Εικαστικές Τέχνες και Πνευματικότητα στη σύγχρονη κοινωνία Αμαλία Κ. Ηλιάδη

Εικαστικές Τέχνες και Πνευματικότητα στη σύγχρονη κοινωνία
Αμαλία Κ. Ηλιάδη, Φιλόλογος-Ιστορικός, Μεταπτυχιακό δίπλωμα Βυζαντινής
Ιστορίας από το Α.Π.Θ., Δ/ντρια 9ου Γυμνασίου Τρικάλων

Πολλές φορές έχω την αίσθηση ότι οι εικαστικές τέχνες ίσως πάψουν να
υπάρχουν. Μπορεί η κοινωνία να τις αποβάλει ως κάτι πια εντελώς
περιττό. Δεν είναι απίθανο. Ίσως αυτό να έχει ήδη αρχίσει. Πλάι στα
εικαστικά εκθέματα, στις μάσκες και στα τάματα μιας έκθεσης τα οποία
υποδηλώνουν την έκκληση του ανθρώπου στον Θεό ή στους προγόνους για
βοήθεια, ο πράος, συμφιλιωμένος με τη λύπη τρόπος με τον οποίο μιλάει
η τέχνη για πράγματα βαριά, αποτελεί μάλλον ένδειξη ενός πένθους που
απορρέει και από τα έργα. Ενός αρχέγονου τρόπου λειτουργίας της τέχνης
με τον οποίο παλεύει απ’ ό, τι φαίνεται να επανασυνδεθεί. Μπορεί όχι
τα επόμενα χρόνια, αλλά στη μεθεπόμενη γενιά, οι καλλιτέχνες να κάνουν
κάτι εντελώς άλλο, από αυτό που εμείς καταλαβαίνουμε σήμερα ως έργο
τέχνης. Κάτι που δεν έχουμε ακόμα συλλάβει.
Όμως οι μάσκες και κυρίως τα τάματα μπορούν να λειτουργήσουν, να
σημάνουν κάτι, εκτός του λατρευτικού τους πλαισίου; Δεν σταματάνε ποτέ
να λειτουργούν σαν λατρευτικά αντικείμενα. Εξαρτάται από το τι είναι
και από το πώς είναι φτιαγμένο το καλλιτεχνικό έργο. Εδώ έχουμε δύο
εντελώς διαφορετικές κουλτούρες που χρησιμοποιούν κάτι σαν ενδιάμεσο
για να έρθουν σε επαφή με το θείο και να ζητήσουν βοήθεια. Είτε εκείνη
των προγόνων είτε του Θεού. Ο λαϊκός, όμως, άνθρωπος που κάνει σήμερα
ένα τάμα, μάλλον δεν έχει επαφή με τη σύγχρονη τέχνη. Ούτε ο
καλλιεργημένος φιλότεχνος με την πραγματικότητα του τάματος.
Η ανάγκη του ανθρώπου να ζητήσει βοήθεια από κάτι μεταφυσικό ξεπερνάει
και τη μόρφωση και το κοινωνικό επίπεδο και την ταξική του θέση.
Άνθρωποι εντελώς άθεοι, σε πολύ δύσκολες στιγμές της ζωής τους δεν
βάζουν τάμα στην εικόνα, αλλά σκέφτονται πάρα πολύ τη θεία πρόνοια και
ζητάνε τη βοήθειά της, χωρίς οπωσδήποτε να πάνε στην Εκκλησία. Αυτό
ακριβώς θέλει να υποδείξει εδώ με συμβολικό τρόπο το τάμα. Ότι όλοι
σχεδόν οι άνθρωποι κάποια στιγμή της ζωής τους αναζητούν μια σχέση με
το θείο. Συνάνθρωποί μας μπορεί ακόμα να ζητήσουν βοήθεια από τον
νεκρό πατέρα τους ή τη νεκρή μητέρα τους. Κι εδώ συναντάμε, όπως στις
αφρικανικές μάσκες, το ζήτημα της σχέσης με τους προγόνους. Κι αφού
περάσει αυτή η κρίση και ο φόβος θα το ξεχάσουν, αλλά θα είναι πλέον
τμήμα της εμπειρίας και της προσωπικής ιστορίας τους.
Όπως ακριβώς δεν χρειάζεται να είναι κανείς εγγράμματος για να
καταλάβει ένα σύγχρονο έργο τέχνης. Νομίζω ότι ο μέσος άνθρωπος έχει
περισσότερες πιθανότητες να καταλάβει ένα σύγχρονο έργο, παρά ένα
Ρούμπενς. Το έχω δει αυτό το πράγμα: να μην ενδιαφέρει τους πολλούς να
επισκεφθούν μια πινακοθήκη, αλλά να τους ενδιαφέρει ένα βίντεο.
Όσο για τη νεοελληνική κρίση, στην Ελλάδα υπάρχει μια τεράστια
οικονομικοπολιτική κρίση και ταυτόχρονα μια τεράστια κρίση ταυτότητας
όπως και ηθικής , δηλαδή ως προς το ποιοι είμαστε και τι είμαστε. Αυτό
έχει εν μέρει ως συνέπεια και την πολιτική κρίση. Δεν είναι δυνατόν η
ταυτότητά μας να είναι, με τρόπο απόλυτο, οι αρχαίοι Έλληνες. Δεν
μπορούμε να αναφερόμαστε συνεχώς στην αρχαία Ελλάδα ή στο Βυζάντιο.
Πρέπει η Ελλάδα να βρει το καινούργιο της πρόσωπο, το οποίο πάρα
πολλές φορές το βρήκε μέσω της τέχνης, αλλά δεν καταγράφηκε ποτέ στη
συλλογική μνήμη. Π.χ. πολλοί νέοι φοιτητές της Σχολής Καλών Τεχνών δεν
έχουν ακουστά τον Κεσανλή, δεν έχουν μνήμη ούτε των δέκα προηγούμενων
χρόνων. Η γενιά του ’30 αυτή τη στιγμή βρίσκεται στο όριο της
εξαφάνισης από τη συλλογική μνήμη. Στον 20ο αιώνα εμφανίστηκαν
συγκλονιστικοί Έλληνες καλλιτέχνες, που παραμένουν άγνωστοι. Διότι οι
μηχανισμοί των ιστορικών της τέχνης, των μουσείων κ.λ.π. δεν είναι σε
θέση να οργανώσουν έναν «κανόνα», μια ιστορία της νεοελληνικής τέχνης.
Εννοώ την ένταξή της στην ευρύτερη κοινωνία. Ποια είναι η θέση της
στην Ευρώπη; Το ότι δεν έχει θέση στην Ευρώπη είναι ένα ψέμα που
αναπαράγουμε συνεχώς. Η πολιτική κρίση ξεκινάει και από εκεί. Οι
Άγγλοι, οι Ιταλοί, οι Γάλλοι έχουν μια αίσθηση ταυτότητας, ξέρουν
ποιες είναι οι αναφορές τους. Επί παραδείγματι για τον λιμό στην Αθήνα
το ’42-’43 οι περισσότεροι δεν ξέρουν, ότι είχε συμβεί αυτό το πράγμα.
Δεν θυμόμαστε ότι σε μια κοντινή μας εποχή ο κόσμος πέθαινε κατά
εκατοντάδες στην Αθήνα από την πείνα. Το ουσιαστικότερο πρόβλημα
επομένως είναι το πρόβλημα της συλλογικής μνήμης.
Στον σύγχρονο, θρυμματισμένο κόσμο, εγείρεται το ερώτημα τι μπορεί να
κάνει ο καλλιτέχνης απέναντι στην κρίση. Μάλλον δεν μπορεί να κάνει
και σπουδαία πράγματα, τουλάχιστον μέσω της τέχνης του. Ως ακτιβιστής
μπορεί. Τα έργα τέχνης υποδεικνύουν κάποια πράγματα, αλλά παρόλα αυτά
ο εικαστικός καλλιτέχνης δεν μπορεί να κάνει κάτι. Ο κινηματογράφος,
το ντοκιμαντέρ και η λογοτεχνία μπορούν ίσως περισσότερα. Όμως οι
μεγάλοι εικαστικοί καλλιτέχνες συνδέονται με κάποιο τρόπο με το ιερό.
Ίσως από την αναζήτηση αυτή να συνεχίσει να παράγεται τέχνη. Βεβαίως.
Με το μεταφυσικό, με το ιερό ή με το Θείο. Το θέμα είναι τι είδους
φόρμες και μορφές θα λάβει αυτό το πράγμα από εδώ και πέρα. Οι
αυτοπροσωπογραφίες του Ρέμπραντ είναι κατ’ ουσίαν ένα έργο, το οποίο
φτιάχνει σε όλη του τη ζωή παρακολουθώντας πώς καταστρέφεται ο εαυτός
του. Είναι συγκλονιστικό, αν το σκεφτείς. Και είναι εκπληκτικό πώς
αλλάζει με τα χρόνια η τεχνική του Ρέμπραντ για να μπορέσει να
αποδώσει καλύτερα τη φθορά του προσώπου του. Αυτή η αναζήτηση του
μεταφυσικού στην τέχνη που θα συνεχίζεται, ίσως να είναι και μια
ελπίδα… Γιατί φυσικά και πρέπει να αφήσουμε χώρο στην ελπίδα…
(Δακτυλογράφηση: Βάσω Κ. Ηλιάδη).

https://www.facebook.com/vasw.tsiagkou
roz-panthiras-adv1
χαλβάς Γούναρης

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *