Ο ουρανοπολίτης Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας Αναστάσιος, ο οποίος με τη ζωή και το έργο του μαρτύρησε την οικουμενική διάσταση της Ορθόδοξης Εκκλησίας…
25 Ιανουαρίου η Εκκλησία τιμά τη μνήμη του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, ο οποίος έθεσε τα θεμέλια και κήρυξε περί της Τριαδικότητας του Θεού, ότι ο Χριστός είναι τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος. Μας δίδαξε επίσης ότι θεολόγος δεν είναι εκείνος που βρίσκεται διανοητικά σε υψηλό επίπεδο, αλλά ο ενάρετος και προσευχόμενος άνθρωπος.
Αυτή τη μεγάλη ημέρα για την Εκκλησία μας, στη γειτονική χώρα, την Αλβανία, οι καμπάνες των εκκλησιών πριν ένα χρόνο ήχησαν πένθιμα· και στη συνέχεια οι καμπάνες ολόκληρου του ορθόδοξου κόσμου συνέχισαν την πένθιμη βοή, διότι εκοιμήθη ο Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας Αναστάσιος.
Πόσο αντιθετικό: το όνομα Αναστάσιος, που μας θυμίζει την Ανάσταση, το φως και τη χαρά, να συνοδεύεται από τον λυπηρό ήχο της καμπάνας, που προκαλεί πόνο και θλίψη. Κι όμως, η είδηση αυτή γέμισε τις καρδιές με βαθιά λύπη. Μπορεί ο Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας να ήταν προχωρημένος στην ηλικία, όμως αυτό δεν μειώνει την απώλεια· όπως τόνισε και ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος κατά την τέλεση της εξοδίου ακολουθίας:«Ἡ στέρησις τοιούτου πνευματικοῦ Πατρός καὶ ἐκκλησιαστικοῦ ἡγέτου προκαλεῖ βαθεῖαν κατ’ ἄνθρωπον θλῖψιν.»
Για όσους προσλαμβάνουν την Ορθοδοξία πρωτίστως ως εθνική Εκκλησία, ο Αρχιεπίσκοπος Αναστάσιος υπήρξε πρόσωπο που αντιμετωπίστηκε με επιφυλακτικότητα, ακριβώς επειδή δεν εγκλωβιζόταν σε τυπικές μορφές και στενά εκκλησιαστικά σχήματα, αλλά μαρτυρούσε μια ανοιχτή, οικουμενική εκκλησιολογική συνείδηση. Για τους ορθοδόξους χριστιανούς, όμως, που βιώνουν την Ορθοδοξία ως την καθολική Εκκλησία του Χριστού, η οποία υπερβαίνει έθνη και κράτη και εξέρχεται προς τον κόσμο για τη μαρτυρία του Ευαγγελίου και τη σωτηρία των ανθρώπων, ο Αναστάσιος υπήρξε –και παραμένει– ένας σύγχρονος Πατέρας της Ορθόδοξης Εκκλησίας.
Από όπου κι αν πιάσει κανείς τον λόγο του, κάθε του κήρυγμα, κάθε του στάση στα εκκλησιαστικά ζητήματα, διακρίνει την εν Πνεύματι καθοδήγησή του.Ο πρώην Αρχιεπίσκοπος Αμερικής Δημήτριος, σε συνέντευξή του, αναφέρει ότι τον προβλημάτιζε και τον στενοχωρούσε βαθύτατα η διαίρεση των Ορθοδόξων Εκκλησιών. Χαρακτηριστικά έλεγε:«έκανα εγώ ιεραποστολή για να κάνουμε τους λαούς Χριστιανούς κι εμείς οι Ορθόδοξοι είμαστε διαιρεμένοι.»
Από τα λόγια του Αρχιεπισκόπου Αναστασίου, όμως, ιδιαίτερα μου έχει μείνει αυτή η ρήση: ότι η κοινωνία με τον Θεό δεν σταματά στο Άγιο Ποτήριο, αλλά προχωρά και στον συνάνθρωπο. Σήμερα, πολλοί από εμάς κοινωνούμε με την ευλογία του πνευματικού, αλλά παραμένουμε ακοινώνητοι με τον πλησίον· βοηθούμε εκείνους που μας βοηθούν, εκείνους που μας επαινούν ή μας προσκυνούν. Και τότε έρχεται η άλλη ρήση του:
«Ο Χριστιανισμός χωρίς άνοιγμα στον άνθρωπο καταντά ιδεολογία.»
Πορευόμενος όλα αυτά τα χρόνια μέσα στην Εκκλησία, δεν μπορώ παρά να ομολογήσω πόσο δίκαιο είχε. Πώς, μέσα από μια βιωματική εμπειρία της συνύπαρξης Θεού και ανθρώπου, καταφέραμε να «εξαφανίσουμε» τον Θεό και να Τον προσαρμόσουμε στα μέτρα των δικών μας χριστιανικών συμφερόντων — είτε κληρικοί είτε λαϊκοί.
Πολλά ακόμη θα μπορούσαν να ειπωθούν για τον μεγάλο αυτό Πρωθιεράρχη. Όμως ας αναζητήσουμε την ουσία του περάσματός του από τον κόσμο αυτό: να κάνουμε την αγάπη στάση ζωής και όχι απλώς συναίσθημα. Να προσπαθήσουμε να συνεχίσουμε την παρακαταθήκη που άφησε, δηλαδή να βγάλουμε την Ορθόδοξη Εκκλησία έξω από τα στενά όρια του κύκλου και της χώρας μας.
Όπως έγραφε χαρακτηριστικά ο Ανδρέας Λουδάρος σε ένα άρθρο του για την ανοικοδόμηση της Εκκλησίας της Αλβανίας, όταν ο Αρχιεπίσκοπος Αναστάσιος πήγε εκεί, για τους ακραίους εθνικιστές ήταν ο «Έλληνας», για τους άπιστους και αλλόθρησκους ο «Ορθόδοξος», και για κάποιους από εμάς εδώ στην όμορφη Ελλάδα ο «οργανωσιακός». Οι Αλβανοί εθνικιστές φοβούνταν μήπως κάνει την Εκκλησία ελληνική· οι Έλληνες υπερπατριώτες φοβούνταν μήπως δεν την κάνει αρκετά ελληνική — ή, ακόμη χειρότερα, αλβανική. Όλοι είχαν άποψη.
Δυστυχώς γι’ αυτούς, ο Αναστάσιος δεν ίδρυσε ούτε ελληνική ούτε αλβανική Εκκλησία.Ο Αναστάσιος ανέστησε την Ορθόδοξη Εκκλησία της Αλβανίας.
Ο οικουμενικός αυτός άνθρωπος δεν άφησε πίσω του ούτε Αλβανούς ούτε Έλληνες. Άφησε πίσω του ορθόδοξους χριστιανούς.
Και σήμερα, έναν χρόνο μετά την κοίμησή του, όλοι μιλούν –και σωστά– για το έργο του. Λίγοι όμως μένουν στην ουσία, που δεν είναι τα κτίρια, αλλά οι ψυχές.Ψυχές που γαλήνεψε.Ψυχές που έμαθε να ζουν αρμονικά.Ψυχές που ορφάνεψαν.
Να έχουμε την ευχή του!

