Γιάννης Ρίτσος: H Σονάτα του Σεληνόφωτος

«Άφησέ με να έρθω μαζί σου. Τι φεγγάρι απόψε!

Είναι καλό το φεγγάρι, – δε θα φαίνεται

που άσπρισαν τα μαλλιά μου. Το φεγγάρι

θα κάνει πάλι χρυσά τα μαλλιά μου. Δε θα καταλάβεις.

Άφησέ με να έρθω μαζί σου.»

[…]

Μια ταλάντωση διαβάζουμε στο ποίημα του Γιάννη Ρίτσου «H Σονάτα του Σεληνόφωτος». Μεγάλη η Σονάτα, μεγάλη κι ταλάντωση, ανάμεσα στο «Άφησέ με να έρθω μαζί σου» και στο «. Όχι, δε θα έρθω. Καληνύχτα.» Μεγάλη όσο η απρόσμενη ευκαιρία που προσφέρει τη δυνατότητα διαλειμματικής αναπνοής εν μέσω άσθματος, αναπνοής που παρέχει αρκετό οξυγόνο για να εξέλθει κανείς από την παραίσθηση και να αναλάβει την ευθύνη του εαυτού του. Μεγάλη η Σονάτα του Ρίτσου, μεγάλη και η Σονάτα των Τρικαλινών συντελεστών της θεατρικής της εκδοχής, που παρουσιάστηκε τούτες τις μέρες στην πόλη μας. Τόλμημα πραγματικό, με ρίσκο, το οποίο το κοινό φάνηκε να υποδέχεται με τη δέουσα ευγνωμοσύνη. Διότι δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία. Ήταν αποτέλεσμα προετοιμασίας, αποτέλεσμα συνάντησης διαδρομών σπουδαίων καλλιτεχνών, οι οποίοι με τον τρόπο του καθένας, μέσω της προσωπικής του ιδιότητας, εκπαίδευαν το φιλότεχνο κοινό σε απαιτητικές παραστάσεις. Κι αν δεν είχε μεσολαβήσει η καταστροφική τομή της πανδημίας, η μεγάλη σιγή, ποιος ξέρει πού θα μας είχαν φτάσει! Όμως οι καλλιτέχνες μας στη διάρκεια της πανδημίας επώαζαν την αναγέννηση της τέχνης, διότι ο πρωτοποριακός καλλιτέχνης είναι σηματωρός και οδοδείκτης της κοινωνίας, με συναίσθηση της ευθύνης. Χαράζει την πορεία, ανοίγει δρόμους κι οδηγεί τους συμπολίτες σε νέες διαδρομές. Μια τέτοια διαδρομή βιώσαμε απόψε όσοι παρακολουθήσαμε την τελευταία παράσταση της Σονάτας. Που ελπίζουμε παρόλα αυτά να μην είναι η τελευταία. Διαπιστώσαμε, θυμηθήκαμε, ότι η πόλη μας διαθέτει πνευματικό κεφάλαιο. Επίσης συνειδητοποιήσαμε ότι η συνεργασία πολλαπλασιάζει αυτό το κεφάλαιο. Ακόμη ότι το κοινό δεν απαιτεί οπωσδήποτε το εύπεπτο καταναλωτικό αγαθό, εάν του προσφέρεται εναλλακτική. Οι καλλιτέχνες μας φαίνεται να αφομοίωσαν και μετουσίωσαν τους στίχους του Ρίτσου: «ν’ ακούσω τα μεγάλα βήματά της πολιτείας, / να μην ακούω πια τα βήματα σου», και μας μετέφεραν από το εγώ στο εμείς. Το εμείς που μπορεί πλέον να συνίσταται στην «πολιτεία που μας αντέχει στη ράχη της / με τις μικρότητες μας, τις κακίες, τις έχτρες μας, / με τις φιλοδοξίες, την άγνοιά μας και τα γερατειά μας». Που ίσως μπορέσει κουβαλώντας αυτά στην πλάτη της, να μας περάσει απέναντι. Γι’ αυτό το ίσως, γι’ αυτή την ελπίδα, οφείλουμε, νομίζω, ευγνωμοσύνη στους συντελεστές της παράστασης, έναν προς έναν, τα ονόματα των οποίων διαβάζουμε στην καλαίσθητη αφίσα της εκδήλωσης. Σκηνοθεσία, σκηνογραφία, μουσική, φωτισμοί, ηθοποιία, συνενώθηκαν σε ένα όλον, το οποίο λειτούργησε ως κράμα κι όχι ως συνένωση διακριτών στοιχείων. Κι όλο αυτό το αριστούργημα κλήθηκε να το σηκώσει στη σκηνή η έμπειρη και ταλαντούχος ηθοποιός Αντονέλλα Χήρα, περνώντας μας από ολόκληρη την γκάμα των συναισθημάτων με τη φωνή, την κίνηση και τις σιωπές της.

 

 

«Α, φεύγεις; Καληνύχτα. Όχι, δε θα έρθω. Καληνύχτα.

Εγώ θα βγω σε λίγο. Ευχαριστώ. Γιατί, επιτέλους, πρέπει

να βγω απ’ αυτό το τσακισμένο σπίτι.

Πρέπει να δω λιγάκι πολιτεία, – όχι, όχι το φεγγάρι

την πολιτεία με τα ροζιασμένα χέρια της,

την πολιτεία του μεροκάματου,

την πολιτεία που ορκίζεται στο ψωμί και στη γροθιά της

την πολιτεία που μας αντέχει στη ράχη της

με τις μικρότητες μας, τις κακίες, τις έχτρες μας,

με τις φιλοδοξίες, την άγνοιά μας και τα γερατειά μας, –

ν’ ακούσω τα μεγάλα βήματά της πολιτείας,

να μην ακούω πια τα βήματα σου

μήτε τα βήματα του Θεού, μήτε και τα δικά μου βήματα. Καληνύχτα…»

 

Αγαθοκλής Αζέλης. Ένας θεατής.

https://www.facebook.com/vasw.tsiagkou
roz-panthiras-adv1
χαλβάς Γούναρης

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *