Η ερήμωση της υπαίθρου είναι η καταστροφή της χώρας

Η ερήμωση της υπαίθρου είναι η καταστροφή της χώρας

Το έτος που διανύουμε φτάνει στο τέλος του. Άλλη μια χρονιά περνά και εμείς, όσοι μείναμε μόνιμα στα χωριά μας, μετράμε απώλειες που σβήνουν από τον πληθυσμό των κατοίκων. Τι εννοώ; Ζούμε σε χρόνια πλούσια – ή μάλλον, για να είμαι πιο ακριβής, η πατρίδα μας ζει σε χρόνια πλούσια. Ο μέσος Έλληνας έχει πλέον όλα τα υλικά αγαθά που χρειάζεται, τίποτα δεν του λείπει. Κι όμως, ακόμη και αυτά δεν του φτάνουν· αναζητά μεγαλύτερη ευκολία και άνεση στην καθημερινότητά του, και έτσι μετακομίζει στα αστικά κέντρα.

Το δικό μου χωριό, που απέχει ελάχιστα από την πόλη, σήμερα κατοικείται από μόλις 300 ψυχές. Σπίτια έρημα, κλειδαμπαρωμένα, περιμένουν το Πάσχα και τον Δεκαπενταύγουστο για να ανοίξουν οι νοικοκυραίοι τις πόρτες τους. Τις δεκαετίες του ’40, του ’50, του ’60 – και ακόμη παλιότερα – ήταν έδρα Δήμου και ο μόνιμος πληθυσμός του ξεπερνούσε τα 700 άτομα. Ακούμε συνεχώς ότι η ύπαιθρος ερημώνει. Ναι, ερημώνει. Και όσο ερημώνει, τόσο και η χώρα μας κατρακυλά· ώσπου μια μέρα, φοβάμαι, θα τσακιστεί οριστικά.

Τα κοπάδια πια μετριούνται στα δάχτυλα του ενός χεριού. Τα καπνά κόπηκαν, τα σιτηρά το ίδιο, και οι ελιές έγιναν δάση – γιατί οι παππούδες “έφυγαν” και οι νέοι δεν έχουν χρόνο να γυρίσουν να τις φροντίσουν.

Ως μόνιμος κάτοικος κάθομαι συχνά και σκέφτομαι: τι έφταιξε και άδειασαν τα χωριά μας; Τα όμορφα χωριά μας… Και η μοναδική απάντηση που βρίσκω είναι πως δεν φταίει μόνο το κράτος, όπως συνηθίζουμε να λέμε. Φταίνε και οι γονείς, και οι παππούδες μας που μας έλεγαν: «διαβάστε για να φύγετε από το χωριό, να γίνετε δημόσιοι υπάλληλοι». Και τώρα, οι ίδιοι αυτοί άνθρωποι, στα 90 τους, λένε: «δεν υπάρχει ψυχή στο καφενείο… καλύτερα να πεθάνω παρά να βλέπω το χωριό έρημο».

Υπάρχει όμως και κάτι άλλο, για μένα αδιανόητο. Πολλοί έχουν τις επιχειρήσεις τους στο χωριό, αλλά μένουν στην πόλη. Ρωτάω γιατί, και παίρνω την απάντηση: «ε, αφού όλη μέρα εκεί είμαι, τι σημασία έχει;» Έχει, και παραέχει. Δεν μένεις στο χωριό. Τα παιδιά σου μεγαλώνουν στην πόλη, οι φίλοι τους, οι δραστηριότητες τους είναι εκεί – και έτσι, μεγαλώνοντας, θα ξεγράψουν κι αυτά το χωριό και μια γενιά μετά την άλλη θα σβήνει.

Έχω φίλους και συγγενείς που ζουν ακόμη πιο μακριά, στην Αθήνα. Και όταν τους επισκέπτομαι, απορώ: όντως χαίρονται την ζωή τους; Αυτή η καθημερινότητα τους ικανοποιεί; Βλέπουν τα παιδιά τους μόνο όταν τα βάζουν για ύπνο. Κάνουν πάνω από μία ώρα να φτάσουν στη δουλειά τους. Ρωτάω γιατί, και η απάντηση είναι πάντα η ίδια: «εδώ υπάρχουν ευκαιρίες». Ναι, αλλά οι ευκαιρίες αφορούν λίγους ή πολλούς;
Θα μπορούσα να γράψω πολλά ακόμη. Μα αυτό που θέλω είναι όσοι διαβάσουν αυτές τις γραμμές να σκεφτούν την αποκέντρωση. Να σκεφτούν να φύγουν από τα αστικά κέντρα και να επιστρέψουν στα χωριά μας – στα έρημα χωριά που στέκονται λυπημένα στις πλαγιές και στους κάμπους, σαν να μην υπήρξε ποτέ ζωή στα τόσα σπίτια που τώρα τα τρώει η υγρασία και τα βάτα. Στα τόσα σπίτια που κάποτε ήταν γεμάτα από ζωή, χαμόγελο, γλέντια και το σημαντικότερο πώς σε όλα ήταν ένα αναμμένο καντήλι και οι προσευχές της μάνας ήταν τόσο δυνατές που έφταναν απ’ ευθείας στον Θεό για την σωτηρία της οικογένειας της.

Οι νεοέλληνες να σκεφτούν να αλλάξουν ζωή για να ζήσουν την πραγματική ζωή. Όταν υπάρχει θέληση, υπάρχει και δουλειά αν αυτό είναι το πρόβλημα που τους βασανίζει. Πρέπει να φύγει η προτροπή των προηγούμενων γενεών η οποία ήταν: «φύγε από το χωριό να σωθείς». Εμείς πρέπει να φωνάξουμε: «γύρνα στο χωριό για να σωθείς».

Όλα αυτά τα γράφω με πόνο ψυχής. Γιατί πονώ τον τόπο, τα χωριά μας, την επαρχία μας. Λυπάμαι να βλέπω χωριά να ερημώνουν μόνο και μόνο για χάρη της «ευκολίας». Όταν αγαπάς κάτι, δίνεις την ψυχή σου. Κι εμείς μεγαλώσαμε στο χωριό και δεν μας έλειψε τίποτα – ούτε μας λείπει σήμερα. Αυτό που μας λείπει είναι νέοι άνθρωποι, για να συνεχιστεί η ζωή.

ΠΠΖ

roz-panthiras-adv1
χαλβάς Γούναρης

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *