Πειραματικά και Πρότυπα σχολεία: «ψήφος εμπιστοσύνης» & «δρόμος ευθύνης»

Γράφει ο φιλόλογος του 4ου Πειραματικού Λυκείου «Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης» Τρικάλων

Ευθύμιος Αθ. Κουφογιάννης

Ο γράφων με περυσινό άρθρο του («Πειραματικά και πρότυπα σχολεία: γιατί όχι; Και πως;», Απρίλιος 2021) αντέκρουσε τα επιχειρήματα όσων ισχυριζόταν ότι δεν πρέπει να γίνουν τέτοιου είδους σχολεία και υποστήριξε την ανάγκη ίδρυσής τους – χωρίς να διδάσκει ακόμη σε κάποιο απ’ αυτά – επισημαίνοντας μεταξύ άλλων, τα εξής: «…Όσον αφορά τα πειραματικά και πρότυπα σχολεία, αυτά μπορούν και πρέπει να αποτελέσουν την «ατμομηχανή» της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης. Αλλά με ποιους όρους και με ποιες προϋποθέσεις;…..Βασική προϋπόθεση είναι η αποδοχή της χρησιμότητας τέτοιων σχολείων όπως συμβαίνει και διεθνώς. Από κει και πέρα μπορούν να υπάρξουν οι κατάλληλες προσαρμογές στον νόμο για να μην αλλοιωθεί ο χαρακτήρας τους και να λειτουργούν προς όφελος των πολλών. Αυτά τα σχολεία δεν είναι ούτε η «καταστροφή» της δημόσιας εκπαίδευσης στην Ελλάδα αλλά ούτε κάτι θέσφατο και «πανάκεια» για τη λύση όλων των προβλημάτων της………».Έναν χρόνο μετά την ίδρυση μεγάλου αριθμού πειραματικών και πρότυπων σχολείων στις μεγαλουπόλεις και την επαρχίακαι βιώνοντας το νέο περιβάλλον ενός πειραματικού λυκείου, η κατάθεση της προσωπικής εμπειρίας και άποψης ενός «μάχιμου» εκπαιδευτικού, όσο υποκειμενική κι αν είναι, έχει από μόνη της τη δική της σημασία.

Τι έγινε λοιπόν στον έναν χρόνο λειτουργίας αυτών των νέων σχολείων; Και ποια ήταν η κοινωνική αποδοχή τους; Ας ξεκινήσουμε από το δεύτερο ερώτημα κοιτάζοντας τους αριθμούς. Φέτος, ο αριθμός των αιτήσεων που υποβλήθηκαν για τη φοίτηση (το σχολ. έτος 2022-23) σε 83 πειραματικά και 37 πρότυπα σχολεία ήταν 17.791 για μία από τις 4.171 θέσεις στα Πρότυπα Γυμνάσια και Λύκεια (1.905 θέσεις μέσω εξετάσεων) και Πειραματικά σχολεία όλων των βαθμίδων της εκπαίδευσης (2.266 θέσεις με κλήρωση). Αν σε όλα αυτά προσθέσουμε και το γεγονός ότι στη διαδικασία των εξετάσεων για την εισαγωγή σε πρότυπο γυμνάσιο συμμετείχε – και θα φοιτήσει του χρόνου ως επιτυχών – και το τέκνο του τέως πρωθυπουργού μας αν και το κόμμα του οποίου ηγείται συνεχίζει ως σήμερα να αντιτίθεται(!) στα σχολεία αυτά χαρακτηρίζοντάς τα ως ελιτίστικα, τότε μπορούμε να ομιλούμε για «ψήφο εμπιστοσύνης» της κοινωνίας και του πολιτικού κόσμου. (σ.σ. δεν είναι καθόλου μεμπτό ένας πολιτικός ή ένας πολίτης να αναζητά ως γονιός ό,τι αυτός θεωρεί καλύτερο για την εκπαίδευση του παιδιού του σε ένα ποιοτικό δημόσιο σχολείο). Αυτό σημαίνει ότι τα πειραματικά και πρότυπα σχολεία είναι σχολεία επιλογής και προτιμώνται από τους γονείς με αξιολογικά κριτήρια. Αυτό λοιπόν που πράττουν οι γονείς, δηλαδή επιλογή σχολείου κατόπιν αξιολόγησης, είναι καιρός να το πράξει και η πολιτεία: να αξιολογεί συνεχώς σχολεία, στελέχη και εκπαιδευτικούς παρέχοντας την ανάλογη υποστήριξη και να λογοδοτεί για τα όποια αποτελέσματα στους φορολογούμενους πολίτες.

Η πολιτεία οφείλει να κάνει και κάτι άλλο: να πάψει να επιμένει στον διοικητικό συγκεντρωτισμό και στην ομοιομορφία των σχολείων γιατί έτσι αυξάνονται οι εκπαιδευτικές ανισότητες που οφείλονται στο οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον. Να δημιουργήσει ένα πιο ευέλικτο πλαίσιο μέσα στο οποίο τα σχολεία θα παίρνουν πρωτοβουλίες και θα παράγουν εκπαιδευτικό έργο ανάλογα με τις ανάγκες του μαθητικού δυναμικού τους.

Αλλά η κοινωνική αποδοχή των πειραματικών και πρότυπων σχολείων σημαίνει και κάτι άλλο: ότι το «βάρος» της ευθύνης για τους εκπαιδευτικούς που διδάσκουν σ’ αυτά τα σχολεία αλλά και για την πολιτεία που οφείλει να τα υποστηρίζει, γίνεται μεγαλύτερο. Οι μαθητές/τριες, οι γονείς και η κοινωνία «διψούν» και απαιτούν μία ποιοτική δημόσια εκπαίδευση και γι’ αυτό ο καθένας που εμπλέκεται από το δικό του «μετερίζι» στην εκπαίδευση, πρέπει να αναλάβει τις ευθύνες του.

Ας δούμε τώρα όσα θετικά έγιναν – στο σχολείο του γράφοντος και σε γενικές γραμμές σε όλα τα σχολεία του ίδιου τύπου – και όσα προβλήματα παρουσιάστηκαν στον έναν χρόνο λειτουργίας. Εκπονήθηκαν και υλοποιήθηκαν σχέδια δράσης για την επιμόρφωση των εκπαιδευτικών και την εξωστρέφεια του σχολείου. Υπήρξαν συμμετοχές μαθητών/τριών σε πλήθος διαγωνισμών (με σημαντικές διακρίσεις), συνεδρίων, εκδηλώσεων και ποικίλων δραστηριοτήτων. Λειτούργησαν όμιλοι αριστείας και καινοτομίας με θέματα τη ρομποτική, τον κινηματογράφο, το θέατρο, τη λαϊκή παράδοση και την ηλεκτρονική δημοσιογραφία με τη συμμετοχή μαθητών και από άλλα σχολεία. Ο όμιλος του θεάτρου ανέβασε τη θεατρική, μουσικοχορευτική παράσταση «Scissorhands: A Special Girl’s story» βασισμένη στην ομώνυμη ταινία του 1990 “Edward Scissorhands” («Ο Ψαλιδοχέρης») στις 21/5/2022 στο κατάμεστο από θεατές πνευματικό κέντρο των Τρικάλων. Ο όμιλος της δημοσιογραφίας εξέδωσε ηλεκτρονικό περιοδικό. Έγιναν συνεργασίες με άλλα σχολεία εντός κι εκτός Ελλάδας. Οργανώθηκαν δειγματικές διδασκαλίες με τη χρήση ΤΠΕ. Οι μαθητές/τριες παρακολούθησαν μαθήματα επαγγελματικού προσανατολισμού, παρακολούθησαν εισηγήσεις επιστημόνων και κορυφαίων στελεχών της αγοράς, συνομίλησαν μαζί τους και δημιούργησαν τη δική τους εικονική επιχείρηση. Και το κυριότερο, που είναι και η βασική αποστολή των πειραματικών σχολείων: όλοι οι εκπαιδευτικοί επιμορφώθηκαν κι άρχισαν να εφαρμόζουν – έχοντας διαρκή υποστήριξη από τους επιμορφωτές – πιλοτικά τα νέα προγράμματα σπουδών που έχει εκπονήσει το ΙΕΠ και πρόκειται να εφαρμοστούν στα υπόλοιπα σχολεία σε δύο χρόνια. Νέα προγράμματα σπουδών, εφαρμογή νέων μεθόδων διδασκαλίας, ομαδοσυνεργατικότητα και χρήση ΤΠΕ, σενάρια και σχέδια διδασκαλίας με διακαλλιτεχνικές και διαθεματικές δραστηριότητες, δημιουργία κοινοτήτων μάθησης εκπαιδευτικών, αυτοαξιολόγηση και ετεροαξιολόγηση του διδακτικού έργου, σύνταξη ημερολογίων με παρατηρήσεις και προτάσεις προς το ΙΕΠ, είναι μερικά από τα χαρακτηριστικά του «πειραματικού» σχολικού περιβάλλοντος στο οποίο βρέθηκαν αυτοβούλως οι διδάσκοντες/ουσες εκπαιδευτικοί.

Οι τελευταίοι με μοναδικά «όπλα» το φιλότιμο και το μεράκι για το λειτούργημα που ασκούν και χωρίς κάποιο επιπλέον κίνητρο (οικονομικό, βαθμολογικό, κ.λ.π.) έκαναν το καλύτερο δυνατό έχοντας να αντιμετωπίσουν όλα τα προβλήματα ενός νέου θεσμού: δυσπιστία, αν όχι και «πολεμική», από μεγάλη μερίδα του εκπαιδευτικού κόσμου και των συνδικαλιστών παρά το «αγκάλιασμα» από μαθητές και γονείς, έλλειψη πλήρους στελέχωσης σε εκπαιδευτικό προσωπικό από την αρχή της σχολικής χρονιάς (υπήρξε απροθυμία των εκπαιδευτικών να στελεχώσουν τα σχολεία λόγω έλλειψης ενημέρωσης, κινήτρων και της περιορισμένης κινητικότητας, δηλαδή το δικαίωμά τους να υποβάλλουν αιτήσεις σε πειραματικά σχολεία μόνο εντός μιας εκπαιδευτικής περιφέρειας), καθυστέρηση έναρξης της επιμόρφωσης και λίγος χρόνος για την πιλοτική εφαρμογή, έλλειψη διοικητικού προσωπικού και σε πολλές περιπτώσεις τεχνολογικού εξοπλισμού. Κι αν σε όλα αυτά προστεθεί και η «δαμόκλειος σπάθη» της «τράπεζας θεμάτων» που απαιτούσε επίμονα και πιεστικά να «βγει» η ύλη για τις προαγωγικές εξετάσεις, τότε μπορούν οι γνωρίζοντες να αναλογισθούν τον κόπο και τον χρόνο που κατέβαλαν οι εκπαιδευτικοί του πειραματικού σχολείου.

Να σημειωθεί, επίσης, ότι δεν έγινε η ατομική αξιολόγηση των εκπαιδευτικών – όπως προβλέπεται από σχολικό σύμβουλο και διευθυντή – αλλά μόνο η εσωτερική αυτοαξιολόγηση του σχολείου στην οποία θα στηριχθεί η εξωτερική αξιολόγησή του από τον σχολικό σύμβουλο παιδαγωγικής ευθύνης.

Πέρα από τα ερωτηματικά της αναβολής της ατομικής αξιολόγησης των εκπαιδευτικών και του παρεχόμενου διδακτικού και παιδαγωγικού έργου τους, ανακύπτουν κι άλλα ερωτήματα και προβληματισμοί. Η εσωτερικήαυτοαξιολόγηση των σχολικών μονάδων και η συνακόλουθη αξιολόγησή τους από τα στελέχη της εκπαίδευσης θα γίνει ουσιαστικά ή θα καταλήξει μια ανούσια γραφειοκρατική διαδικασία; Γιατί το ζητούμενο δεν είναι μόνο η καταγραφή και η διαπίστωση των όποιων αδυναμιών – πραγματικών ή εικονικών – των σχολείων, αλλά η άμεση αντιμετώπισή τους.

Επίσης, η πιλοτική εφαρμογή των νέων προγραμμάτων σπουδών θα συνεχισθεί αφού πρώτα εξαλειφθούν οι όποιες δυσλειτουργίες και δυσμενείς συνθήκες; Η επιμόρφωση και η πιλοτική εφαρμογή – που γίνεται πρώτη φορά σε τέτοια έκταση – πρέπει να υλοποιηθεί αποτελεσματικά και να εξαχθούν χρήσιμα συμπεράσματα. Αλλιώς, θα εξελιχθεί σε μια τυπική διεκπεραίωση που θα αλλοιώσει την ουσία της εκπαιδευτικής διαδικασίας αλλά στο μεταξύ θα έχει κουράσει άσκοπα τους εκπαιδευτικούς και θα έχει αποσυντονίσει τα πειραματικά και πρότυπα σχολεία.

Τελικά , τα συμπεράσματα και οι παρατηρήσεις των εκπαιδευτικών από την εφαρμογή των νέων προγραμμάτων σπουδών στο πεδίο της τάξης θα ληφθούν υπόψη από το ΙΕΠ και την πολιτική ηγεσία της παιδείας ώστε η οριστική μορφή των προγραμμάτων – μαζί με τα νέα βιβλία που ετοιμάζονται – να δώσουν μια νέα πνοή στην παιδεία; Η «τράπεζα θεμάτων» θα αποτελέσει εμπόδιο – π.χ. με την ποσοτικοποίηση των στόχων – ή αλληλοσυμπλήρωμα της «φιλοσοφίας» των νέων προγραμμάτων σπουδών;

Πως θα «υποδεχθεί» η εκπαιδευτική κοινότητα τις προτεινόμενες καινοτομίες; Θα γίνει το σχολείο επιτέλους ελκυστικό και ουσιαστικό για τους μαθητές;

Πολλά είναι τα ερωτήματα που «βασάνιζαν» και «βασανίζουν» τους εκπαιδευτικούς που αγωνιούν για το μέλλον της παιδείας αλλά το κυριότερο είναι αυτό: θα επιτύχει αυτή τη φορά η επιχειρούμενη μεταρρύθμιση ή θα βρει κι αυτή τη θέση της στο «νεκροταφείο» των πάμπολλων εκπαιδευτικών μεταρρυθμίσεων που επιχειρήθηκαν μεταπολιτευτικά; Εκεί που κατέληξαν δηλαδή όλες οι προσπάθειες, μεγάλες και μικρές, τολμηρές και άτολμες, της αναβάθμισης της ποιότητας της παιδείας: στο «χρονοντούλαπο» της ιστορίας εξαιτίας της αντίδρασης πολιτικών, συντεχνιακών και συνδικαλιστικών συμφερόντων με την κοινωνία να παρακολουθεί, στην καλύτερη περίπτωση, απαθής και να βολεύεται με την απόκτηση ενός «χαρτιού» και γενικότερα με την ήσσονα προσπάθεια.

Η μικρή μας πατρίδα με το μεγάλο παρελθόν έχει μόνο μία ελπίδα επιβίωσης στο μέλλον: να επενδύσει σε μια αξιοκρατική και ανταγωνιστική παιδεία. Τα νέα προγράμματα σπουδών να είναι προσαρμοσμένα στην τέταρτη βιομηχανική επανάσταση και συνδεμένα με τη ζώσα πραγματικότητα και την παραγωγή. Οι μαθητές/τριες να αποκτούν ήπιες δεξιότητες και λιγότερες θεωρητικές γνώσεις. Να μαθαίνουν πώς να μαθαίνουν καινούριες γνώσεις και να ανανεώνουν το γνωστικό και μορφωτικό «οπλοστάσιό» τους. Η «πρώτη ύλη μυαλών» δεν μας λείπει. Βούληση, οργάνωση και..ξεβόλεμα μας λείπει.

Υ.Γ. Να δημιουργηθεί επιτέλους πειραματικό νηπιαγωγείο και δημοτικό σχολείο στα Τρίκαλα χωρίς αναβολές και υπολογισμό του πολιτικού κόστους. Το πρώτο βήμα έγινε με τη δημιουργία γυμνασίου και λυκείου αλλά τα πειραματικά σχολεία στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση είναι απαραίτητα γιατί αποτελούν το πρωτογενές πεδίο στο οποίο δοκιμάζονται όλες οι εκπαιδευτικές αλλαγές. Και είναι απολύτως λογικό καθώς ένα νέο εκπαιδευτικό σύστημα οικοδομείται από τα θεμέλια κι όχι από τη…στέγη!

roz-panthiras-adv1
χαλβάς Γούναρης

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *