διαβάζεις το βιβλίο καταλαβαίνεις ότι μια πρώτη ανάγνωση δεν αρκεί.

   Οι έμμεσες πληροφορίες, ο υπαινικτικός λόγος και τα κρυμμένα νοήματα συνθέτουν ένα πολυεπίπεδο οικοδόμημα.

   Και όλα αυτά με την γλαφυρή του πέννα τα κάνειγοητευτικά και ενδιαφέροντα.

   Και είναι γεγονός ότι δεν μπορείς να κλείσεις σε έννοιες τον Αζέλη.

   Σαν ποιητής αλλά και σαν πεζογράφος τώρα, ζει ελεύθερος στον κόσμο που έπλασε και μονίμως θα μας δραπετεύει.

   ΟΜΩΣ μας ανέθεσε να παρουσιάσουμε το βιβλίο του.

   ΔΕΧΤΗΚΑ την τιμή από τον αδελφικό μου φίλο κ.Αζέλη με επίγνωση αλλά και δέος ότι θα σταθώ διπλά στο κύρος, την υψηλή ειδίκευση αλλά και το ταλέντο της εκλεκτής οικογενειακής μας φίλης κας Φανής Μπαλαμώτη.

   Σαν εφόδιο έχω την εγγραματοσύνη μου, σαν αρετήτην φιλία που νοιώθω για τον Αγαθοκλή και συναισθηματικό κίνητρο τον χείμαρρο των συναισθημάτων και το δάκρυ της ψυχής που μου προκαλεί το γεγονός ότι στις ‘‘μυλόπετρες του χρόνου’’ κινήθηκε εντελώς ανάλογα η μετεξέλιξη της Ελληνόφωνης ορεινής μου πατρίδας στην ΠΙΝΔΟ, η ιστορία των προγονών και η προσωπική μου πορεία.

   Πριν απ’ όλα θέλω να διατυπώσω αυτό, που κατά τη γνώμη μου, κάνει το βιβλίο ξεχωριστό.

   Όταν μελετούμε την ιστορία, το κάνουμε με τον γνωστό ακαδημαϊκό τρόπο: Μελετούμε την μεγάληεικόνα της ιστορικής εξέλιξης, από την οποία όμως απουσιάζει ο καθημερινός άνθρωπος, η δραστηριότητακαι ο ψυχισμός του.

   Το εκπληκτικό στις ‘‘μυλόπετρες του Χρόνου’’ είναι ότι μελετώντας τις μικρές ανθρώπινες ιστορίες, με έναν άμεσο τρόπο, μεταφερόμαστε στην μεγάλη εικόνα της ιστορικής εξέλιξης.

   Εάν κάτι τέτοιο ήταν στις προθέσεις του συγγραφέα, σίγουρα το πέτυχε.

   Το βιβλίο βέβαια, δεν είναι προϊόν ‘‘δημιουργικήςγραφής’’. Μέσα από τις ιστορίες των ηρώων του καταφέρνει να συνδέσει στον χωροχρόνο το ατομικό με το συλλογικό, με τρόπο που να προβάλει αβίαστα η διαδρομή της ανθρώπινης μετεξέλιξης κάτω από την επίδραση των ιστορικών κοινωνικών αλλαγών.

   Κάθε μια από τις συγκλονιστικές μικρές ιστορίες είναι και ένα θραύσμα ιστορικής, κοινωνικής και ανθρώπινηςμνήμης.

   Η πολυεπίπεδη γραφή του συγγραφέα περνά από την κοινωνική στιγμή στην ιστορική συγκυρία και από την οικογενειακή ιστορία στο προσωπικό βίωμα, ανεξάρτητααν αυτό αποτελεί μυθοπλαστική εκδοχή ή αυθεντικήπροσωπική μνήμη.

   Καμμιά ιστορία δεν προϋποθέτει την προηγουμένη και δεν απαιτεί την επόμενη, είναι απλά πλήρης και αυτοτελής.

   Όλες όμως αποτελούν θραύσματα του 20ου αιώνα.

   Σαν ειδικός της επιστήμης της ιστορίας ο συγγραφέαςτις τοποθετεί σε μια αλληλουχία με εσωτερική συνοχήκαι χρονική συνέπεια.

   Με σεβασμό στην ιστορικότητα περιλαμβάνει όλες τις ευδιάκριτες ιστορικές περιόδους και κοινωνικές αλλαγέςαπό το 1922 μέχρι το τέλος εποχής όπως το ορίζει ο ίδιοςστην ιστορία με τίτλο ‘‘Η τελευταία βόλτα’’ :

    (Η κα. Βάγγιω) επιστράτευσε την εναλλακτική της στωικότητα με την οποία μετρά το άσκοπο κατά άλλουςπέρασμα του Χρόνου, ο οποίος απεργάζεται με τον τρόποτου το τέλος μιας εποχής ’’.

   Ανασκαλεύοντας και αξιοποιώντας την δύναμηκάποιων φθαρμένων χειρογράφων ο συγγραφέας βουτάστις ιστορίες των ηρώων του και τις αφηγείταιμπολιασμένες με τις όχι πάντα όμορφες μέρες του παρελθόντος με μια γραφή νατουραλιστική, απαλλαγμένη από κάθε τι περιττό.

   Η μεγάλη ιστορική εικόνα μέσα στην οποία κινείται το ανθρώπινο υποκείμενο ανοίγει με το τέλος της Μικρασιατικής εκστρατείας και στέκεται σχεδόν σε όλους τους σημαντικούς σταθμούς μέχρι και μια μεγάληπερίοδο μετά την μεταπολίτευση.

   Οι ταλαιπωρίες, οι απειλές της ζωής και η απώλεια των ισχνών εισοδημάτων από τους ‘‘ληστές των ορέων’’, η προσπάθεια του κράτους να αντιμετωπίσει τον αναλφαβητισμό και πως αυτό υλοποιήθηκε στους βλαχόφωνους πληθυσμούς, το καθεστώς Μεταξά, το Αλβανικό έπος, η γερμανική κατοχή στη διάρκεια της οποίας η Μηλιά κάηκε δυο φορές από τους Γερμανούς, ο εμφύλιος κι ο εκτοπισμός στο Μέτσοβο, το φακέλωμακαι οι διώξεις των ‘‘συνοδοιπόρων’’, η χούντα των συνταγματαρχών και οι διώξεις, η αντίσταση με το κορυφαίο γεγονός την κατάληψη και εξέγερση του Πολυτεχνείου, η επιστράτευση, η κατάρρευση της δικτατορίας και η αποκατάσταση της Δημοκρατίας είναι από τα ιστορικά θραύσματα που φωτίζουν οι ιστορίεςτων ηρώων, οι οποίες επίσης αποκαλύπτουν ηθικούςκώδικες και προκαταλήψεις στην κοινωνική τους ζωή.

   Κοινός παρανομαστής ο ξεριζωμός.

   Οι επί πολλούς αιώνες κάτοικοι της Πίνδου, νικημένοιαπό τις εξελίξεις, νικημένοι από την φτώχεια και τις στερήσεις και κυρίως νικημένοι από την ζοφερή εικόνατου αβέβαιου μέλλοντος στο χωριό, και άλλοι νικημένοιτου εμφυλίου, πήραν τον δρόμο της ξενιτιάς.

   Δεν έλλειψαν βέβαια και οι απόδημοι που άφησαν το χωριό γοητευμένοι από τα καλέσματα των σύγχρονωνσειρήνων του αστικού τρόπου ζωής.

   Όλοι όμως στην αποσκευή του μυαλού και της ψυχήςέκρυβαν την άσβηστη επιθυμία και την ισχυρή υπόσχεσηνα ξαναγυρίσουν.

   Και ξορκίζαν τους δαίμονες της ξενιτιάς με τις δυνατέςαλλά γλυκόπικρες πλέον αναμνήσεις από την προηγουμένη ζωή τους.

   Η ακαταμάχητη επιθυμία για το ‘‘νόστιμον ήμαρ’’ που πολλές φορές φαίνεται να ξεχνιέται, μα πάνταεπανέρχεται στο προσκήνιο, όπως το διατυπώνει ο συγγραφέας,

‘‘ζει σιωπηρά τη δική της ζωή μέσα μας’’

   Οι ξενιτεμένοι, χωρίς να χάσουν την ορεινή τους ταυτότητα διαμορφώνουν με τον καιρό και την αστική. Σαυτό παίζουν τον ρόλο τους η ταξική μεταγραφή, η κυρίαρχη ιδεολογία και ο αστικός τρόπος ζωής, η πνευματική τους εξέλιξη, η πολιτισμική ώσμωση και αργότερα η επίδραση των μέσων επηρεασμού της κοινήςγνώμης, η συμμετοχή τους σε κοινωνικά και πολιτικάδρώμενα κ.λπ.

  Τη μοίρα του ξεριζωμού ακολουθούν και οι ήρωες του βιβλίου.

   Είναι ορεσίβιοι κάτοικοι στο Βλαχοχώρι της Μηλιάς. Απόγονοι πιθανόν των σκληροτράχηλων Μολοσσών της Τυμφαίας χώρας που στρατολογήσαν οι Ρωμαίοι για να φυλάγουν και να κρατούν ανοιχτό το σπουδαίο πέρασματου Ζυγού.

   Στα χρόνια των Οθωμανών το χωριό αποτέλεσε σταθμόγια τη μεταφορά των φόρων από το πασαλίκι των Ιωαννίνων στην Πόλη και απολάμβανε ιδιαίτερηςμεταχείρισης.

   Δέκα χρόνια μετά την απελευθέρωση από τον οθωμανικό ζυγό στα 1912, απέδειξαν την βαθιάΕλληνική εθνική τους συνείδηση μετέχοντας στην εκστρατεία του ΄22, όπως φαίνεται στο πρώτο διήγημαμε τίτλο ‘‘αλέθοντας Μυλόπετρες’’.

   Ομιλούν μια νεολατινική διαλεκτό με πολλές ελληνικέςλεξιλογικές προσμίξεις και κάποιοι χειρίζονται και την Ελληνική.

   Η πρωτοπόρα για την εποχή της πολιτική του Ελληνικού κράτους για την εξάλειψη του αναλφαβητισμού τους έστειλε στο σχολείο.

   Η Λένω, εμβληματική φιγούρα του βιβλίου αν και πήγεαναγκαστικά μάλλον αρνήθηκε να μάθει την επίσημηγλώσσα και η Βάγγιω, μια άλλη δυναμική αγωνίστριατης ζωής έμαθε ‘‘μισά γράμματα’’.

   Στα 7 της την διέκοψαν από το σχολείο καθώς η φτώχεια της οικογένειας την έστειλε στα Τρίκαλα σαν παρακόρη και λίγο αργότερα ο πατέρας που δεν ήθελε η κόρη του να μάθει να γράφει ραβασάκια, την έστειλε, πάλι δουλικό σε μια συγγενή στην Αθηνά. Τα ‘‘μισάγράμματα’’ τα έμαθε από τα παιδιά που φρόντιζε.

   Ο ζωηρός μονόγλωσσος βλαχάκος που μεγαλώνει με την μονόγλωσση γιαγιά στο χωριό, καθώς οι γονείςοικονομικοί μετανάστες στην προδικτατορική Αθήναπάσχιζαν να κρατήσουν την οικογένεια όρθια, ασφυκτιούσε στο μαντρωμένο σχολείο εκμάθησης της Ελληνικής προκειμένου να ενταχθεί κανονικά στη Α’ Δημοτικού. Με μόνη του έγνοια, την εικόνα του βουνού, νοσταλγούσε το χωριό της ανέμελης παιδικής του ζωής.

   Τον συναντούμε και σε άλλες μικρές ιστορίεςαργότερα, στα σχολεία και το πανεπιστήμιο της Αθήνας, τουλάχιστον 3γλωσσο με σπουδές στο εξωτερικό και χρήστη του διαδικτύου.

   Οι ήρωες του βιβλίου καθόριζαν τη ζωή τους με βάσηαφενός μεν έναν άγραφο, άτεγκτο ηθικό κώδικα που εξασφάλιζε την συνοχή της κοινότητας και αφετέρουσύμφωνα με τα νάματα του Ορθόδοξου Χριστιανικούδόγματος και τις ζωντανές ακόμη παγανιστικές δοξασίες.

   Σταχυολογώντας κάποιες διάσπαρτες και συγκλονιστικές τέτοιες περιπτώσεις, έχουμε την Λένω να παντρεύεται αναγκαστικά τον κουνιάδο αφού ο αρραβωνιαστικός χάθηκε σε αλτρουιστικό νταηλίκι, την σπαρακτική κραυγή της Φρειδερίκης που την πάντρεψαν χωρίς τη θέλησή της: ‘‘Αφού το’χες να φύγεις στην πόλη,γιατί φαγώθηκες να με ξεφορτωθείς στην ξενιτιά,’’ το αεροβάφτισμα σαν πράξη απελπισίας, σαν πράξηεξορκισμού ενός κακού, για να μην κηδέψουν ξανάανήλικο, μια ιεροτελεστία σύγχυσης Χριστιανικής και παγανιστικής δοξασίας.

  Στις ‘‘ανακομιδές’’ η γυναίκα να ρωτά τον ιερέα με αγωνία αν ισχύει ότι ‘‘οι αμαρτωλοί δεν λιώνουν’’

   Η ύπαιθρος, ως ονειρικό τοπίο της παιδικής ηλικίαςερημωμένη πια, φαντάζει σαν μια χαμένη πατρίδα που σκιάζει το συλλογικό υποσυνείδητο της ορεινήςκοινότητας.

   Η ανάγκη των ηρώων να ζουν ανθρώπινα μέσα στον όλεθρο μετουσιώνεται σε στάση αγώνα και στάση ζωής. Οι ήρωες ζουν την εγκατάλειψη, τον αποχωρισμό, την αληθινή φιλία και γνωρίζουν το πρόσωπο του θανάτου.

   Στο ‘‘τελευταίο βλέμμα’’ και στην ‘‘καθυστερημένηνοσταλγία’’, ‘‘…είχε καταλάβει πόσα του έλλειπαν από τον πάτερα εκτός από την φυσική παρουσία. Όμως,παλαιοτέρα, θεωρούσε ότι είχαν καιρό μπροστά τους για να τα πουν…’’

   ‘‘Ένα μεγάλο κοιμητήριο η ψυχή μου…’’ είναι ο συνταρακτικός στίχος του Αζέλη στους ‘‘πεφιλημένους’’.

   Κάπου εδώ όμως πρέπει να δώσουμε χώρο στη μαγείατης ανάγνωσής σας.

   Με την τέχνη του να αποτελεί ιστοριογραφία της ιστορίας, σανίδα σωτηρίας της μνήμης, διέξοδο από τις σειρήνες της λήθης, ο Αγαθοκλής Αζέλης μας προσφέρειτη δημιουργία του για να λειτουργεί σαν καταφυγή και της δικής μας ανάγκης να μην ξεχνάμε!

Σε ευχαριστούμε Αγαθοκλή!

Καλό ταξίδι στο βιβλίο σου!!!

roz-panthiras-adv1
χαλβάς Γούναρης

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *